Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημόσιες ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημόσιες ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Σδρου



Σδρου
 (από τις "Δημόσιες Ιστορίες")

Μια ανθρωπινη φιγουρα με το κεφάλι κρυμμένο στα πόδια σωριάζεται κάθε Παρασκευή στα πλαϊνά σκαλιά της Ευαγγελίστριας. Τις υπόλοιπες μέρες χάνεται και τη θέση της παίρνουν εκ περιτροπής άλλες αξιοθρήνητες υπάρξεις που τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν με γεωμετρική πρόοδο. Από πού έρχονται και πού πηγαίνουν, ένας Θεός ξέρει.
Το δημοσιογραφικό μου δαιμόνιο με οδήγησε ένα χειμωνιάτικο πρωινό κοντά του. Τον παρατηρούσα καιρό τώρα με βλέμμα ερευνητικό.
- Καλημέρα παππούλη! Πώς μπορώ να βοηθήσω;
Ήταν ασάλευτος, άπνοος, απόκοσμος. Το πρόσωπό του, βαθιά χαρακωμένο σαν τη ρίζα αιώνιας ελιάς, μόλις αχνοφαινόταν μέσα στην παράξενη φορεσιά του. Ξεφτισμένη λιβρέα ή παλιά στρατιωτική στολή. Ύστερα από λίγα λεπτά αμηχανίας, κατάλαβα πως τουλάχιστον είναι ζωντανός. Μάλλον είχε καιρό να μιλήσει, γιατί από το στόμα του χύνονταν λόγια ακατάληπτα.
Το δεξί χέρι πετρωμένο με την παλάμη ανοιχτή, παγωμένη, να μην κλείνει, ούτε όταν πάνω της κατρακυλούσε κάποιο νόμισμα.
- Δεν θα σε πειράξω, να μιλήσουμε θέλω.
Διαισθανόμουν πως αυτός ο άνθρωπος ερχόταν από άλλα μέρη, άλλες εποχές. Με το ζόρι μου ’πε πως τον λέγανε Νικήτα. Μπαρμπα-Νικήτας, λοιπόν! Έμαθα πως γεννήθηκε στα μέρη του Αγιολιά. Πότε γεννήθηκε; Δεν απάντησε.
Μου ψηλάφισε το πρόσωπο, τα χέρια, για να καταλάβω αν είσαι φίλος ή εχθρός, μουρμούρισε. Βλέπω λίγο, όσο χρειάζεται. Το περσότερο μού είναι περιττό. Ένας υγρός αέρας φύσηξε απ’ τα νότια κουβαλώντας θύμησες παλαιικές μα ζωντανές. Ο ουρανός μαύρη πλερέζα σκίαζε το πρόσωπο του γέροντα κάνοντάς το ακόμα πιο ωχρό.
Τον μπαρμπα-Νικήτα τον συνάντησα άλλες δυο φορές. Τη βοήθειά μου δεν την καταδέχτηκε, όπως και την ελεημοσύνη κάποιων αρχόντων. Στην παντελόνα του είχε δυο άδειες από νομίσματα τσέπες και γεμάτες αλήθεια. Τις άδειασε και μου πρόσφερε απλόχερα γυμνές αλήθειες πικρές. Την τελευταία Παρασκευή δεν φάνηκε. Ίσως αρρώστησε, ίσως δεν άντεξε το κρύο, την πείνα, την αδιαφορία. Είχα συγκεντρώσει ήδη αρκετό υλικό για το επετειακό ρεπορτάζ μου.
*
Τα μάτια μου άρχισα να τα χάνω στην Αίγινα τo 18... Πολύ παλιά. Φάρμακα δεν είχα. Ποτέ δεν ζήτησα βοήθεια από κανέναν. Θέλημα Θεού! Καλύτερα έτσι. Τις ασχήμιες και τα δυστυχήματα οπού γίνονται σ’ αυτόν τον τόπο αιώνες τώρα δεν αντέχω άλλο να τα θωρώ.
Μικρός ήμουνα ξεφτέρι στον πήδο, στο τρέξιμο. Έπιανα τις πέτρες με τα χέρια μου – να, αυτά εδώ! - κι έβγαζαν ζουμί. Μεγάλωσα με τον καημό του σκλαβωμένου τόπου. Λεύτερη πατρίδα ήθελα να δω και ας πέθαινα. Έντεκα χρονώ έπιασα το ντουφέκι και μπήκα στο «μπουλούκι» του μπάρμπα μου του Θοδωρή. Παντρεύτηκα την Αγγελίνα, έκανα δυο κόρες κι ένα γιο. Τα παιδιά μου δεν τα χάρηκα. Η μάνα τους τ’ ανάθρεψε. «Εσύ είσαι η αγάπη μου μετά την πατρίδα», της είπα κι έφυγα. Οι συντρόφοι με φωνάζαν «Σδρου». Πάντα μπαίνοντας στη μάχη ένιωθα τον αέρα δυνατό στο πρόσωπο και στο κορμί μου. Σδρουουουου… και τους φάγαμε! Αέρα… Σδρουουουου!
Μετά τη μάχη πέτρωνε το δεξί μου χέρι κι η παλάμη έμενε ώρες κλειστή και πονούσε. Αρνιόταν επίμονα ν’ ανοίξει και ν’ αφήσει χάμου το σπαθί.
Στην Αίγινα, το 195... στο κολαστήριο ψυχών και σωμάτων, οπού ο μεγάλος κυβερνήτης έφτιασε ορφανοτροφείο, έφαγα χτυπήματα στα πέλματα, φοβερά, μου τσάκισαν τα πλευρά, μο ’βγαλαν τα νύχια… Μελλοθάνατος. Μας έσκισαν τα ρούχα και μας μαστίγωναν μέχρι που το δέρμα πέτσωνε και δεν το ’νιωθες. Οι δικοί μας. Κρεβάτια δεν μας έδιναν και κοιμόμασταν στις πλάκες. Νερό δεν υπήρχε. Το λίγο νερό ήταν υφάλμυρο, γεμάτο άμμο. Το συσσίτιο πείνας χαλνούσε την υγεία. «Νικήτα, κουράγιο!», μου ’λεγαν οι συγκρατούμενοι. «Μη λυγίσεις, να μην λυγίσουμε κι εμείς. Από οχτρούς ξέρεις». Ναι, τους οχτρούς τους ήξερα καλά. Τούτοι δω όμως ήταν άλλο πράμα. Το μπουντρούμι δεν το άντεχα. Όπως και τους προδότες. Είναι φορές που ακούω ακόμα τον ρόγχο του θανάτου.
Η μικρή μου κόρη λωλάθηκε. Δεν άντεξε. Ερχόταν επισκεπτήριο στις φυλακές να με δει και πάντα μ’ έβλεπε απ’ τη μέση και πάνω, πίσω από ψηλή διπλή σήτα και κάγκελα ενδιάμεσα. Ποτέ της δεν μπόρεσε να δει πόσο ψηλός ήμουν και τι χρώμα έχουν τα μάτια μου. Επέλεξε να με θυμάται νέο, δυνατό, όρθιο.
Θυμάμαι, είχα ξαναβρεθεί στο ίδιο κελί και το 193… Με άλλους επτά συντρόφους σκάβαμε υπόνομο τρεις ολάκερους μήνες με τα χέρια μας. Αχρηστέψαμε τα κάγκελα, τις σκοπιές, τα κάστρα, τα μπουντρούμια, και πετάξαμε μακριά. Όλη μου η ζωή ένας αγώνας. Μάχη στη μάχη, όταν με χρειαζόταν η πατρίδαž εκεί πρώτος βρισκόταν ο μπαρμπα-Νικήτας. Και το 195… πάλι εκεί. Νύχτες ολάκερες περίμενα την εκτέλεση, το χάραμα. Κι η αυγή δεν ερχόταν. Δεν ήρθε.
Μπορεί να υπόφερα πολλάž ποτέ δεν βαρυγκώμησα και ποτέ δεν είπα πικρή κουβέντα για την πατρίδα.
Δεν ξέρω αν θα ζω ή ποιοι θα επιβιώσουν. Κάποια μέρα, νιώθω θα γίνει ένας μεγάλος σεισμός κι η γης θα σχιστεί στα δυο. Άγγελοι σκαστοί απ’ τον ουρανό θα κατέβουν με τις ρομφαίες, πύρινες γλώσσες θα γλείφουν τους δρόμους της ντροπής, τα κτήρια συναλλαγών θα καταρρεύσουν, οι βολεμένοι δε θα βρίσκουν τόπο να σταθούν. Τότε όλοι θα καταλάβουν... έφτασε η ώρα οι φυλακισμένοι να σπάσουν τα δεσμά που οι αφεντάδες τούτου του κόσμου χάλκεψαν. Το κουφάρι μου θα χαθεί. Όμως το αίμα μου και τόσων άλλων συντρόφων θα στοιχειώσει τα όνειρά τους. Κάποια μέρα η πραγματικότητα θα εκδικηθεί. Το νιώθω. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.
*
Σκέφτηκα πως αυτή θα ήταν μια καλή ιστορία για την εφημερίδα μου. Επινοημένη ή πραγματική, δεν έχει σημασία. Τα γεγονότα δεν μετράν, όσο η αλήθεια.
Ο μπαρμπα-Νικήτας ίσως και να μην λεγόταν έτσι. Μπορεί να ήταν ο Μαρίνος, ο Χαρίλαος, ο Μανόλης, ο Αλέκος, ο Νίκος, ο Στέφανος, ο Αντώνης, ο Λεωνίδας, ο Λευτέρης, ο Κώστας... (αιωνία τους η μνήμη). Δημοσιογραφική αδεία όλα επιτρέπονται.
*
Την Κυριακή του Τυφλού αποφάσισα ν’ ανάψω ένα κερί. Την ώρα που μπήκα στον ναό διάβαζαν τον Απόστολο:
Ο απόστολος Παύλος μαζί με τον Σίλα βρίσκονταν στους Φιλίππους. Για πολλές μέρες όμως, καθώς οι δύο Απόστολοι πήγαιναν στον τόπο της προσευχής, συνέβαινε κάτι το παράδοξο. Τους ακολουθούσε μια νεαρή δούλη που είχε μαντικό δαιμονικό πνεύμα και με τις μαντείες της αυτές έβγαζε πολλά κέρδη για τα αφεντικά της. Και κάθε τόσο φώναζε δυνατά: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του Υψίστου και μας φανερώνουν το δρόμο της σωτηρίας». Και το έκανε όχι για καλό σκοπό· αλλά για να ελκύσει την εμπιστοσύνη του λαού και να την εκμεταλλευθεί με δολιότητα. Αγανακτώντας λοιπόν ο απόστολος Παύλος, στράφηκε πίσω προς τη δούλη αυτή που τον ακολουθούσε, και είπε στο δαιμονικό πνεύμα: «Σε διατάζω, στο όνομα του Ιησού Χριστού, να βγεις από αυτήν». Και πραγματικά την ίδια στιγμή το πονηρό πνεύμα έφυγε. Αλλά όταν τα αφεντικά της κατάλαβαν ότι θα έχαναν πλέον τα κέρδη τους, συνέλαβαν τον Παύλο και τον Σίλα και τους έσυραν στην αγορά. Εκεί τους οδήγησαν στους στρατηγούς και είπαν: «Αυτοί οι Ιουδαίοι προκαλούν ταραχή στην πόλη μας και κηρύττουν θρησκευτικά έθιμα ανεπίτρεπτα για μας τους Ρωμαίους». Κι ενώ μαζεύτηκε πολύς όχλος εναντίον τους, οι στρατηγοί ξέσχισαν τα ενδύματα των δύο Αποστόλων. Και διέταξαν να τους ραβδίσουν, μπροστά σ’ όλο εκείνο το πλήθος. Και αφού τους έδωσαν πολλά χτυπήματα, τους έριξαν στη φυλακή, δίνοντας εντολή στο δεσμοφύλακα να τους φρουρεί καλά για να μη δραπετεύσουν. Κι αυτός τους έβαλε στο βαθύτερο διαμέρισμα της φυλακής κι έδεσε σφιχτά τα πόδια τους, για να μην μπορούν να μετακινηθούν. Τα μεσάνυχτα όμως οι άγιοι Απόστολοι, σαν να μην τους είχε συμβεί τίποτε, έψαλλαν ύμνους στον Θεό. Τους άκουγαν μάλιστα και οι άλλοι φυλακισμένοι. Ξαφνικά έγινε μεγάλος σεισμός, σαλεύτηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Κι άνοιξαν τη στιγμή αυτή όλες οι θύρες και λύθηκαν όλων των φυλακισμένων οι αλυσίδες...
*
Πριν από μέρες μελετούσα κάποιες ανέκδοτες επιστολές αγωνιστών του ’21 για το αφιέρωμα που θα ’κανε η Εφημερίδα μου. Μεταξύ άλλων ανακάλυψα κι αυτή:
«Γενναιότατε και Φιλογενέστατε καπετάν Νικήτα»
Από γράμμα το οποίο έστειλον οι έφοροι των Αθηνών προς τον αγαπητόν μου καπετάν Αναγνώστην Παπαγεωργίου, είδον με μεγάλην χαράν ότι σε έκλεξαν στρατηγόν των εις την ετοιμασμένην εκστρατείαν. Η φρόνησις, η ανδρεία και η ειλικρινής φιλογένειά σου μου είναι γνωστή. Όθεν και δεν αμφιβάλλω ότι η έκβασις της εκστρατείας ταύτης θέλει είναι λαμπρά. Ύπαγε γενναίε, να εμψυχώσης υποκάτω εις τα βήματά σου τα λείψανα εκείνων των ενδόξων ανδρών, της οποίους εγέννησεν η Αττική, θαύμα των αιώνων και αθάνατον παράδειγμα πατριωτικών αρετών. Κατατρόπωσε τους τυράννους, καθάρισε την ιεράν εκείνην γην, την οποίαν εμόλυνον οι βάρβαροι και άπιστοι Αγαρηνοί. Υπό την στρατηγικήν σου οδηγίαν, ας ελευθερωθή η πόλις των Αθηνών δια να καταγραφή το όνομά σου πλησίον εις τα ονόματα του Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους.
Εκ του στρατοπέδου της Τριπολιτσάς,
1 Σεπτεμβρίου 1821
*
Το άρθρο μου για το αφιέρωμα της Εφημερίδας είναι ήδη έτοιμο. Δεν ξέρω, βέβαια, αν ο αρχισυντάκτης θα το δημοσιεύσει ποτέ. Τέτοια κείμενα δεν είναι και πολύ δημοφιλή στις μέρες μας.
Για καλό και για κακό, για σένα λαθραναγνώστη μου, το κείμενό μου ολοκληρώνεται με τα τελευταία λόγια του Νικήτα:
“Ο μπαρμπα-Γιάννης μάς έλεγε κάποτε τούτα τα λόγια: Αλλοίμονο σ’ εκείνους οπού χύσανε το αίμα τους και θυσιάσανε το δικόν τους να ιδούνε την πατρίδα τους να είναι το γέλασμα όλου του κόσμου.

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Η κριτική της Ευαγγελίας Μουλά για τις "Δημόσιες Ιστορίες" στο 12ο τεύχος του περ. "Νησίδες"

της Ε. ΜΟΥΛΑ



Δημόσιες Ιστορίες (εκδ. Πηγή, Θεσσαλονίκη 2013) τιτλοφορεί ο Δ. Χριστόπουλος τη συλλογή των διηγημάτων του, ορίζοντας ως καταστατική αρχή τού υπό εξέταση βιβλίου -και αντίθετα από την επικρατούσα άποψη- τον αντίκτυπο που έχει στη δημόσια σφαίρα η φαινομενικά ασήμαντη ιδιωτική πλευρά της ζωής μας. Η μικροσκοπική εξέταση της καθημερινότητας των ηρώων του αναπλαισιώνεται στο ευρύτερο κάδρο της Ελλάδας της κρίσης και επανασημασιοδοτείται. Οι ιστορίες δεν είναι παρά τεμάχια του θρυμματισμένου καθρέφτη της καθημερινότητας της κρίσης, με προεξάρχουσα παράμετρο την ταξικότητα, ως παράμετρο που καθορίζει την ταυτότητα και την ιδεολογική και πνευματική σκευή των ατόμων.

Η ορίζουσα της πολιτικής και υπαρξιακής στάσης ζωής του Χριστόπουλου είναι η αγωνιστική ιδεολογία της εργατικής τάξης, που ενοφθαλμίζεται σε όλο το φάσμα της διήγησής του. Άλλοτε παίρνει τη μορφή ευθείας παράθεσης γνώμης από έναν παρεμβατικό αφηγητή και άλλοτε μεταμφιέζεται σε σκηνικό βάθος ενός γεγονότος, όπως τα πανό διαμαρτυρίας των αγροτών έξω από το ποδοσφαιρικό γήπεδο. Άλλοτε μετατρέπεται σε έναν αντιφωνικό ελεύθερο πλάγιο λόγο, που αποστασιοποιείται και παρωδιοποιεί υφολογικά τον κυνισμό, την ιδιοτέλεια, την επιδερμικότητα ή τη σκαιότητα των πρωταγωνιστικών προσώπων, όπως του διεφθαρμένου νεόπλουτου Νικήτα στο «Να ’στε καλά», της Βάσως της  κομμώτριας στο «Κόντρα στον άνεμο» ή του ιδιοκτήτη του Ρόλεξ στο «Ματωμένο μέταλλο» και άλλοτε αποτελεί μέρος του παρελθόντος των ηρώων του και μέσο σκιαγράφησης του προφίλ τους, όπως του «Σδρου, του «Διαχειριστή», ή του Άρη στο «Venceremos». Άλλοτε παρεισφρέει με ανεπαίσθητες παρεμβολές σε ανύποπτες στιγμές, όπως το σχόλιο του Καραγκιόζη στην παράσταση του Μιχάλη, όταν ευχαριστεί τους εξ Εσπερίας φίλους μας και άλλοτε αναδεικνύεται η υπεροχή της έμμεσα, στην έμμεση σύγκρισή της με νοσηρά κοινωνικά φαινόμενα που προσιδιάζουν σε ακροδεξιές πολιτικές και επιλογές, όπως στα «Μπιφτεκάκια», το «GOAT» και το «Rotweiler».

Η ιδεολογία που διαποτίζει την αφήγηση όμως, δεν αρθρώνεται μετωπικά ούτε επιβάλλεται μονολογικά, αλλά διαμεσολαβείται ενσυναισθητικά μέσα από τις ατομικές ιστορίες των ηρώων του. Ο Χριστόπουλος κατέχει την ποιότητα της καλής λογοτεχνίας που δεν λέει αλλά δείχνει. Εμβυθίζεται στα ανθρώπινα και «διαβάζει» με εμπαθητική ικανότητα ακόμα και τα αποκρουστικά αποβράσματα της νοσούσας κοινωνίας μας.

Και μολονότι η αριστερή ιδεολογία είθισται να εκφράζεται λογοτεχνικά μέσα από μια θριαμβικά αισιόδοξη μαχητικότητα και βρίσκεται -όπως υποστηρίζει ο Barthes- σε ακήρυχτο πόλεμο με πάσης φύσεως ηδονισμό, ο Χριστόπουλος με παρρησία και ειλικρίνεια αποκλίνει από το καθιερωμένο μοντέλο. Έτσι, στη θέση της επιθετικής πίστης στον προλεταριακό αγώνα και την ανατροπή αχνοφαίνεται η παραδοχή της ήττας ή έστω της προσωρινής οπισθοχώρησης από το όραμα, καθώς η σημερινή κρίση του συστήματος έχει αναστείλει τις συλλογικότητες. Εξίσου, στη θέση τής άνευ όρων κομματικής αφοσίωσης στον αγώνα για το κοινό καλό, αναγνωρίζει το δικαίωμα στη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για ατομικές στιγμές απόλαυσης και ψυχικής πληρότητας, όταν οι ήρωές του μονολογούν: «η συναισθηματική στέρηση σε εκμηδενίζει» ή ακόμα: «όσο λιγοστεύουν οι απολαύσεις, λιγοστεύει και η ζωή».


Μέσα από όλα τα διηγήματα αναδύεται αβίαστα η προσήλωση του Χριστόπουλου στα ιδανικά της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης και η αγανάκτησή του απέναντι στις παντοειδείς ανισότητες.  Ταυτόχρονα υψώνεται ένα υπόκωφο, εξ ου και εκκωφαντικό Γιατί, απέναντι στην άδικη κι απρόβλεπτη, όχι μόνο κοινωνία, αλλά και  μοίρα, που μοιάζει να συμμαχεί με την αδικία και να επιβεβαιώνει τη ρήση «όπου φτωχός κι η μοίρα του».


Οι ιστορίες του λαμβάνουν χώρα σε ένα αμιγώς αστικό τοπίο. Στην περίοδο κρίσης ολόκληρο το αστικό τοπίο μετατρέπεται σε ετεροτοπική συνθήκη, μια παραλλαγή των γκέττο. Οι κοινωνικές νόρμες ανατρέπονται κατ’ εξακολούθηση και ισχύουν μόνο κατά τα φαινόμενα. Το αστικό περιβάλλον γεννά τερατουργήματα πέρα από κάθε έννοια κοινωνικής αρμονίας και ηθικής, επιβάλλοντας νέους νόμους συνύπαρξης. Οι νέες συμβιωτικές συνθήκες βασίζονται όχι στην αλλοτινή συλλογικότητα και την αλληλεγγύη, αλλά δημιουργούν μια νέα οικολογία του φόβου, της ματαίωσης, της δυσπιστίας και της ανασφάλειας. Είναι η υποστασιοποίηση της «μετανεωτερικής ομοιωματικής μορφής της ιστορικής συλλογικότητας»[i]

Οι χαρακτήρες του θα μπορούσαν να διακριθούν στις εξής κατηγορίες:
α. Αρχικά, είναι εκείνοι που είτε από τη θέση του απόκληρου της ζωής, είτε του ανερμάτιστου, αδαούς και παραπλανημένου «αγανακτισμένου», εκτονώνουν τον συσσωρευμένο θυμό τους με πράξεις τυφλής βίας, όπως οι πρωταγωνιστές στο «Rotweiler», τα «Λιπάσματα» και τα «Μπιφτεκάκια» και στον αντίποδα, εκείνοι που γίνονται, χωρίς να φταίνε, αποδέκτες της ωμής αυτής βίας, όπως ο Αχιλλέας ο αστυνομικός στα «Λιπάσματα» και ο Αλβανός στο «GOAT».

β. Μια άλλη σημαντική κατηγορία είναι οι κυνικοί, αλαζόνες και επιδερμικοί αριβίστες, που κατρακύλησαν από τη δόξα στην απελπισία, όπως ο γιάπης στο «Ματωμένο μέταλλο», ο νεόπλουτος έγκλειστος στο «Να ’στε καλά», ο εισαγγελέας και η φιλόδοξη κόρη του στο «citius, altius fortius», η Βάσω η κομμώτρια στο «Κόντρα στον άνεμο» και ο πρώην αριστερός που αλλοτριώθηκε από το σύστημα στο «Χεριών αφηγήσεις», και κοντά σ αυτούς, εκείνοι οι κοντόφθαλμοι που εν πλήρη απουσία ταξικής συνείδησης, ενστερνίζονται το νόμο της ανταγωνιστικής ανθρωποφαγίας του συστήματος, όπως οι εργαζόμενοι στους «Αλευρόμυλους».

γ. Η πολυπληθέστερη όμως κατηγορία, που απαρτίζεται τόσο από τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα όσο και από περαστικές ή παρασκηνιακές φιγούρες, είναι οι σημαδεμένοι από τη μοίρα, εκείνοι που με μια ιδιαίτερα συγκινητική ευαισθησία βιώνουν τη φθορά με αξιοπρέπεια και βουβό πόνο, όπως: ο ηλικιωμένος κύριος στο «501» που διαχειρίζεται σιωπηλά τον επερχόμενο θάνατό του, ο απόμαχος πυγμάχος στους «Αλευρόμυλους» που υφίσταται την κοινωνική περιθωριοποίηση, ο Άρης, ο παθιασμένος επαναστάτης του ποδοσφαίρου που τυφλώθηκε άδοξα στο «Venceremos», ο Μαραμπού ο αταξίδευτος που χάθηκε στην αιώνια ερωμένη του, τη θάλασσα στο «Ancre de misericorde», ο «Σδρου», που ταγμένος στον αγώνα για μια πατρίδα ελεύθερη και μια κοινωνία δικαιότερη, προσδοκά πλέον μεταφυσικά τη δικαίωση, ο ηρωικός στην αποστεγνωμένη από χαρά πεζότητα της καθημερινότητας και της μοναξιάς του «διαχειριστής», η γιαγιά Πηνελόπη στο «Πουαντερί», γόνος μιας μακράς αλυσίδας ταλαιπωρημένων ιδεολόγων, η οποία «διαχειρίζεται τον χρόνο και την αμηχανία της με το πλεκτό», ο ήρωας στο «Κόντρα στον άνεμο», που βίωσε μαρτυρικά τη σταδιακή απώλεια της ταυτότητάς του και άνεργος πια αναζητά ερείσματα στις νεανικές του αναμνήσεις, ο Ναντέρ ο μετανάστης που συνελήφθη από το μεράκι του να επισκεφθεί την Ακρόπολη, ο Μιχάλης ο Καραγκιοζοπαίκτης που ο Καραγκιόζης του έπεσε θύμα του εκφασισμού της δημόσιας σφαίρας, ο Νικήτας ο καρκινοπαθής που δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη θεραπεία του στο «Να ’στε καλά», η πλειονότητα των απελπισμένων πελατών του ταχυδρομείου στο «501» ή των ενοίκων της πολυκατοικίας στο «Διαχειριστή» συνθέτουν το αφηγηματικό σύμπαν της πολυπρόσωπης κρίσης της εποχής μας μέσα από το βλέμμα του Χριστόπουλου.

Κοινός παρονομαστής, leit motif και πρώτη ύλη της αφήγησης είναι το αίσθημα της φθοράς, της απώλειας, της έκπτωσης, μιας γενικότερης «υποστολής» (σελ. 24).

Ένα εξίσου επανερχόμενο αφηγηματικό στρατήγημα είναι η ανάδειξη ενός σημείου- συμβόλου σε μικρογραφία της ύπαρξης. Έτσι, άλλοτε ένα αντικείμενο, π.χ. ένα ρολόι, ένα τζην παντελόνι, ένα κομπολόι ή μια αγωνιστική μηχανή και άλλοτε μια τελετουργικά επαναλαμβανόμενη πράξη, όπως το ζύγισμα του αλευριού, το κέντημα ή η κατασκευή αλυσίδων για άγκυρες ανάγονται σε άξονα γύρω από τον οποίο περιελίσσεται κάθε ιστορία.

Στην πλειοψηφία της η διηγηματική αφήγηση του Χριστόπουλου υπακούει στην «-ητική αρχή» του λόγου[1]. Μας εισάγει σταθερά σε ένα περιβάλλον που μοιάζει να απευθύνεται σε αναγνώστη ειδότα. Η αναφορική απροσδιοριστία (ένα άγνωστο υποκείμενο χωρίς να ονομάζεται, του οποίου αγνοούμε τις ιδιότητες, εμφανίζεται σε δράση) και οι αναπόδοτες αρχικά αντωνυμίες, δημιουργούν ένα κλίμα αναμονής και προσδοκίας, μέχρι να αποκαλυφθεί σταδιακά η ταυτότητα των προσώπων και να αποδοθούν οι ρόλοι τους.

Ως προς τους αφηγηματικούς τρόπους κυριαρχεί η τριτοπρόσωπη προσωποπαγιωμένη αφήγηση, που επιτρέπει τη διπλή-διφωνική θέαση των γεγονότων μέσα από τον ελεύθερο πλάγιο λόγο. Έτσι ο λόγος του αφηγητή συχνά διαποτίζεται από τη φωνή του προσώπου στο οποίο εστιάζει, άλλοτε συνηχώντας αρμονικά κι άλλοτε αποκλίνοντας δυσαρμονικά, επιλέγοντας την τεχνική της ειρωνικής αποστασιοποίησης, όπως παρακάτω:
«Αυτούς τους απασχολούσαν μόνο τα άλευρα, τα κιλά κι οι συνταγές. Α, ναι! Και η παραγωγικότητά τους. Πόσα κιλά μπορούν να ζυγίζουν τη βδομάδα. Μια βιομηχανική νόρμα είναι η ζωή».

Μια ακόμα συχνά εμφανιζόμενη τεχνική είναι αυτή της εγκιβωτισμένης ιστορίας που λειτουργεί παραδειγματικά και συνειρμικά. Έτσι, ο μύθος του Χαλίλ του παπουτσή  στο «Να ’στε καλά» από το στόμα του Ναντέρ διατρανώνει τη ζωτική ανάγκη του ανθρώπου να ονειρεύεται και την ελπίδα που κινητροδοτεί τη ζωή, η παραβολή των Αποστόλων στο «Σδρου» λειτουργεί παραμυθιακά ως αντίβαρο στην απελπισία του ήρωα, ενώ η ένθετη επιστολή από τα χρόνια της ελληνικής επανάστασης υπογραμμίζει την εντιμότητα και γενναιοφροσύνη των γνήσιων αγωνιστών που προδόθηκαν. Η ιστορία του Νασρεντίν Χότζα που καυτηριάζει την υποκρισία και την επιτήδευση λοιδωρεί τον χρεωκοπημένο τρόπο ζωής του στυγνού νεόπλουτου στο «Ματωμένο μέταλλο», ενώ τα βόδια του Γηρυόνη στα «Μπιφτεκάκια» μετατρέπονται σε αλληγορία της νοσηρής επιθυμίας για δύναμη και για έναν κακώς νοούμενο «ηρωισμό» που υπερβαίνει τα όρια της αβάσταχτης και οδυνηρής καθημερινότητας.

Οι ήρωες διαγράφουν σταθερά μια καμπύλη από την άνοδο και την ακμή στην πτώση και την παρακμή, που φέρει τη σφραγίδα της ψυχικής ερήμωσης και της απόγνωσης. Ο μηχανισμός μέσα από τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η τροχιά είναι συνήθως τα Flash backs από εποχές δόξας κι ανεμελιάς και οι επιστροφές στο καθημαγμένο τώρα της κατατροπωμένης περηφάνειας ή της παραπλανημένης αφέλειας.

Ο χώρος αποδίδεται όχι με την τεχνική του φωτογραφικού φακού, αλλά μέσω της συνείδησης της ενδοσκοπικής μορφής. Αντιλαμβανόμαστε το προοπτικό βάθος μέσα από τον προσωπικό ψηλαφισμό του από την ατομική συνείδηση των ηρώων του. Έτσι η επιλογή του σκηνικού φόντου και των στοιχείων που το συνθέτουν, και δη αυτών που εξαίρονται, είναι σημειωτικά αναβαθμισμένη, καθώς αυτά αποτελούν τα σημάδια της βιωμένης εστίασης και της συνεκδοχικής πρόσληψης της πραγματικότητας των προσώπων. Με αποτέλεσμα, κάποιες περιθωριακές και αδιάφορες για τους πολλούς  λεπτομέρειες να αναδεικνύονται σε κομβικά σημεία του ψυχισμού ή ακόμα και του πεπρωμένου.


Κορυφαία στιγμή στη διακριτική -στα περισσότερα διηγήματα- καταγγελία της ηθικής εξαχρείωσης, της έρπουσας διαφθοράς και του ξεπουλήματος της συνείδησης που επιπολάζει στην εποχή μας είναι στο διήγημα: «Χεριών αφηγήσεις». Εδώ, ο Χριστόπουλος με εκφραστική και επινοητική δεινότητα, υφαίνει όλη  την ιστορία με μεταφορικές φράσεις που περιέχουν τη λέξη χέρι, το οποίο και ανάγεται σε μετωνυμία της ζωής του ήρωα. Έτσι από την εποχή «των αριστερών χεριών που διαφέντευαν» και τα βασανιστήρια στην ΕΣΑ, έφτασε να κάνει τους άλλους του χεριού του, μέχρι που η επιχείρηση καθαρά χέρια δεν του άφησε άλλη επιλογή από ένα χειροποίητο φέρετρο. Πρόκειται για τη θλιβερή τροχιά ενός έντιμου αριστερού στην αλλοτρίωση, την εκποίηση της ιδεολογίας του και την τελική του συντριβή.

Εικόνες της Ελλάδας της κρίσης διασπείρονται παντού: στα ενεχειροδανειστήρια και τα καταστήματα αγοράς χρυσού στο «Ματωμένο μέταλλο», στις σκηνές βίας ενάντια σε μετανάστες στο «Goat», στα σκάνδαλα υψηλόβαθμων στελεχών, όπως του εισαγγελέα στο «citius altius fortius», στην αδυναμία των ενοίκων της πολυκατοικίας να πληρώσουν τα κοινόχρηστα στο «Διαχειριστή», στην απελπισία του άνεργου στην αναμονή του Ταχυδρομείου στο «501», στην έλλειψη αλληλεγγύης των εργαζομένων στους «Αλευρόμυλους», στη μικρο-τεχνολογία που μετατρέπεται σε αλληγορία της συρρίκνωσης της πραγματικής ζωής.

Δεν λείπει βέβαια και η ευθεία παράθεση σχολίων που αντηχούν ελεγειακά από την Ελλάδα της κρίσης, όπως τα παρακάτω:
«Αλλοίμονο σ’ εκείνους οπού χύσανε το αίμα τους και θυσιάσανε το δικόν τους να ιδούνε την πατρίδα τους να είναι το γέλασμα όλου του κόσμου»
«Κανείς μας σε λίγο δε θα ’χει πατρίδα, τόπο για να ζήσει, να ερωτευτεί, να δουλέψει και να κλείσει ήσυχα τα μάτια του. ….. Το οξυγόνο λιγοστεύει επικίνδυνα. Δε φτάνει για όλους. Πνιγόμαστε. Ο πλανήτης τους δε χωράει πια τόσα παράσιτα. Όσοι επιβιώσουν θα ’χουν την αντοχή της κατσαρίδας και την εργατικότητα του τερμίτη».



Ως κατακλείδα, η εικόνα της κρίσης συνοψίζεται περισσότερο εύγλωττα και ανάγλυφα στην ανορθόγραφη και ακαλαίσθητη ανακοίνωση:


«Αινικιάζοντε κάδοι αποριμάτων. Φτινές τιμές»

Ωστόσο, παρά την αποκαρδιωτική στο σύνολό της αποτύπωση της κρίσης, επιλέγω για το τέλος δύο φράσεις ελαφρά παραλλαγμένες, η μία του Μαραμπού του Δραπετσώνα και η άλλη της γιαγιάς Πηνελόπης, που συνδυαστικά, αφήνουν περιθώρια ελπίδας, σε πείσμα όσων δυσκολιών και αν περάσαμε ή ακόμα και όσων έπονται:

«Ένα τραβέρσο είναι όλη η ζωή. Τώρα θα κωλώσουμε;» εξάλλου… «η περιστροφή είναι η θεμελιώδης συνθήκη της ύπαρξής μας». Ας ελπίσουμε οι επόμενες Δημόσιες ιστορίες να είναι περισσότερο φωτεινές!




[1] Θεωρία του Kenneth Pike (1959). Στη – ητική (σύντμηση του «φωνητική) αρχή των κειμένων, που προσιδιάζει μόνο στα μυθοπλαστικά κείμενα, εφόσον κυριαρχεί αναφορική ασάφεια, ο αναγνώστης καλείται να αποσπάσει από τα ενδοκειμενικά συμφραζόμενα της ενδοσκοπούσας μορφής τα δεδομένα και να συνθέσει το νόημα.


[i] Πατσαλίδης Σάββας, Θέατρο και Θεωρία , University Studio Press, Thessaloniki,2000, σελ.259.






Η Ευαγγελία Μουλά είναι φιλόλογος στη Δευτεροβάθµια εκπαίδευση µε µεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικό στην παιδική λογοτεχνία. Έχει συµµετάσχει σε πολλά διεθνή συνέδρια, ενώ κείµενά της έχουν δηµοσιευτεί σε συλλογικούς τόµους και σε ποικίλα επιστηµονικά περιοδικά, φιλολογικού, εκπαιδευτικού ή κριτικού περιεχοµένου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Φιλολογική, Φιλόλογος, Σύγκριση, Κείµενα, Διαδροµές, Άνευ, Νέα Παιδεία, International Journal of Humanities κ.ά.).
Εργογραφία

(2010)




Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2013)
(2011)
Αφηγήσεις που δεν τελειώνουν ποτέ, Εκδόσεις Παπαδόπουλος
(2010)