Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2020

Λερωθείτε, κάνει καλό

Σκοτεινὸς ὅπως εἶναι, ἁρπάζει τὰ χέρια μου καὶ τὰ τινά­ζει μὲ δύναμη. «Μέχρι ἐδῶ, Ἀριάδνη», μοῦ κάνει· χρόνια εἶχε νὰ μὲ φωνάξει ἔτσι. «Τὰ μαγάρισες. Δὲν μπορῶ ἄλλη βρώμα. Τὸ κατάλαϐες; Μᾶς πνίξανε τὰ σκατὰ σ ᾿ αὐτὴ τὴ σκατοχώρα!»

Τὰ μάτια του κάννες ποὺ ρίχναν σφαῖρες, τὰ χέρια του ψαλίδια ποὺ κόϐαν ἀδέξια.

Τὰ παρατάω ὅλα καὶ φεύγω γιὰ τὴν κρεϐατοκάμαρα. Τρέχει ξοπίσω μου καὶ μὲ ρίχνει ἀνάσκελα στὸ κρεϐάτι. Αὐτός, λέω, δὲν εἶναι ὁ Πάνος. Εἶναι μασκαρεμένος ὁ κακὸς ὁ λύκος κι ἐγὼ ἡ κοκκινοσκουφίτσα. Δεκάδες βελόνες σὰν βουκέντρες τρυπᾶνε τὶς φάλαγγες τοῦ χεριοῦ μου, σκορπιοὶ χύνουν τὸ δηλητήριό τους. Δὲν ξέρω πόση ὥρα κράτησε αὐτὸ τὸ μαρτύριο. Μόνο τὰ βογκητά του ἄκουγα κι ἕνα κλάμα βουϐὸ σὰν μινύρισμα νεροῦ. Στὸ τέλος τὸ σῶμα μου ἄδειασε ἀπὸ ζωή.

«Σιγά», τοῦ κάνω, «θὰ ξυπνήσεις τὸ παιδί.» Πάλι δὲν κατάλαϐε.

Σφάλισα τὰ μάτια μου καὶ βυθίστηκα σ᾿ ἕναν πονεμένο ὕπνο. Τὸν εἶδα ἔφιππο καουμπόυ στὴν ἄγρια Δύση, κι ἐγώ, λέει, ἤμουνα γουρούνι βουτηγμένο στὰ σκατὰ ποὺ προσπα­θοῦσε νὰ τρέξει καὶ νὰ σωθεῖ. Ἦταν κι ἄλλα γουρούνια, ἀλλὰ αὐτὸς κυνηγοῦσε ἐμένα, τὸ ἀσχημότερο γουρούνι. Λύνει τὴ μαύρη ζώνη ποὺ τοῦ ἀγόρασα στὰ γενέθλιά του, πέφτει πάνω μου καὶ γίνομαι ἐγὼ τὸ φέρετρό του, μπαίνει μέσα μου μὲ βία νὰ ξεπλύνει, λέει, τὴ συνείδησή του, γρυλίζει σὰν ἀγρίμι. «Βρωμιάρα», μοῦ φωνάζει καὶ μοῦ κλείνει τὸ στόμα μὲ τὴν παλάμη του.

«Κατάντησες ἕνα βρωμογούρουνο», οὐρλιάζει.

«Βρωμιάρα…»

Τὸ γουρούνι τρέχει νὰ γλιτώσει. Ἡ ζώνη σφυρίζει στὸν ἀέρα. Τὴν κάνει μαστίγιο καὶ τὸ μαστιγώνει, ξανὰ καὶ ξανά.

Τὴν κάνει λάσο καὶ γραπώνει τὸ γουρούνι ἀπ ᾿ τὸ λαιμό. Τὸ γουρούνι πνίγεται, κοκκινίζει, ἀλλάζει χρώματα, σπαρταρᾶ. Πνί… πνί…

Πνίγομαι!

Ὅταν ἄνοιξα τὰ μάτια μου, δὲν ἤξερα ἂν ὅλα αὐτὰ ἔγιναν τὸ προηγούμενο βράδυ ἢ γεννήθηκαν στὸ θολωμένο μου μυαλό. Ἕνα ἦταν σίγουρο, ὁ Πάνος εἶχε γίνει μπουχός, ἐνῶ τὸ σκοτωμένο αἷμα ἀνάμεσα στὰ σκέλια μου πένθιμο ροῦχο μὲ ἔντυνε. Ἡ μπλούζα, ἡ φούστα, τὰ ἐσώρουχα, τὰ χέρια, τὰ πόδια, τὸ πρόσωπο, τὸ στῆθος μου, γεμάτα λεκέδες. Κόκκινοι, μπλέ, κίτρινοι, πράσινοι, μώϐ· σ᾿ ὅλα τὰ χρώματα τῆς ἴριδας, ὅπως τὰ μανταλάκια ποὺ βάζω στὰ ροῦχα.

Προτοῦ ξυπνήσει τὸ παιδί, στάθηκα μὲ τὸ ζόρι ὄρθια, πῆγα στὸ μπάνιο κι ἄνοιξα τέρμα τὴ δεξιὰ βρύση. Τὸ νερὸ νὰ πέφτει πάνω μου σὰν τὰ μαχαίρια ποὺ ρίχνουν οἱ ταχυ­δακτυλουργοὶ στὸ τσίρκο κι ἐγὼ νὰ φαντάζομαι πὼς εἶμαι χαρταετὸς καὶ σφυρίζει ὁ βοριὰς στὰ μαλλιά μου καὶ παίρνει μακριὰ τὶς φωνὲς τῶν δακρύων.

 

(απόσπασμα από το διήγημα «Λερωθεῖτε, κάνει καλό», Σπουδή στὸ κίτρινο, Τὸ Ροδακιό, 2018)

 

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2020

Νίκος Δαββέτας, άντρες χωρίς άντρες

 

Νίκος Δαββέτας

άντρες χωρίς άντρες

Μυθιστόρημα

σελ. 232

εκδ. Πατάκη

 

Στην άρτι εκδοθείσα μελέτη της η Ελισάβετ Κοτζιά (Ελληνική πεζογραφία, 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά, Πόλις 2020), παρατηρεί για το συνολικό έργο του Νίκου Δαββέτα:

«Συγκυρίες και προσωπικές ανησυχίες στρέφουν τους σημερινούς μυθιστορηματικούς ήρωες του Νίκου Δαββέτα στο μοιραίο παρελθόν –στις δραματικές συνθήκες του Β’ Παγκοσμίου και του Εμφυλίου Πολέμου. Τα ερωτήματα που τους τίθενται είναι καυτά: Τι υπαγόρευσε το άσβεστο μίσος και τις αιματοβαμμένες συγκρούσεις ανάμεσα σε ανιόντες συγγενείς; Με ποιες μεθόδους συσσώρευσαν τις περιουσίες τους στη διάρκεια της Κατοχής; Και πώς πορεύτηκαν κατόπιν, στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια; Ή, διαφορετικά: Με ποιον τρόπο βιώνουν οι σημερινοί μυθιστορηματικοί ήρωες τη βαθιά σιωπή γύρω από τα εγκλήματα και τις αβυσσαλέες ενοχές των γονιών τους, θυμάτων και θυτών, στα χρόνια που ακολούθησαν; Η πεζογραφία του Νίκου Δαββέτα αποτελεί μια συστηματική, πολύ σύγχρονη πεζογραφία του τραύματος» (σσ. 493/4).

Οι παρατηρήσεις της έμπειρης κριτικού ισχύουν και για το καινούργιο μυθιστόρημα του Ν.Δ. με τίτλο άντρες χωρίς άντρες (Πατάκης, 2020) που μόλις διάβασα χωρίς διακοπή και με μεγάλο ενδιαφέρον μέχρι και την τελευταία σελίδα.

Ο συγγραφέας δεν απογοητεύει τους αναγνώστες του ούτε τους εκπλήσσει. Η σχέση λογοτεχνίας και Ιστορίας και η διαπλοκή τους είναι το σταθερό διακύβευμα της μυθοπλασίας του Δαββέτα: το Ολοκαύτωμα στην Εβραία Νύφη (που πρόσφατα επανακυκλοφόρησε από τις εκδ. Πατάκη), η σχέση Μπελογιάννη – Πικάσο στο μυθιστόρημα Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη, μέχρι τη βομβιστική επίθεση στο Λονδίνο (Ωστικό κύμα). Ο μύθος στο «άντρες χωρίς άντρες» διαθέτει ένα μεγάλο χρονικό άνυσμα, από τον Εμφύλιο και τα πάθη του μέχρι τις σημερινές μέρες της οικονομικής κρίσης. Δυο άντρες γεννημένοι τη δεκαετία του ’60 έρχονται αντιμέτωποι με το παρελθόν τους, με το «αίμα» τους, την καταγωγή τους που βαραίνει στους ώμους τους, αλλά έχουν τη δύναμη να υπερβούν την αναγκαιότητα του «αίματος» και να χαράξουν τη δική τους πορεία.

 

«Όταν γράφεις, δημιουργείς μια εναλλακτική πραγματικότητα, δραπετεύεις ή κρύβεσαι μες στις ζωές των ηρώων σου. Αλίμονο αν απολέσουμε αυτή τη δυνατότητα», λέει εξομολογητικά ο πρωταγωνιστής της μυθοπλασίας, αποδεικνύοντας πως πρόκειται για ένα πολυσήμαντο και πολυεπίπεδο έργο, πρωτίστως μια σπουδή πάνω στη διαδικασία της γραφής (έτσι τουλάχιστον το διάβασα εγώ), από τη στιγμή που οι δύο νέοι άντρες αντιμετωπίζουν το τραυματικό τους παρελθόν μέσω της γραφής. Ο ομοδιηγητικός αφηγητής και φίλος του πρωταγωνιστή-συγγραφέα, μόνιμου κατοίκου πλέον της Γαλλίας και δασκάλου δημιουργικής γραφής, γίνεται δέκτης της οικογενειακής ιστορίας που του διηγείται ο δεύτερος, ο οποίος με τη σειρά του την ακούει στο νοσοκομείο από τον ετοιμοθάνατο πατέρα του, ο οποίος είναι το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας. Ουσιαστικά, ο Δαββέτας εγκιβωτίζει τη μία ιστορία μέσα στην άλλη, αλλάζοντας κάθε φορά αφηγηματική φωνή αλλά και εστίαση, μέχρι το σημείο όπου οι τρεις οπτικές συγκλίνουν για να αποκαλύψουν την αλήθεια που επιδέξια κρυβόταν όλα αυτά τα χρόνια.

«Η μνήμη του καλύτερου μου φίλου ήταν επιλεκτική αλλά ξεπερνούσε κατά πολύ τον συνήθη μέσο όρο». Η εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος σηματοδοτεί και το βασικό θέμα που απασχολεί τον Δαββέτα. Σημασία για τη γραφή και την ανάγνωση δεν έχει το τι θυμόμαστε αλλά το γιατί και το πώς. Ο πρωταγωνιστής και μετέπειτα συγγραφέας θυμάται –ισχυρίζεται- τη στιγμή της σύλληψής του, όταν το σπέρμα του πατέρα του διείσδυσε στο ωάριο της μάνας του. Το ξετύλιγμα της ιστορίας γίνεται από την επιλεκτική μνήμη του πρωταγωνιστή ο οποίος προσπαθεί κατανοώντας το γιατί και το πώς να αυτοπροσδιοριστεί, κάτι που συμβαίνει και στην περίπτωση του πατέρα του.

Η σχέση ιστορίας και μυθοπλασίας, ως προς την αλήθεια που κομίζουν, αποτελεί ένα διαχρονικό και δυσεπίλυτο πρόβλημα. Ο άνθρωπος χρειάζεται και την Ιστορία και τη Λογοτεχνία – για διαφορετικούς λόγους. Ο εμπαθής για να δικαιολογήσει το μίσος του· ο συνετός λογαριάζει το παρελθόν ως ένα σύνθετο όλον από τομές και συνέχειες, το προσεγγίζει με ανθρωπιά χωρίς όμως να τυφλώνεται από τα πάθη του, δεν μένει ουδέτερος και διαλέγει «πλευρά», αλλά δεν αφιονίζεται.

Τελικά, νομίζω ότι το μυθιστόρημα του Δαββέτα μπορεί να διαβαστεί με αυτόν τον δεύτερο τρόπο. Ως συμφιλίωση με τα πολλαπλά ιστορικά αλλά και προσωπικά τραύματα. Ως καταλλαγή και συγχώρεση.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2020

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ, "ΓΥΜΝΟΣ"

 

 


Τον γνωρίσαμε το 2016 με τον «Αναποδογεννημένο», 76 μικροϊστορίες της μιας «ανάσας» που όλες μαζί συνθέτουν μια αρθρωτή αφήγηση. Κείμενα ξεχωριστά, ιδιαίτερα, καλογραμμένα, που προϋποθέτουν πολλών ετών επίπονη άσκηση με τη γλώσσα. Βιβλίο που επαινέθηκε από την κριτική –και πολύ σωστά. 

Φέτος το καλοκαίρι κυκλοφόρησε η νουβέλα με τίτλο «Γυμνός» -και πάλι από τις εκδόσεις Εντευκτηρίου. Η αλήθεια είναι ότι τον Ιούλιο δυσκολεύτηκα να βρω το βιβλίο στα συνοικιακά βιβλιοπωλεία όπου το αναζήτησα. Τελικά πριν από λίγες μέρες οι προσπάθειες ευοδώθηκαν και το βιβλίο έφθασε στα χέρια μου.

Δεν νομίζω ότι η αναγνωστική εμπειρία μπορεί να συνοψιστεί στα γνωστά (ανούσια) επίθετα που χρησιμοποιούμε σε ανάλογες περιπτώσεις («συναρπαστικό», «έξοχο», εξαιρετικό», «αριστούργημα», «υπέροχο» κ.ά.). Γιατί περισσότερη σημασία έχει –σύμφωνα με την ηθική της ανάγνωσης- ποια γεύση αφήνει στον αναγνώστη ο «Γυμνός» κι αν μετατοπίζει θεαματικά τον ορίζοντα των αναγνωστικών προσδοκιών του. Ούτε έχει τόσο μεγάλη σημασία να ψάξουμε εδώ τα διακείμενα με τα οποία διαλέγεται ο συγγραφέας –που επιδέξια τα κρύβει κάτω από τη σοφά αρχιτεκτονημένη δομή. Να ειπωθεί λοιπόν εξαρχής το εξής και μόνο: ο «Γυμνός» απαιτεί πολύ προσεκτική ανάγνωση, από τη στιγμή που ο συγγραφέας διαρκώς μάς υποχρεώνει να κινούμαστε σε ένα εκκρεμές: μια εξωτερική αλληγορική-παράλογη πραγματικότητα (που τόσο μοιάζει με αυτό που ζούμε τον τελευταίο καιρό) και ένα εσωτερικό τραυματικό τοπίο (μια τσακισμένη ενδοχώρα) που κάποια στιγμή αυτά τα δύο συμφύρονται όπως άλλωστε και τα δύο βασικά πρόσωπα της ιστορίας, κάτω από την κίτρινη ομίχλη που όλα τα καταπίνει -κτήρια, δρόμους και ανθρώπους.

Δεν θέλω να πω περισσότερα ούτε να αποκαλύψω το τι, το πώς και το γιατί της νουβέλας.  

Αν ο Χρηστίδης ζούσε στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, σίγουρα θα είχε ήδη υπογράψει ένα πλουσιοπάροχο συμβόλαιο με μεγάλο εκδοτικό οίκο και θα παραχωρούσε συνεντεύξεις. Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ας ελπίσουμε να διαβαστεί, να συζητηθεί και να αγαπηθεί ο «Γυμνός» όπως του αξίζει -και γιατί όχι να λάβει -δικαιωματικά άλλωστε- και κάποιο βραβείο. 

 Απόσπασμα 

 Μετά όμως έπεφτε η νύχτα και, όταν πλησίαζα το παράθυρο, έφταναν στ' αυτιά μου οι ήχοι που παγιδεύει μέσα του το χώμα. Αυτούς που δεν μεταφέρει ο αέρας· μουρμουρητά εγκλωβισμένα στη γη, φωνές που προσπαθούσα μια ζωή να ξεχάσω (σ. 140).