Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Μάριος Χάκκας, Φυλετική αφύπνιση



[από τη συλλογή διηγημάτων "Τυφεκιοφόρος του εχθρού", 1966]

Ο Παρασκευάς είναι στρατιώτης, γύφτος και μουλαράς. Σα μουλαράς κάνει τη χειρότερη σάξη απ’ όλους τους ημιονηγούς στη διμοιρία, του φεύγουν τα μουλάρια και λακάνε στα σιτάρια, τον ρίχνει το μουλάρι όποτε πάει καβάλα, κι αφήνει τον όρχο ασκούπιστο όταν είναι σταβλοφύλακας. Σα γύφτος μπορεί να πλένει μια σκελέα για δυο τσιγάρα. Σα στρατιώτης ασυμμάζευτος, σβαρνιάρης, περίγελος της διμοιρίας που παρακολουθεί κάθε φορά με πνιχτά χάχανα στην επιθεώρηση το παρακάτω σκέτς:
- Γιατί Παρασκευά, δεν καθάρισες το όπλο σου; Γιατί δεν τίναξες το κρεβάτι σου; Γιατί δεν τετραγώνισες τις κουβέρτες σου; Γιατί έχεις άπλυτες τις καραβάνες σου; Γιατί... Γιατί...
Γαβγίζει ο υπαξιωματικός σα μαντρόσκυλο έτοιμο να τον κατακομματιάσει. Βροχή κοτρόνια νιώθει νιώθει τα "γιατί" στο πληγιασμένο σώμα του. Και οι συνάδελφοι σινιαρισμένοι -πόρπες, άρβυλα κι εθνόσημα γυαλισμένα όλα στην εντέλεια- έτοιμοι για την έξοδο, με κάτι στοματάρες να, γελώντας, κανίβαλοι που τον κατασπαράζουν.
Φοράει το πιο ηλίθιο χαμόγελο για να εξευμενίσει τον υπαξιωματικό και λέει όλο απορία:
- Το δικό μου όπλο; Το δικό μου κρεβάτι; Οι δικές μου οι κουβέρτες; και τα περιεργάζεται λες και πρώτη φορά τ’ αντικρίζει, λες και υπάρχει κάποιο λάθος σ’ όλη αυτή την ιστορία.
- Ναι, οι δικές σου οι καραβάνες, κάνει άγρια ο μόνιμος λοχίας. Περνάει με σιχασιά το δάχτυλό του στις γωνιές της καραβάνας κι έπειτα αποτυπώνει τις δαχτυλιές πάνω στα ισχνά μάγουλα του Παρασκευά που παίρνει την όψη Αφρικανού φύλαρχου.
- Ρε, δε σου είπα πώς πρέπει να τις πλένεις;
Ο Παρασκευάς κοιτάει ψηλά τις λαμαρίνες, στρέφει τα μάτια στο προαύλιο, πέρα στους αγρούς, πρασινισμένοι κι ανοιξιάτικοι με το ξεπεταγμένο στάρι.
- Ρε, συ, θα γίνεις άνθρωπος; Θα συμμορφωθείς; Θα βάλεις μυαλό;
Το μυαλό του, ξέφρενο άλογο, τρέχει πέρα στους κάμπους. Τα λερά ξυπόλυτα πόδια του περπατούν τις δημοσιές, σταματούν στις άκρες των χωριών. Τα καρβουνισμένα του χέρια στήνουν τσαντίρια, πλέκουν καλαμιά, σιάχνουν σαγάνια, καθώς στριφογυρνάνε εκεί στη στρατιωτική του ζώνη από αμηχανία.
Μπα! Όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν τη γλιτώνει και σήμερα τη στέρηση εξόδου... Το ωραίο είναι που δεν παραδέχεται πως είναι γύφτος. Κι όταν τον φωνάζουν «γύφτε» χολιάζει και τσατίζεται.
(…)
Οι ξύπνιοι στρατιώτες, άμα δεν είναι επιφυλακή ή τιμωρημένοι, το Σαββατόβραδο πάνε σινεμά. Αυτό δείχνει από πού κρατάει του καθενός η σκούφια. Οι γύφτοι βέβαια δεν πάνε. Κι ο Παρασκευάς δεν πήγαινε. Όχι γιατί ήταν γύφτος, αλλά γιατί ποτέ δεν έτυχε Σάββατο βράδυ να μην είναι επιφυλακή ή τιμωρημένος.
Εκείνο τα Σαββατόβραδο πήγε. Κάτι συνέβη κι αναβλήθηκε η επιθεώρηση. Κόλλησε κοντά στον Ροβινσώνα και στους άλλους που τράβαγαν για το καφενείο-σινεμά του χωριού. Μερικοί ξέκοψαν από τη παρέα του Παρασκευά, γιατί φοβήθηκαν ότι θα έβγαιναν από ένα τριάρι δανεικό κι αγύριστο. Ο Παρασκευάς με μεγαλοπρέπεια πήγε στο ταμείο και τα έσκασε. Πήρε το μαγικό χαρτάκι, διάβηκε την πόρτα του «τσινεμά», κάθισε σε μια καρέκλα και παρακολούθησε το «έργον».
Όμορφα που 'ταν εκεί μέσα. Έπαιζε ζούγκλα. Ο Ροβινσώνας διάβαζε φωναχτά στη μέση της παρέας. Ο Παρασκευάς ρουφούσε την υπόθεση. Τι ελέφαντες! Τι κροκόδειλοι! Τι ιπποπόταμοι! Κι ένα μελαχρινό παλικαράκι, φτυστός γύφτος, με την καραμπίνα του προστάτευε απ’ όλα τ’ άγρια θερία μια γλυκιά μελαχρινή κοπέλα. Και πώς πάλευε μ’ ένα μαχαίρι, αυτός μονάχα και με τα νύχια της μια τίγρης ώσπου στο τέλος την καθάρισε. Βρε, αυτός ήταν πολύ λεβέντης! Κι ήταν ακόμα με πλάτες μπρούτζινες, κατάμαυρες σα γύφτος. Κι άντρας σωστός γιατί στο τέλος πήρε το κορίτσι.
Όταν βγήκαν έξω, ο Παρασκευάς περπάταγε ντούρος κι έδειχνε σα να 'χε ψηλώσει μια παλάμη. Στο τολ την ώρα της αναφοράς κι ενώ κανείς δεν τον προκάλεσε, βγήκε κορδωμένος στο διάδρομο μπροστά από τα κρεβάτια, ξερόβηξε κι είπε:
- Είμαι γύφτος, όμως δεν ξαναπλένω ξένα σώβρακα.
Το τι έγινε μέσα στην καζάρμα, δε λέγεται. Ντόρος, χειροκροτήματα, φωνές και γέλια. Ο Παρασκευάς έστρωσε ήσυχα το κρεβάτι κι έπεσε να ονειρευτεί τον εαυτό του πάνω σ’ έναν ελέφαντα πηγαίνοντας να ελευθερώσει μια μελαχρινή κοπέλα.

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Η απολογία ενός τελειόφοιτου



Σήμερα Τρίτη 8 Ιουνίου 1993 παρέδωσα το τελευταίο γραπτό δοκίμιο των απολυτηρίων μου εξετάσεων. Κάθισα για τελευταία φορά στο θρανίο του μαθητή – προτελευταίο κοντά στο παράθυρο -, μέσα στη σχεδόν αφόρητη ζέστη του μεσημεριού και συμπλήρωσα τα στοιχεία μου πάνω στην κόλλα αναφοράς. Δεν έγραψα τίποτα άλλο. Παρέδωσα την κόλλα μου λευκή για τρίτη φορά μέσα στις απολυτήριες εξετάσεις μου και για πρώτη φορά στη ζωή μου ως μαθητής. Το θέμα βέβαια δεν ενοχλεί σε τίποτε ούτε πρόκειται να αντιμετωπίσω ενδεχόμενες επιπτώσεις. Ο τρόπος με τον οποίον βαθμολογείται ένας μαθητής στα Ελληνικά Λύκεια είναι τόσο επιεικής που δικαιολογώ απόλυτα το φιλόλογό μου, όταν επιμένει πως για να μείνεις χρειάζεται να κάνεις αίτηση. Άλλωστε, ποιαν αξία έχει σήμερα ένα απολυτήριο Λυκείου; Εκείνο που «μετράει» είναι η εισαγωγή σε μιαν Ανώτατη Σχολή – κι αυτό συζητήσιμο μέχρις ενός σημείου.
 Επειδή, όμως, ο υπογράφων τυχαίνει να είναι και σημαιοφόρος του Σχολείου του, πράγμα που σημαίνει αριστείο και πρωτιά, «πέφτει λίγο βαρύ» να φεύγει από την αίθουσα των εξετάσεων δίνοντας λευκή κόλλα. Οι καθηγητές και περισσότερο οι γονείς μου θα αναζητήσουν την αιτία – συνηθίζουν οι άνθρωποι να ψάχνουν, να αποκαλύπτουν αιτίες όχι πάντα τις αληθινές. Βέβαια, θα τους αποζημιώσει η επιτυχία μου σε μιαν ανώτατη σχολή. Και γι’ αυτό είμαι σχεδόν σίγουρος!
Έχω κάνει καμιά δεκαριά τουλάχιστον φορές επανάληψη στην ύλη των μαθημάτων που θα εξεταστώ στις Γενικές Εξετάσεις κι έχω κι εγώ ο ίδιος απορήσει με τη δύναμη της μνήμης μου. Είχα αδικήσει φαίνεται τον εαυτό μου νομίζοντας ότι δε θα τα καταφέρω με την αποστήθιση. Λέγοντας και ξαναλέγοντας, γράφοντας και ξαναγράφοντας τα ίδια και τα ίδια τελικά τα μαθαίνεις. Η επιτυχία σου θα χρωστιέται βέβαια στην απομνημόνευση, αυτό όμως είναι άλλη ιστορία. Όσο για την Έκθεση … εκεί, τι να απομνημονεύσεις; Εξετάζοντας όμως κατά θεματικές ενότητες τα βασικότερα στοιχεία, γίνεσαι ικανός να έχεις δυο-τρεις θέσεις γενικότερα παραδεκτές για κάποια καίρια ζητήματα. Τα φροντιστήρια να ’ναι καλά – ένα μέτριο μυαλό μπορεί θυσιάζοντας καθημερινά κάποιες ώρες να καταφέρει να εισαχθεί σε μιαν ανώτερη Σχολή.
Κι εγώ ανήκω σ’ αυτούς που έκαναν τη θυσία. Διάβασα, απομνημόνευσα, κουράστηκα. Δε φοβάμαι τις εξετάσεις. Με λίγη καλή τύχη δε θα απογοητεύσω αυτούς που μ’ αγαπούν. Στο σχολείο όμως η στάση μου τους αιφνιδίασε όλους – παρόλ’ αυτά δεν έκανα τίποτε για να δημιουργήσω εντυπώσεις. Προτίμησα απλώς να δώσω μια λευκή κόλλα στα μαθήματα κορμού, στα οποία παρουσιάστηκα εντελώς αδιάβαστος, διότι δεν ήταν δυνατό να απομνημονεύσω τίποτε μέσα σ’ ένα απόγευμα και διότι δεν υπήρχε καμιά ανάγκη να το κάνω, αφού και με τη μονάδα που πήρα στα γραπτά θα έχω ένα αξιοπρεπέστατο απολυτήριο. Να που το σύστημα ευνοεί τους μαθητές! 
Όλες οι γνώσεις, για να γίνουν πείρα, χρειάζονται δουλειά κι είναι σε όλους γνωστό πως οι μαθητές της Γ’ Λυκείου δεν αφιερώνουν χρόνο σε μαθήματα κορμού, που τελικά, όπως μπαίνουν στο πρόγραμμα, είναι μάλλον άχρηστα. Μόνο σε δυο πράγματα χρησιμεύουν: για να εκτονώνονται οι μαθητές από την πνευματική κόπωση που τους δημιουργεί η τρίωρη ή τετράωρη παρακολούθηση των μαθημάτων κατεύθυνσης – τα μαθήματα αυτά διδάσκονται τις πρώτες ώρες – και για να ενισχύσουν το βαθμό του απολυτηρίου τους, όταν δεν έχουν μεγάλους βαθμούς στα μαθήματα κατεύθυνσης – είναι γνωστό ότι αν συμπληρωθεί ο βαθμός 13 από τα υπόλοιπα μαθήματα ο μαθητής θεωρείται ικανός να περάσει.
Όταν τα πράγματα είναι έτσι κι όταν συνηθίζεις να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους σε άξιους και ανάξιους από το αν κατάφεραν να πετύχουν σε μιαν ανώτατη σχολή – η νοοτροπία αυτή εμφυτεύεται μέσα μας από τα χρόνια του Γυμνασίου ακόμα – δεν έχεις παρά να κάνεις ό,τι είναι δυνατό για να ανήκεις κάποτε στους άξιους. Είναι επόμενο να αδιαφορήσεις για τη γενική μόρφωση που υποτίθεται ότι προσφέρει το Γενικό Λύκειο και να επιδοθείς με ζήλο και μεράκι στα μαθήματα που θα εξεταστείς και μόνο σ’ αυτά. Το Φροντιστήριο γίνεται η βασική σου μέριμνα – το σχολείο έχει δευτερεύοντα, υποβαθμισμένο ρόλο.
Ένιωσα πολύ άσχημα όταν έδωσα λευκή κόλλα, δε λέω. Δεν άντεχα την απορία στο βλέμμα του επιτηρητή. Το ίδιο άσχημα ένιωσα, όταν υποχρεώθηκα να πω στον πατέρα μου τι ακριβώς έγινε, για να μην αιφνιδιαστεί με το χαμηλό βαθμό του απολυτηρίου μου. Δύσκολες όμως οι εξηγήσεις στους γονείς μου που δεν έχουν βέβαια τη δική μας νοοτροπία και δεν αντιμετώπισαν ποτέ τη μάθηση με τον τρόπο που κάνουμε εμείς.
(Νένα Κοκκινάκη, 1993)


Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Οι «Μεγαλέξανδροι» και ο "κατηραμένος όφις" του μαθήματος της Ιστορίας

Σχολικό έτος 2016-17.
Μάθημα: Ιστορία Γ.Π. Γ΄Λυκείου
Ενότητα: «Η Εθνική Αντίσταση κατά των δυνάμεων του Άξονα και η σημασία της.»
Κατευθυνόμενος διάλογος με τη βοήθεια του σχολικού εγχειριδίου (ελλείψει επαρκούς υλικοτεχνικής υποδομής στη σχολική μονάδα). 

«- Μήπως γνωρίζετε τον αρχηγό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ; Για να σας βοηθήσω να σας πω πως συνήθως απεικονίζεται έφιππος… (δεν ολοκληρώνεται η πρόταση).
- Κυρία! Κυρία! Ο Μεγαλέξανδρος

Άναυδη η καθηγήτρια, κάποια γελάκια ακούγονται, αμήχανη η μαθήτρια αντιλαμβάνεται πως κάποιο λάθος έκανε αλλά απάντηση, τελικά, δεν δόθηκε. Άλλωστε, όπως φάνηκε λίγο αργότερα, κάποιοι  που είχαν γελάσει,  είχαν συσχετίσει, συνειρμικά, τον ΕΛΑΣ με την ΕΛΑΣ (Ελληνική Αστυνομία). Ένα από τα πολλά περιστατικά που όλοι οι συνάδελφοι/-ισσες μπορούν να διηγηθούν, εξιστορώντας τις εμπειρίες τους από τη διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου της Ιστορίας στα ελληνικά σχολεία. Ιδίως, όσοι/-ες έχουν τις ψυχικές αντοχές να διδάσκουν τη σύγχρονη Ιστορία, ως (υποβαθμισμένο) μάθημα Γενικής Παιδείας, στη Γ΄ Λυκείου.

Οι παθογένειες στη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας (ξεπερασμένα σχολικά εγχειρίδια, μεγάλος όγκος ύλης, έμφαση στην αποστήθιση και συνακόλουθη υποβάθμιση της κριτικής ικανότητας των μαθητών/τριών, αναντιστοιχία του σχολείου με τις παιδαγωγικές εξελίξεις, διδασκαλία του μαθήματος από  καθηγητές άλλων ειδικοτήτων για συμπλήρωση του ωραρίου τους κ.α) είναι γνωστές εδώ και δεκαετίες σε όλους τους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ». Τα αποτελέσματα τα βιώνουμε όλοι/-ες οι μάχιμοι/-ες εκπαιδευτικοί καθημερινά στην τάξη.
 Όσοι/-ες από εμάς επιλέγουμε να διδάσκουμε Ιστορία, να επιμορφωνόμαστε και να επιμένουμε να αντέχουμε αλλά και να αντιπαλεύουμε όλες τις στρεβλώσεις και τις παθογένειες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, παρακολουθούμε την αυξανόμενη παραγωγή δημόσιου λόγου γύρω από την πρόταση του ΙΕΠ για αλλαγή του Προγράμματος Σπουδών με  ενδιαφέρον και ιδιαίτερη ανησυχία. Ενδιαφέρον για τις καινοτόμες ιδέες που συμπεριλαμβάνει (έμφαση -επιτέλους!- στη σύγχρονη ιστορία, υπέρβαση της αποκλειστικότητας του μοναδικού σχολικού εγχειριδίου, υιοθέτηση εναλλακτικών  πολυτροπικών  προσεγγίσεων κ.α.) αλλά και ανησυχία για την ένταση με την οποία γίνεται προσπάθεια απόρριψής του από φορείς εκπαίδευσης που λίγη σχέση έχουν -πλέον- τόσο με τη μάχιμη εκπαιδευτική πραγματικότητα και τα αδιέξοδά της όσο και με  σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός πως οι  νέες προσεγγίσεις και θεωρίες στους τομείς της γλωσσολογίας, της θεωρίας της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας κ.α. (όλα όσα διδασκόμαστε οι «ρομαντικοί» που επιμένουμε να επιμορφωνόμαστε και να μελετούμε τη διεθνή βιβλιογραφία) , αν και συνέβαλαν στην αλλαγή των όρων προσέγγισης κι ερμηνείας του παρελθόντος, φαίνεται πως συνιστούν πεδία που προσκρούουν σε κυρίαρχες, παραδοσιακές πεποιθήσεις –και στον χώρο των φιλολόγων- που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα συλλογικά υποκείμενα ως έρμαια νομοτελειακών κοινωνικών μεταβολών κι όχι ως υποκείμενα που αλληλεπιδρούσαν/ αλληλεπιδρούν δυναμικά με τα συστήματα στα οποία εντάσσονταν/ εντάσσονται. Κυρίως, ανησυχία προκαλεί η επιμονή της ΠΕΦ όχι μόνο να υπερασπίζεται το μοναδικό σχολικό εγχειρίδιο αλλά και να απορρίπτει τη δυνατότητα να επιλέγουν οι διδάσκοντες/-ουσες ιστορικά θέματα και πηγές λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όσο και τα ενδιαφέροντα των μαθητών και μαθητριών τους. Βάση ποίων ερευνητικών δεδομένων, άραγε, προκύπτει αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης της ΠΕΦ απέναντι στους/στις  μάχιμους/-ες εκπαιδευτικούς και στη δουλειά τους; Ποια ήταν η αντίδρασή της όταν κληθήκαμε, ως κλάδος,  να στηριχθούμε, για τη διδασκαλία του μαθήματος, σε (μοναδικά..) σχολικά εγχειρίδια, όπως αυτό της Ιστορίας Γ΄Λυκείου της Γενικής Παιδείας; Ποιος/-α αναρωτήθηκε για τον αριθμό των μαθητών/-τριών που επιλέγουν να εξετασθούν πανελλαδικά στο συγκεκριμένο μάθημα αλλά και για τις επιδόσεις τους;

Ως κλάδος, οφείλουμε να αναστοχασθούμε και να αναλάβουμε τις ευθύνες μας τόσο για την υποβάθμιση του συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου στη σχολική πραγματικότητα όσο και για τις προοπτικές του. Η παρούσα συγκυρία συνιστά μια ευκαιρία υπεύθυνης τοποθέτησης αλλά και κριτικής παρέμβασης με νηφάλια, τεκμηριωμένη επιστημονικά και καλοπροαίρετη κριτική προσέγγιση των επιχειρούμενων αλλαγών. Στο πλαίσιο αυτό, οι σπουδές φύλου, η μεγαλύτερη διασύνδεση Λογοτεχνίας-Ιστορίας θα μπορούσαν να είναι εποικοδομητικές προτάσεις προς μια κατεύθυνση εμπλουτισμού του μαθήματος, μακριά από τα  κανονιστικά στεγανά παλαιότερων προσεγγίσεων του παρελθόντος.

                                                                                                 Ελένη Πατσιατζή

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Το "εντός" μέσα στο "εκτός"


Ξεκινώ με τους αποφθεγματικού χαρακτήρα στίχους του Ελύτη από τη μεταθανάτια ποιητική συλλογή του "Εκ του πλησίον": 
Το πείσμα είναι υγεία. Είναι πρωινή γυμναστική που πρέπει να την κάνουμε κάθε μέρα εάν θέλουμε να κρατήσουμε την επαφή μας με το ζωντανό μέρος των πραγμάτων. (σ. 70)
Η εικόνα της τίγρης του Ούγγρου ζωγράφου Βικτώρ Βαζαρελί που κοσμεί το ευφάνταστο εξώφυλλο, με την αγριότητα και την ορμή της, έχει τη δύναμη -κατά τους Κινέζους- να διώχνει τους δαίμονες της ασθένειας και της φθοράς. 

Πενήντα επτά μικρές ιστορίες κατανεμημένες σε επτά ενότητες περιλαμβάνει το άρτι εκδοθέν βιβλίο της Εύας Μαθιουδάκη, από Τό Ροδακιό. Τίτλος-εξώφυλλο-διηγήματα σε πλήρη αρμονία. Γιατί το άθλημα της γραφής αφορά πρωτίστως την ψυχή. Μια γυμναστική που χαρίζει υγεία στο πνεύμα, κάθαρση αληθινή. Και για τον συγγραφέα και για τον επαρκή αναγνώστη, η δύναμη της αφήγησης είναι καταλυτική. Το κλειδί που σε αφήνει να ανοίξεις το κιβώτιο της μνήμης που κουβαλάς και να ανακαλύψεις σκουριασμένα αυτοκινητάκια ή ταλαιπωρημένες κούκλες. 

Μια συνομιλία της συγγραφέως με τα πολλά κάτοπτρα του εαυτού της. Με εναλλασσόμενες συνειρμικές συνδέσεις (ομοιότητας/διαφοράς/χρόνου) περνά από το παρόν στο παρελθόν και πάλι στο παρόν. Για να κατανοήσει τι άλλαξε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, πόσο λησμονήσαμε την αξία  του ολίγιστου και του "άχρηστου", αλλά γι' αυτό τόσο σημαντικού και σπάνιου. 

Στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής τίποτα το ουσιαστικό δεν συμβαίνει στην επιφάνεια. Κι όμως, άμα διαβάσεις πίσω από τις λέξεις, ανάμεσα στις σιωπές, ένα παλιρροϊκό κύμα εντάσεων, συγκρούσεων, ματαιώσεων, ακατανίκητης ελπίδας για ζωή θα σε συγκλονίσει. Ένα τσουνάμι υγιούς πείσματος των προσώπων να παλέψουν για να ζήσουν σε ένα παρόν καταθλιπτικό, σε μια πόλη που καταπίνει τα όνειρα, που ακυρώνει την ίδια τη ζωή. 

Στιγμιότυπα καθημερινά, κοντινά πλάνα στους ανθρώπους που συχνά προσπερνάμε δίχως να καταδεχτούμε να γυρίσουμε το κεφάλι. Μα η Μαθιουδάκη ξέρει από ποια απόσταση πρέπει να παίρνει τα φλου ή τα πανοραμίκ πλάνα και πώς να χειρίζεται το μοντάζ. Και η τέχνη της φωτογραφίας είναι αυτή που δίνει ντοκιμαντερίστικο συχνά χαρακτήρα στη γραφή. Είναι αυτή που κάνει την αφηγηματικότητα του κειμένου να προσεταιρίζεται πότε το χρονογράφημα, πότε το πεζογράφημα, πότε την αφαιρετική ποίηση. 

Όσο για τη γλωσσική σκευή της Μαθιουδάκη η εξέλιξή της από το πρωτόλειο, τη νουβέλα "Αυτός ο ένας, ο Αρίστος" (Γαβριηλίδης, 2014), είναι αξιοσημείωτη. Με θερμοκρασία φωνής κατά κανόνα θερμή, με συντακτική σειρά εναλλασσόμενη (άλλοτε ορθή, άλλοτε κλονισμένη), με βραχύ αλλά και εκτενές μήκος φράσης, με ύφος προφορικό, διανθιζόμενο από λέξεις ξενικές αλλά και ιδιωματικές, και με εκφραστικά μέσα τη μεταφορά και την παρομοίωση που εκπλήσσουν ευχάριστα. 
Την είχε φάει τη ζωή με την κουτάλα, την ήξερε μέσα κι έξω την ανεργία σαν το ποτό ένα πράγμα, σαν την κακιά συνήθεια που σε τραβάει όλο κάτω και ένα πρωί ξυπνάς και λες θα τον πιάσω τον ταύρο από τα κέρατα και την επομένη βουλιάζεις στου καναπέ τις αράχνες. (σ. 83)
Όταν λίγο αργότερα μπροστά στον καθρέφτη ζωγράφισε και τα βλέφαρά της μ' εκείνο το καινούριο θαλασσί μολύβι και τα έκανε βάρκα και πανί στον ορίζοντα για να τον φτάσουν, να τον προλάβουν, να προλάβει, τότε μόνο κατάλαβε ότι το πέλαγος είναι βαθύ και αλλού αφρίζει και φουρτουνιάζει και αλλού μαυρίζει και σκιρτά και αλλού τρέχει το λουλάκι του για να ξεπλύνει και να ασπρίσει μίλια και μίλια δάκρυ, για να φτάσει να ξεπλύνει και το δικό της που κυλούσε τωραδά βουβά στο μάγουλό της. (σ. 122/3)
Κι όμως τα φώτα άστραψαν παγωμένα σαν τα λεπίδια που περίμεναν στην αποστειρωμένη πράσινη ποδιά. (σ. 79)
Και έτρεχαν τα πόδια της μηχανικά μέχρι το σταθμό, σαν να 'χε καταπιεί κουtάλα στραβή νικελένια. Μπήκε στο τρένο της επιστροφής και είχε σηκωθεί ένας αέρας διαβάτης με σκόνη αφρικανική, ήταν και το φεγγάρι εκεί μπαλόνι και έτρεχε και αυτό πάνω από τις ράγες και τους σταθμούς και είχε βουρκώσει και έτσουζαν τα μάτια και η μύτη της και είχε συννεφιάσει πολύ. (σ. 101)
Οι ηλικιωμένοι αναζητούν τη χειρaψία, σαν τους φαροφύλακες και τους φαντάρους που παν στον κουρέα για να νιώσουν ένα χέρι, να νιώσουν ζωντανοί. Οι επαίτες, πάλι, τη ματιά μας. Σκέτος ο οβολός βροντοκοπά ντροπή - περνάς και δεν κοιτάς. (σ. 19)
Επίπεδη χαλκομανία η καθημερινότητα. (σ. 14) / Στο ταμείο, ξεφτισμένη τώρα η ούγια της χαράς της (σ. 15)

Το πρώτο δείγμα γραφής της Μαθιουδάκη στη μικρή φόρμα είναι ελπιδοφόρο. Αρκεί να το καλλιεργήσει περαιτέρω. Γιατί η μικρή φόρμα είναι δύσκολη και απαιτεί αφοσίωση. Τα διηγήματα "Ποιος το ξέρει", "9/11", "Τα υδραυλικά", "Οι Μπαλαντέρ", "Η αναπηρική", "Το διυλιστήριο" είναι μικρά αριστουργήματα και σίγουρα μπορούν να αποτελέσουν οδηγό για τη συγγραφέα, αρκεί να συγκρατήσει τον εκβιαστικό συναισθηματισμό που επιπολάζει σε -ευτυχώς- ελάχιστα σημεία.

 Διάβασα το βιβλίο με συντροφιά τους ήχους των Anathema.