Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2019

Δειγματικό Κριτήριο στο μάθημα των Νέων Ελληνικών




Κείμενο 1: Το σχολείο «τότε» και «τώρα»
Εισαγωγικό σημείωμα
Ο Νίκος Τσούλιας, εκπαιδευτικός και συγγραφέας, εξετάζει το σχολείο του παρελθόντος και το σχολείο του παρόντος επισημαίνοντας τις διαφορές τους.
Το αλλοτινών καιρών σχολείο ήταν μέσα στην ψυχή μας. Το αγαπούσαμε. Γιατί νιώθαμε ότι θα μάς άλλαζε τη ζωή. Φοβόμαστε το δάσκαλο, αλλά νιώθαμε ότι ό,τι κάνει είναι για το καλό μας και δεν θυμώναμε. Το λατρεύαμε. Γιατί ήταν το μόνο υπαρκτό στοιχείο της ζωής μας που συνδεόταν με τα όνειρά μας και με τις τόσες και τόσες φιλοδοξίες μας. Το προσέχαμε. Γιατί εκεί μαθαίναμε γράμματα και νιώθαμε στης ψυχής μας τα ενδότερα ότι ακονίζουμε τη σκέψη μας, ότι γλυκαίνει η καρδιά μας, ότι απελευθερώνεται το πνεύμα μας, ότι η γλώσσα μας μάς ταξιδεύει σε κόσμους μακρινούς, ότι η ελευθερία της γνώσης συνταίριαζε με τους πιο μυστικούς τόπους της φαντασίας μας.
Πρώτον, το σχολείο του «τότε» ήταν παιδαγωγικο-κεντρικό, ενώ το σχολείο του «τώρα» είναι γνωσιο-κεντρικό. Τα βιβλία και πιο ειδικά τα Αναγνωστικά του παλιού σχολείου αποσκοπούσαν πριν από καθετί στην διαπαιδαγώγηση. Το αξιακό πρόταγμα ήταν πανίσχυρο. Η καλλιέργεια των αξιών ήταν έκδηλη σε κάθε κεφάλαιο, σε κάθε σελίδα μαθήματος. Σήμερα το σχολείο είναι φορτωμένο με γνώσεις που κατατείνουν στην πληροφορία και όχι στην αγωγή. Το ότι συνέβαινε αυτό ή το άλλο ανάμεσα στις δύο εποχές ήταν αποτέλεσμα των επιλογών του συγκείμενου, του όλου πολιτισμικού περιβάλλοντος, των κοινωνικών προτεραιοτήτων.
Δεύτερον, το σχολείο του «τότε» δεν οδηγούσε εύκολα στο Γυμνάσιο, γιατί η Δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν επιλεκτική. Και αυτό έχει την αξία του, γιατί το σχολικό σύστημα και ο δάσκαλος γνώριζε αυτή την απλή πραγματικότητα και έπρεπε να το λάβουν υπόψη τους. Το σχολείο του «σήμερα» οδηγεί σχεδόν όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες στο Γυμνάσιο και σαφώς και στο Λύκειο και ακόμα πιο πέρα. Σήμερα η Δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι μαζική, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για όλα τα επιμέρους σημεία αξιολόγησής της.
Τρίτον, το περιεχόμενο του παλιού σχολείου ήταν μικρότερης έκτασης σε σύγκριση με το σημερινό και δινόταν έμφαση στην εμβάθυνση και στην αφομοίωση. Η έννοια της Βασικής /Γενικής Παιδείας έχει μετασχηματιστεί ανάμεσα στο σχολείο του χθες και του τώρα. Σήμερα η εκμάθηση μάλλον δύο Ξένων γλωσσών είναι συστατικό στοιχείο κάθε μάθησης, αφού έχουμε δημιουργήσει και ένα μικρό φροντιστηριακό σχολείο δίπλα στο θεσμικό σχολείο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το πεδίο των νέων Τεχνολογιών, όπου τα παιδιά προπορεύονται από τους γονείς τους με έναν εντυπωσιακά εύκολο τρόπο.
Ας δούμε και δύο – από τα πολλά – εξωσχολικά στοιχεία που επηρεάζουν σημαντικά όμως την όλη σχολική λειτουργία. Πρώτον, η οικογένεια έχει αλλάξει. Τότε, η οικογένεια ήταν παραδοσιακή και άκρως πυρηνική και υπήρχε η συλλειτουργία όλης της οικογένειας στο φαγητό, στο τζάκι κλπ. Τότε οι παππούδες και οι γιαγιάδες ήταν μέσα στην οικογένεια και αποτελούσαν τις σταθερές αξίες της αφήγησης, της συμβουλής και της αγωγής. Σήμερα η οικογένεια δεν περιλαμβάνει συνήθως τις τρεις γενιές, οι γονείς σπάνια διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους και η συνεύρεση είναι εικονική (κυριολεκτικά και συμβολικά) μέσω της «σύγχρονης εστίας», της τηλεόρασης σε κάθε δωμάτιο και το όλο σκηνικό της τηλεοπτικής σύλληψης του κόσμου λειτουργεί ως αντι-πνευματική τροφός, αφού κυριαρχεί σκόπιμα η χειραγώγηση της ανθρώπινης σκέψης και η βλακεία.
Δεύτερον, το περιβάλλον των παιδιών στο αλλοτινό σχολείο ήταν το φυσικό περιβάλλον και εν μέρει το αστικό. Τα παιδιά γεύονταν τον κόσμο με τις αισθήσεις τους στη φυσική πραγματικότητα. Σήμερα η περιήγηση των παιδιών στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας έχει σχεδόν αφαιρέσει τη φυσική πραγματικότητα και το διαδίκτυο αποτελεί τον μεγαλύτερο παιδότοπο που εμφανίστηκε ποτέ.
Ο κόσμος άλλαξε. Άλλο το σχολείο του «τότε» και άλλο το σχολείο του «τώρα». Υπάρχουν κοινά σημεία, αλλά υπάρχουν και διαφορετικά. Τα διαφορετικά σημεία εισβάλλουν στο σχολείο από το κοινωνικό περιβάλλον και το σχολείο τα υιοθετεί με έναν σχετικό μετασχηματισμό τους.
Ο κόσμος συνεχίζει ν’ αλλάζει. Δεν γίνεται διαφορετικά. Αυτή είναι η ροή της ιστορίας. Το ζήτημα δεν είναι και ποτέ δεν θα είναι αν ο κόσμος θα μένει σταθερός, αλλά αν «περιλαμβάνει» την αυθεντική ζωή του ανθρώπου, τις πραγματικές και διαχρονικές ουμανιστικές αξίες του, τα όνειρα και τις φαντασιώσεις των παιδιών, τις φιλοδοξίες των νέων. Και το σχολείο; Σε κάθε περίπτωση, οφείλει να δίνει τον αγώνα τον καλό, τον αγώνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των κοινωνικών αγώνων, της καλλιέργειας του πνεύματος και της ελευθερίας, της προαγωγής της αγάπης και της γνώσης, της διαρκούς ανάδειξης της παιδείας και της μόρφωσης.
 (Νίκος Τσούλιας, από το διαδίκτυο)

Κείμενο 2: Όταν ο Δάσκαλος βοηθά τον έφηβο να δει διαφορετικά τον κόσμο

Εισαγωγικό σημείωμα
Το κείμενο είναι μια νοσταλγική ανάκληση των μαθητικών βιωμάτων του κριτικού λογοτεχνίας Αλέξη Ζήρα, με αφορμή ένα αφιέρωμα στον Ζακύνθιο δάσκαλό του που έπαιξε, όπως αναφέρει ο ίδιος, καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του: «[…]ήταν από τους λίγους ανθρώπους που με βοήθησαν στο γύρισμα της εφηβείας να αρχίσω να βλέπω διαφορετικά τον κόσμο[…]».

Δεν ήξερα ότι ο Παναγιώτης Μπελούσης, ο παλιός μου δάσκαλος κι ένας από τους λίγους ανθρώπους για τους οποίους δεν έπαψα να παραδέχομαι ότι επηρέασαν βαθύτατα με τη διδασκαλία τους τα ενδιαφέροντά μου, είχε τόσο πολύριζη σχέση με την κοινωνία της Ζακύνθου. Γι’ αυτό και όταν ξεφύλλισα κατά τύχη ένα πρόσφατο τεύχος του περιοδικού Ραπόρτο και τον αναγνώρισα στη φωτογραφία ενός άρθρου, ανακάλεσα αμέσως μια από τις πιο αγαπητές μορφές των πρώιμων νεανικών μου χρόνων. Ασφαλώς και θυμόμουν ότι είχε ζακυνθινή καταγωγή· και να θέλαμε εμείς οι μαθητές του να το αγνοήσουμε τότε, στα πρώτα χρόνια του ΄60, ήταν αδύνατο. Μας το θύμιζε διαρκώς ο σχεδόν μουσικός ρυθμός της ομιλίας του, ο χαρακτηριστικά επτανησιακός. Τα αυθόρμητα ανεβοκατεβάσματα της φωνής του όταν προπάντων χρησιμοποιούσε ιδιωματικές εκφράσεις στις παραδόσεις των φιλολογικών μαθημάτων αλλά και στα πάμπολλα θέματα της τότε πολιτικής επικαιρότητας που δεν παρέλειπε να τα χρησιμοποιεί ως παραδείγματα, για να μας κάνει πιο παραστατική την πεποίθησή του ότι στο βάθος η φύση των ανθρώπων είναι η ίδια. Εννοείται ότι αυτή η σύνδεση του άλλοτε με το τώρα, της αρχαιότητας με τον σύγχρονο κόσμο, των καταστάσεων που περιέγραφαν οι πλατωνικοί διάλογοι ή ο Θουκυδίδης και η μεταφορά τους, μέσω της διδασκαλίας, στην πολιτική κρίση του 1963, είχε το χάρισμα να καταργεί στην εφηβική φαντασία μας την απόσταση αιώνων! Κάτι που αργότερα αντιληφθήκαμε, όσοι το αντιληφθήκαμε, ότι αποτελεί την πεμπτουσία της τέχνης, καθώς η σπουδαία τέχνη μένει πάντοτε νέα και ανοιχτή σε νέα ερωτήματα.
Βοηθούσε σ’ αυτά, το αδιάπτωτο και πληθωρικό, ζακυνθινό χιούμορ του Μπελούση. Τη ζούσε τη διδασκαλία, ή μπορεί την ώρα που δίδασκε να ζούσε αυτό που μας περιέγραφε σαν να ήταν αυτόπτης μάρτυρας! Συνήθως δεν βολευόταν στην καρέκλα· όρθιος ή μισοκαθισμένος στη γωνία του τραπεζιού συνόδευε τα όσα έλεγε με απλωτές κινήσεις των χεριών του, με στιγμές σιωπής όταν κοίταζε αφηρημένα κάπου πέρα, μέσα από το παράθυρο της αίθουσας. Έπειτα, σαν να ξυπνούσε απότομα από ένα παροδικό όνειρο, μας επανέφερε στον παρόντα χρόνο με τη βροντερή φωνή του, προτιμώντας πολλές φορές, σαν εισαγωγή σε όσα σοβαρά ήθελε να πει, να ελαφραίνει την ατμόσφαιρα της τάξης με χωρατά από τη ζωή των επτανήσιων σατιρικών ποιητών ή με ελευθερόστομα αστεία. Δεν τα είχε μόνο στο αίμα του, τα χρησιμοποιούσε και ως μαιευτικούς τρόπους για να μας δείξει ότι το γέλιο είναι ο πιο αποτελεσματικός πρόλογος για να ξελαμπικάρει ο νους και να υποδεχθεί τις σοβαρότερες σκέψεις. […]
Ο Μπελούσης, παρ’ ότι ο πιο ηλικιωμένος απ’ όλους τους διδάσκοντες, μου άρεσε από την αρχή γιατί ακριβώς αδιαφορούσε για τα δεσμά που επέβαλλε η προγραμματισμένη διδακτέα ύλη. Το βιβλίο, γι’ αυτόν τον αφοσιωμένο στον επτανησιακό δημοτικισμό που είχε το χάρισμα να μεταδίδει πέρα από το γράμμα τη συγκίνηση του κειμένου, ήταν πάντοτε η κινητήρια και μόνο αφορμή. […] Γιατί είχε το έμφυτο χάρισμα της διαλογικής και διαλεκτικής επικοινωνίας, το ασκημένο μετά από χρόνια παραμονής στις αίθουσες των σχολείων πάρε-δώσε ανάμεσα στον δάσκαλο και στον μαθητή, που χωρίς αυτή την ανταλλαγή η γνώση (η κάθε γνώση) παραμένει εγκιβωτισμένη και τις περισσότερες φορές απρόσιτη.
Με όλα αυτά θέλω να πω ότι δεν θυμάμαι κάποιον δάσκαλο που να μπορούσε να σαγηνεύει με τον εμπνευσμένο προφορικό του λόγο, όπως ο Μπελούσης. Σε τέτοιο σημείο ώστε η διδασκαλία ας πούμε των Λόγων του Λυσία ή του Επιτάφιου του Περικλέους, όπως επίσης και η διδασκαλία των τραγωδιών να είναι κάτι περισσότερο από ερμηνευτική προσπάθεια. Τον ενδιέφερε ο χυμός τους, η πνοή των κειμένων, αυτό που τα κάνει (αν τα κάνει) ζωντανά και ζωτικά.  Και τούτο γιατί φαινόταν να ζει τα κείμενα ως αξιακό και παραδειγματικό παρόν. Προσανατολισμένος κατά κύριο λόγο στο πώς μπορεί να αποκτήσει ενδιαφέρον για τις δικές μας προσλαμβάνουσες, ένα πανάρχαιο κείμενο, στεγνωμένο από αιώνων φιλολογικές αναλύσεις, ο Μπελούσης ανέπτυσσε ευρηματικούς τρόπους που μόνο ένας παθιασμένος με τη διδασκαλία μπορούσε να εφεύρει. […] Να πω εν τέλει ότι οφείλω στον δάσκαλό μου τον Μπελούση, τα μέγιστα για τα όσα με την πείρα του κατάλαβε σε μένα, συμβουλεύοντάς με για αυτά που θεώρησε πως είναι πλησιέστερα στα ενδιαφέροντά μου.
Να πω ότι παρά την δική μου ισχυρογνωμοσύνη και παρά την εύλογη απόσταση των νοοτροπιών μας, με αντιμετώπισε με την εμπιστοσύνη που χρειαζόμουν εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ας πω, κι ας μη θεωρηθεί υπερβολή, ότι ήταν από τους λίγους ανθρώπους που με βοήθησαν στο γύρισμα της εφηβείας να αρχίσω να βλέπω διαφορετικά τον κόσμο. Πράγμα που δεν ήταν λίγο. 
Ζήρας, Α. (2007). «Ο Δάσκαλός μου, Παναγιώτης Μπελούσης». 
Ραπόρτο Ζακύνθου. τχ. 54. 23.

Κείμενο 3: Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Ν. Καζαντζάκη, «Αναφορά στον Γκρέκο»
Στην Τρίτη Τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τ’ αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:
Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.
Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.
Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:
Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!


 ΘΕΜΑΤΑ

ΘΕΜΑ Α
Να παρουσιάσετε συνοπτικά σε ένα δικό σας κείμενο περίπου 100 λέξεων το παιδαγωγικό πορτρέτο του Μπελούση σαν να επρόκειτο να το παρουσιάσετε στη σχολική σας τάξη.

Εναλλακτικά
Στο κείμενο 1 ο συγγραφέας στις παραγράφους 2-4 συγκρίνει το σχολείο τού χθες με το σχολείο τού σήμερα. Αποδώστε περιληπτικά αυτές τις διαφορές σε ένα δικό σας κείμενο 70-80 λέξεων.
(Μονάδες 10)
ΘΕΜΑ Β
Β1. Επιλέξτε (Σ) ή (Λ) και δικαιολογήστε τις επιλογές σας με βάση το κείμενο 3:
α. Τα παιδιά ενοχλούνταν από τις φωνές του δρόμου.
β.  Ο δάσκαλος μιλούσε αποκλειστικά θεωρητικά για την αξία της καθαριότητας.
γ. Η διδασκαλία της γλώσσας γινόταν τυπολατρικά.
δ.  Ο διάλογος ήταν η κύρια διδακτική μέθοδος.
ε. Ο δάσκαλος ασκούσε σωματική βία στα παιδιά.
(Μονάδες 15)
Β2. α) Στα κείμενα 1 και 3 χρησιμοποιείται το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Γιατί το επιλέγουν οι συγγραφείς; (7 μον.)
β) Παρατηρήστε τον βασικό τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται οι περισσότερες παράγραφοι του κειμένου 1. Ποια πρόθεση του συγγραφέα εξυπηρετεί ο συγκεκριμένος τρόπος; (8 μον.)
(Μονάδες 15)

Β3. Στην τελευταία παράγραφο του κειμένου 3 («Μια μέρα… το δάχτυλο») να βρείτε: α) τρεις εικόνες (μια οπτική, μια ακουστική, μια οσφρητική) και β) μια μεταφορά (10 μον.) και να εξηγήσετε τη λειτουργία τους. (5 μον.)
(Μονάδες 15)
ΘΕΜΑ Γ
Να συγκρίνετε τα κείμενα 2 και 3 ως προς:
α) την πρόθεση των δημιουργών τους·
β) τη συμπεριφορά των δασκάλων απέναντι στα παιδιά.
(συνολική ανάπτυξη 200 περίπου λέξεων)

Εναλλακτικά
Το κείμενο 3 ολοκληρώνεται με τη φράση ενός παιδιού:
Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!
Να αναπτύξετε σε ένα δικό σας κείμενο 150 περίπου λέξεων το περιεχόμενο του παραπάνω αποσπάσματος.
(Μονάδες 15)
ΘΕΜΑ Δ
Αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα 1 και 2, να παρουσιάσετε σε ένα κείμενο 400 περίπου λέξεων που προορίζεται για τη μαθητική σας εφημερίδα, τις προσδοκίες που έχουν οι σημερινοί μαθητές από τους δασκάλους τους και τις προσδοκίες των δεύτερων από τους πρώτους.
 (Μον. 30)

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019

Η τελευταία πτήση


Μαρία Τζαρδή
Η τελευταία πτήση
Εύμαρος, 2018


Της Ελένης Πατσιατζή

«Τελευταία πτήση», ο τίτλος του νέου βιβλίου της Μ. Τζαρδή. Όπως και στο προηγούμενό της,  με τίτλο «Εξορία είναι η επιστροφή», έτσι και στο πρόσφατο βιβλίο της η Τζαρδή έχει ευτυχήσει να μην έχει μόνο εξαιρετικά ενδιαφέροντες τίτλους αλλά και εξαιρετικά, από άποψη αισθητικής, εξώφυλλα  που μας προϊδεάζουν θετικά καλώντας μας να προβληματιστούμε και να συνταξιδέψουμε αναγνωστικά. Το βιβλίο μάς καλωσορίζει με ένα motto του Ντύλαν Τόμας: «Ο ψευτοήλιος και ο ήλιος λάμπουν στον ίδιο ουρανό μαζί με τη σπασμένη σελήνη». Θέλω να συγκρατήσουμε αυτούς τους στίχους καθώς αποτελούν «κλειδί» για την ανάγνωση και ερμηνεία του βιβλίου.


Το προηγούμενο βιβλίο της ήταν μια συλλογή διηγημάτων με έντονο το φουτουριστικό, δυστοπικό αλλά και το πολιτικό στοιχείο. Αυτή τη φορά, η συγγραφέας δοκιμάζει να εντάξει τα συγκεκριμένα στοιχεία σε μεγαλύτερη αφηγηματική φόρμα. Μας προτείνει το βιβλίο ως «νουβέλα/ μυθιστόρημα». Αυτή η διαχωριστική  κάθετος δείχνει πόσο πορώδη είναι, τελικά, τα όρια αυτών των δύο ειδών στη σύγχρονη πεζογραφία. Αν με ρωτούσε κάποιος/α, θα το κατέτασα στο «μυθιστόρημα», με κριτήριο το πολυπρόσωπο και πολυσύνθετο του κειμένου, καθώς κατορθώνει να δημιουργήσει με επιτυχία ένα δικό του αυτόνομο σύμπαν. Ωστόσο, σέβομαι την επιλογή και της νουβέλας, με μόνο, όμως, κριτήριο, τον αριθμό των λέξεων, ένα κριτήριο σαφώς φορμαλιστικό, άρα και περιοριστικό.

Το κοινό στοιχείο ανάμεσα στις δύο συγγραφικές προτάσεις της είναι η διαρκής προσπάθεια της Τζαρδή να αναδείξει, μέσω της γραφής,  τη ρευστότητα του χρόνου, του κοινωνικού γίγνεσθαι, της ίδιας της ύπαρξης εντέλει. Παρελθόν-παρόν-μέλλον συμφύρονται διαρκώς. Τεχνολογικές εξελίξεις συνυπάρχουν με τις προσωπικές αντιστάσεις σε καθετί που θέτει σε αμφισβήτηση την ανθρώπινη υπόσταση και την αξιοπρέπειά της. Η συγγραφέας δημιουργεί ένα λογοτεχνικό σύμπαν σαφώς φουτουριστικό,  τόσο οικείο όμως, που μοιάζει με το πρόσφατο παρελθόν μας αλλά και όσα ήδη ζούμε. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα ενός πολύ κοντινού μέλλοντος είναι  διαρκώς παρόντα στο κείμενο (αεροχήματα, βιντεόφωνα) αλλά όλα παραμένουν ίδια στον πυρήνα τους (ο έρωτας, η φιλία, η συγκίνηση της επαφής με την τέχνη, η ανάγκη να ανάψεις ένα τσιγάρο κάθε φορά που νιώθεις ασφυκτική πίεση από όσα συμβαίνουν ερήμην ή εν αγνοία σου). Όλα είναι αλλιώς κι όλα ίδια στο σκηνικό που στήνει με επιδεξιότητα. Αν αναζητήσουμε την ατμόσφαιρα του βιβλίου θα διαπιστώσουμε πως παντού κυριαρχεί το λευκό του χιονιού -και του θανάτου-, όλα είναι "παγωμένα", όπως και ο χρόνος όταν όλα μένουν στάσιμα ή όταν συμβαίνουν καταστάσεις που μας προκαλούν τρόμο ή δέος.

Αυτή τη φορά, ήρωές της είναι μια ομάδα φίλων και συνεργατών ενός ραδιοφωνικού σταθμού. Με αφορμή τον σταθμό αυτό και τις εκπομπές του, ακολουθούμε τα μουσικά μονοπάτια  στα οποία μας οδηγεί η συγγραφέας αλλά και τις πολιτικές εξελίξεις στη δυστοπική, πολυπολιτισμική, πανοπτική, με τη φουκοϊκή έννοια, κοινωνία όπου εκτυλίσσεται η δράση. Κοινωνικές ανισότητες, περιοχές γκέτο, αστυνόμευση, πειθάρχηση, κυριαρχία ευγονικής αλλά και διαρκείς οι επισημάνσεις της πως ο κόσμος αυτός δεν είναι μακρινός, είναι ήδη εδώ. Ήταν εδώ και παλιότερα. Το σκηνικό, τελικά, είναι μια κοινωνία υπό επιτήρηση, όπως μας  την έχει περιγράψει ο Φουκό αλλά και ο Αγκάμπεν, δηλ. μια κοινωνία πειθάρχησης των σωμάτων, όπου κανείς δεν μπορεί να ορίσει ούτε τη ζωή ούτε το θάνατό του. Από τη μια, ζωές «άξιες» να βιωθούν,  σε προνομιούχες περιοχές και από την άλλη ζωές «ανάξιες», «ζωές γυμνές», θα τις ονόμαζε ο Αγκάμπεν,  σε περιοχές υποβαθμισμένες, όπου οι παρίες του συστήματος ζουν με επιδόματα και διαρκή αστυνόμευση. Οι περιοχές γκέτο, όπως περιγράφονται, θυμίζουν έντονα και τις φουκοϊκές ετεροτοπίες, συγκεκριμένα τις ετεροτοπίες απόκλισης . Στρατόπεδα εγκλεισμού των διαφορετικών, των Άλλων. Σε αυτό το δυστοπικό σκηνικό, η μουσική και οι φιλίες αποτελούν όχι μόνο τρόπους  διαφυγής αλλά και επιβίωσης. Τρόπους διατήρησης της ανθρωπινότητας.  Όπως ακριβώς συμβαίνει ήδη, σήμερα.

Η παρέα του ραδιοφωνικού σταθμού καλείται να αντιμετωπίσει μια μεταβατική περίοδο πώλησης της επιχείρησης αλλά και εξαφάνισης του προηγούμενου ιδιοκτήτη και δημιουργού του σταθμού. Μια περίοδο ξαφνικής "κρίσης". Η εξαφάνιση του Φίλιππου αλλάζει τις ισορροπίες και δημιουργεί παράλληλα και μια ατμόσφαιρα μυστηρίου που διατρέχει την αφήγηση. Ο Φίλιππος, διαρκώς απών αλλά και παρών είναι εκείνος που ξεκινά (;) για την «τελευταία πτήση». Τι είδους πτήση είναι αυτή; Προσπάθεια απεγκλωβισμού από μια κοινωνία καταστροφής; Προς ποια κατεύθυνση; Τι μπορεί να σώσει έναν άνθρωπο που αισθάνεται ότι όλα γύρω του καταρρέουν; Η φυγή; Εάν ναι, φυγή προς τα πού; Μπορεί να είναι το παρελθόν και οι μνήμες ο  νέος προορισμός; Μήπως ο θάνατος; Είναι νεκρός ο Φίλιππος ή ήταν ήδη νεκρός επειδή δεν μπορούσε να προσαρμοσθεί και να βρει νέα νοήματα στις συνεργασίες και στις ανθρώπινες σχέσεις; Εννοείται πως δεν θα δώσω απάντηση. Στο βιβλίο είναι  διαρκείς οι στοχαστικές αναζητήσεις για το τι είναι αληθινό και τι είναι παιχνίδι του μυαλού. Τι συνιστά ζωή και τι μπορεί να σημαίνει πορεία προς τον  θάνατο. Ερωτήματα τίθενται διαρκώς. Σε ποιο βαθμό ορίζουμε το παρόν και το μέλλον μας αλλά και τις μνήμες του παρελθόντος μας; Πώς καθορίζεται το πλαίσιο μιας "ανάξιας" ζωής; Οι ήρωες και οι ηρωίδες κινούνται  σε λαβύρινθους του μυαλού αναζητώντας ένα εξαφανισμένο πρόσωπο που μάλλον είναι το δικό τους. Μόνες σταθερές τους η τέχνη (η μουσική, εν προκειμένω αλλά και η λογοτεχνία) και τα αγαπημένα πρόσωπα. Όπως όλων μας, εδώ που τα λέμε. Προφανώς, πρόκειται για κείμενο που αγγίζει μείζονα ζητήματα της ύπαρξης, μια λογοτεχνική προσέγγιση της ανθρώπινης κατάστασης, ιδίως μια απόπειρα προσέγγισης του φαινομένου του θανάτου. Διαρκείς οι αλληγορίες και οι αναφορές σε απόπειρες ερμηνείας ψυχικών φαινομένων.

Όλα τα προηγούμενα δείχνουν πόσο δύσκολο είναι να εντάξεις το συγκεκριμένο βιβλίο σε ένα σαφώς προσδιορισμένο λογοτεχνικό είδος. Έχει στοιχεία που παραπέμπουν στη μυθοπλασία της επιστημονικής φαντασίας, της αστυνομικής λογοτεχνίας, στοιχεία υπαρξιακά αλλά και της λογοτεχνίας που θα μπορούσαμε  να χαρακτηρίσουμε αβίαστα ως «πολιτική». Θα σταθώ ιδιαίτερα στο πολιτικό σκέλος του βιβλίου. Ας μην ξεχνάμε πως η λογοτεχνία έχει διττή φύση. Δεν συνιστά μόνο καλλιτεχνική έκφραση αλλά είναι και φορέας κοινωνικών και πολιτικών αντιλήψεων. Η Τζαρδή συνταξιδεύει με τον ήρωά της και τους αναγνώστες της σε ένα διαρκές ταξίδι αυτογνωσίας με τελικό προορισμό τον θάνατο (ο θάνατος υπονοείται, άλλωστε,  ήδη από τον τίτλο). Δεν αποφεύγει τα δύσκολα, αναμετράται μαζί τους και δεν ακολουθεί ένα κυρίαρχο, πλέον, ρεύμα της σύγχρονης πεζογραφικής παραγωγής που κυριαρχείται από ντοπιολαλιές και νοσταλγικές μνημονικές καταθέσεις γύρω από την παιδική ηλικία. Οι ήρωές της είναι ενήλικοι ή προσπαθούν να διαβούν το επώδυνο κατώφλι της ενηλικίωσης, της αναμέτρησης δηλαδή με τον εαυτό τους και την πραγματικότητα. Να αντέξουν την ύπαρξή τους. Αναζητούν απεγνωσμένα να διακρίνουν ποιος είναι ο «ήλιος» και ποιος ο «ψευτοήλιος», που αναφέραμε νωρίτερα, όταν όλα γύρω καταρρέουν και η «σελήνη είναι σπασμένη.  Ο στίχος του Ντύλαν Τόμας, δεν μας υποδέχεται τυχαία στην αρχή του βιβλίου.

Οι προσωπικές κρίσεις, οι επαγγελματικές, οι ηλικιακές αλλά και οι κοινωνικές συνυφαίνονται μέσα στο κείμενο μέσα από ποικίλες αφηγηματικές τεχνικές (εναλλάσσεται η τριτοπρόσωπη αφήγηση με την πρωτοπρόσωπη, ενώ οι διάλογοι δίνονται μέσα από μια γλώσσα κοφτή, ασθματική με πολλές αναγωγές σε ποιητικά αποσπάσματα που σηματοδοτούν τους κώδικες επικοινωνίας των φίλων). Άκρως ενδιαφέροντα και τα παρένθετα μέρη, όπου οι φιλοσοφικές αναφορές εμπλουτίζουν το κείμενο. Πιο συγκεκριμένα, στην αφήγηση παρεμβάλλονται σημεία προσωπικού στοχασμού όπως: «Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν πρέπει να γράφεις αυτά που ζεις ή αν πρέπει να ζεις αυτά που γράφεις. Στην πραγματικότητα νομίζω ότι μόνο ζω ή μόνο γράφω. Δεν υπάρχει λοιπόν ούτε ψυχή ζώσα σε αυτήν την Απόλυτη Έρημο;» Η ίδια η συγγραφέας απαντά με το έργο της. Υπάρχουν ψυχές σε αυτή την έρημο κι όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο: «Για να προχωρούμε μέσα στις ερημιές τραγουδώντας» (στίχος του Bruce Chatwin που συναντάμε και  στην αρχή αλλά και στο τέλος του βιβλίου) κι αποτελεί άλλο ένα «κλειδί» ερμηνευτικής προσέγγισης.

Τελικά, αυτό που μας προτείνει η Τζαρδή, είναι να "τραγουδάμε" με τη βοήθεια των στίχων, να "προχωρούμε", να συνεργαζόμαστε, να υπερασπιζόμαστε τον Άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του με κάθε τρόπο - ένας από όλους είναι και ο λογοτεχνικός με τις υπέροχες αλληγορίες του- ώστε, όποτε κι αν ξεκινήσουμε για την «τελευταία  πτήση» του ο/η  καθένας/ μία, να έχουμε προηγουμένως ζήσει μια αξιοβίωτη ζωή.