Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

Tο φιλοδώρημα



- Σήμερα θα γίνει.
- Καλή αντάμωση, του είπε ο Ανδρέας από την άλλη άκρη της γραμμής. Ο μεγάλος αδελφός του. Μιλούσαν κάθε μέρα. Ήταν ο μόνος στον οποίον εμπιστευόταν τα πάντα. Ανδρέα κείνο, Ανδρέα τ’ άλλο. Άλλον δεν είχε. Κι ας έλειπε μακριά, κι ας μην τον είχε δει ποτέ.
Ο Χ. έκλεισε το τηλέφωνο. Πάντα αγαπούσε τα δώρα. Να δίνει. Σπάνια δεχόταν.

Δεχόταν μηνύματα. Πολλά. Για τη μάνα του, αν τις δει; Από συμμαθητές. Τις φωτογραφίες.

Συμμαθητές τον στρίμωξαν τις προάλλες στις τουαλέτες και τον αβγούλωξαν. Έτσι μιλούσαν μεταξύ τους –συνθηματικά, χωριάτικα. Όταν τελείωσαν, του άφησαν και φιλοδώρημα. Ένα αβγό στο στόμα. «Αν σπάσει» τον προειδοποίησαν «την έβαψες».

Σπασμένος το ’βαλε στα πόδια. Βιαζόταν. Ο πόνος ανυπόφορος κύκλωνε την καρδιά του. Έπρεπε να το ετοιμάσει. Το έσχατο δώρο, το πιο μεγάλο, στον εαυτό του. Η ελευθερία. Το τέλος, η αρχή. Η αρχή του τέλους.

Χθες το μεσημέρι που γύρισε από το σχολείο, οι γονείς του είπαν να το ξεματιάσουν το παιδί με λίγο λαδάκι στα μαλλιά. Τους φάνηκε χλωμό. Με μπλάβα μάτια. Ταλαιπωρημένο. Είπαν και τη γνωστή ευχή. Τον σταύρωσαν στο μέτωπο. Αργά το βράδυ σταυρώθηκαν στον καβγά. Για τη φωτογραφία που της έστειλαν στο κινητό. «Φιλοδώρημα» έγραφαν «το αβγό. Για το αβγόκομα». Οι φίλοι του γιου της. Ακούς εκεί; Οι φίλοι του μονάκριβού της! Ολόκληρο αβγό. Πάγωσε.

Παγωμένος τους άκουγε. «Σκασμός» της είπε εκείνος σε μια στιγμή. «Το μπάσταρδό σου θα μας ξεφωνίσει στο χωριό».
- Μα…
- Δεν έχει μα!

Φίλησε σταυρό, έκλεισε τα αφτιά και κουκουλώθηκε.

Κουκουλωμένο τον βρήκαν. Την άλλη μέρα ούτε σταγόνα λάδι στο μπουκάλι. Καπνός. Πηχτός. Κάρβουνο. Με το φιλοδώρημα στο στόμα και το λάδι από το καντήλι της ζωής του σωσμένο.

Δ.Χ., Πειραιάς, 4/3/15

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Σαν το φεγγάρι...



 της Ελένης Πατσιατζή

Σημάδια για το δρόμο, Εύα Νεοκλέους, Ακτίς, 2015

Με την πρώτη της ποιητική συλλογή η Εύα Νεοκλέους μάς συστήνεται ως μια εξαιρετικά λεπταίσθητη ποιητική φωνή και μας καθιστά κοινωνούς της προσωπικής της διαδρομής μέσα από τα «σημάδια»- ποιήματα που μας παραθέτει για να την ακολουθήσουμε. Η διαδρομή αυτή κινείται με χαρακτηριστική τρυφερότητα κι ευαισθησία γύρω από ένα όλο και πιο απόμακρο «Εσύ», προς μια ομιχλώδη Ιθάκη που δίνει μεν το «ταξίδι» αλλά αρνείται πεισματικά να γίνει το αραξοβόλι. Τα ποιητικά «σημάδια» τα ακολουθούμε κι εμείς πορευόμενοι από την ελπίδα και τον ενθουσιασμό των πρώτων συναντήσεων (όταν το ερωτικό φως αρχίζει να αχνοφέγγει, όπως το φως του φεγγαριού στη φάση της γέμισής του), στην πλήρη υπέρβαση του εγώ (όταν ο έρωτας γίνεται  φεγγάρι ολόγιομο και καταυγάζει τον ουρανό της ύπαρξης) αλλά και στη σταδιακή κι αναπότρεπτη φθορά που επιφέρει η ματαίωση και το ανεκπλήρωτο (όταν όλα αρχίζουν σταδιακά να σκοτεινιάζουν μέχρι την τελική έκλειψη του φεγγαριού). Η επιλογή του συγκεκριμένου, προσεγμένου εξώφυλλου είναι εύγλωττη για τις προθέσεις της ποιήτριας και τη διασύνδεση της πορείας του φεγγαριού με τον μοναχικό δρόμο. Δεν είναι όμως μόνο το εξώφυλλο εξαιρετικά προσεγμένο. Όλη η συλλογή δομείται με αξιοσημείωτη μαεστρία.

Το ποιητικό ταξίδι ξεκινά με την «Ομολογία» του ποιητικού υποκειμένου για τα συναισθήματά του. Ο πρώτος κύκλος περιλαμβάνει ποιήματα γεμάτα ερωτική προσμονή κι ελπίδα για εσωτερική πλήρωση μέσω της συνάντησης με το σιωπηλό κι απόμακρο «Εσύ». Το ποιητικό σύμπαν καταυγάζεται από φως και η ζωή νοηματοδοτείται από μνήμες ερωτικών συναντήσεων.

Όνειρα
Μετρούσα τα φεγγάρια και σε πρόσμενα
χάραζα πινελιές στα σύννεφα
να’χεις σημάδια για το δρόμο
καλόπιανα τις νύχτες να γλυκάνουνε
να μη φοβάσαι το σκοτάδι.
[…]
Ωστόσο, παράλληλα με την ελπίδα συνυπάρχει η συνειδητοποίηση των εμποδίων. Ο Έρωτας–Ιθάκη διαρκώς απομακρύνεται. Τα «Όνειρα» διαψεύδονται από πολλαπλές «Ανατροπές» και αρχίζει η σταδιακή πτώση στην πεζότητα της καθημερινότητας και η συνακόλουθη υπαρξιακή σκοτεινιά.


Ανάμεσα σε δυο φεγγάρια
Αόρατοι φόβοι
μικροσκοπικές βελόνες
εισχωρούν αργά
και με τρυπάνε…
Ανάμεσα σε δυο φεγγάρια
παρεμβάλλονται οι σιωπές
του νεκρού χρόνου και η προσμονή του ανέλπιστου…
Στον β΄ κύκλο το ποιητικό υποκείμενο βιώνει επώδυνα αλλά και με αξιοπρέπεια την απομάκρυνση και τη σιωπή. Η  μνήμη γίνεται ο αχώριστος σύντροφος και οι στίχοι αποκτούν εξαιρετική πυκνότητα χωρίς όμως να χάνουν την ευαισθησία και τη φρεσκάδα τους.

Η γεωγραφία των αποστάσεων
Πρακτικά είναι αδύνατο
να ξεπεράσω την απόσταση.
Μέχρι σε σένα, ωκεανοί χιλιάδες…

Ήταν ανάγκη να επιστρατεύσεις
τόση γεωγραφία;


Στον  γ΄ κύκλο  κυριαρχεί η οριστική διάψευση των ελπίδων αλλά και η αξιοπρεπής αποδοχή μιας μοναχικής διαδρομής χωρίς μεμψιμοιρία, παραίτηση ή διάθεση μνησικακίας ή εκδικητικότητας . Η ποίηση γίνεται καταφύγιο, νάρκης του άλγους δοκιμή και μας δίνει εξαιρετικούς στίχους όπως οι παρακάτω:

Ματαιώσεις
Κάθε πρωί τακτοποιώ επιμελώς
τα ματωμένα μου όνειρα
φιλοτεχνώ με προσοχή το κατάλληλο φόντο
και τα φωτογραφίζω.
Το βράδυ τοποθετώ τις φωτογραφίες
στο ράφι με τα αζήτητα
κι ύστερα εκτελώ με ευλάβεια
μια-μια τις ματαιώσεις μου.

Με προσοχή
να μην αφήσω ίχνη…

Τα ίχνη όμως είναι εκεί, σημάδια του ποιητικού της δρόμου. Ενός δρόμου σφραγισμένου από τρυφερότητα συνδυασμένη με δύναμη απαντοχής, από ευγένεια και ψυχική γενναιοδωρία συνδυασμένη με το θάρρος της εξομολογητικής διάθεσης. Τα εκφραστικά μέσα είναι απέριττα, ένδειξη ουσιαστικής κι επίπονης εργασίας πάνω στο ποιητικό υλικό. Τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από άποψη τεχνικής η συλλογή αυτή χαρακτηρίζεται από εντιμότητα. Αισθημάτων όσο και μέσων.

Η συλλογή κλείνει με ένα -ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός- συνταρακτικό ποίημα εκτός του κλίματος όσων προηγήθηκαν, με τίτλο «Εκ βαθέων». Και εδώ έχουμε μια de profundis εξομολόγηση, κι εδώ υπάρχει ένα «Εσύ» προς το οποίο απευθύνεται το ποιητικό υποκείμενο και εδώ η Απουσία είναι εμφανής. Στο τελευταίο ποίημα το «Εσύ» όμως είναι η Μητέρα. Η Απουσία είναι καταλυτική και οριστική. Η συντριβή μέγιστη. Η υπόσχεση συνάντησης με μιαν εκπληκτική στη δύναμή της εικόνα είναι η ολοκλήρωση μιας ποιητικής συλλογής υποδειγματικά δομημένης, συνεπούς στις προθέσεις της και συγκινησιακά φορτισμένης γύρω από τα πιο ευγενή αισθήματα της ανθρώπινης ύπαρξης:

Θα ξανάρθω μάνα…
σίγουρα θα ξανάρθω.
Και θα ’μαι ίδια φως

σαν το φεγγάρι…


Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Ένα ζευγάρι στον χρόνο




Είμαι παντρεμένη τριάντα χρόνια με τον ίδιο άντρα. Μένω στο ίδιο σπίτι από τότε που γνωριστήκαμε. Ένα σπίτι με αυλή και κήπο. Απ’ τα ελάχιστα στην περιοχή που σώθηκαν και δεν δόθηκαν αντιπαροχή. Σ’ αυτό έζησαν επί πενήντα συναπτά έτη και οι γονείς του. Χάθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα. Οι σωροί τους δεν βρέθηκαν. Γι’ αυτό κ’ εμείς ποτέ δεν πετάξαμε. 

Κουράζομαι πολύ εσχάτως και δεν αντέχω να περπατήσω ούτε μέχρι το μοναδικό περίπτερο που βρίσκεται σε απόσταση δύο τουλάχιστον χιλιομέτρων από το σπίτι. Να ’ναι καλά η Άννα. Μου φέρνει στα κρυφά τα άφιλτρα που δεν αποχωρίζομαι ποτέ. Η Άννα και τα τσιγάρα, η μόνιμη συντροφιά μου.

Ο άντρας μου δεν τρώει καλά τους τελευταίους μήνες και ολοένα χάνει βάρος. Κι αυτό αποτελεί σίγουρα είδηση. Αρταίνω το φαγητό του με ζαφορά που του αρέσει. Μάταια. Μπας και αποφάσισε να κάνει ξαφνικά δίαιτα; Ανησυχώ με την κατάστασή του. Τον παρατηρώ κάθε μέρα. «Μήπως είσαι άρρωστος;» τον ρωτώ με δισταγμό, γιατί πάντα νευριάζει όταν τον κανακεύω. «Καλύτερα κοίτα τον εαυτό σου και το αποστειρωμένο σπίτι σου» μου κάνει απότομα, αφήνει ανέγγιχτο το φαγητό του και εξαφανίζεται. Α, ρε Ματίνα, λέω συχνά στον εαυτό μου, σουρωτήρι που περνάει το νερό κατάντησες. Τρύπια από παντού.

*

Θυμάμαι ένα καλοκαίρι την αλλόκοτη συνήθειά σου να φυλακίζεις σφίγγες σ’ ένα μπουκάλι με λίγη πορτοκαλάδα. Τότε δεν καταλάβαινα· τώρα ξέρω. Έβαζες στοίχημα πότε θα ψοφήσουν. Τις χάζευες με τις ώρες πώς περιστρέφονταν μέσα στον γυάλινο χώρο, πότε πάνω πότε κάτω, πώς χτυπιούνταν απεγνωσμένα στα τοιχώματα και στον πάτο. Συνωστίζονταν στο πώμα αλλά δεν μπορούσαν να βρουν διέξοδο. Και γέλαγες, όπως ποτέ δεν σε είχα ακούσει να γελάς. Κι όταν σωνόταν το οξυγόνο, αυτές μία μία έπεφταν νεκρές με τα ποδαράκια τους σε στάση ικεσίας. Κ’ εγώ έκλαιγα και σε παρακαλούσα να σταματήσεις αυτό το άθλιο σπορ. «Κοίτα τη δουλειά σου» μου ’λεγες απότομα και συνέχιζες κάθε απόγευμα την ίδια απάνθρωπη απασχόληση. 
*

‘Μαρμαρόλαιμη’ με φώναξες για πρώτη φορά τότε στο Πήλιο, επειδή ο λαιμός μου σου φάνηκε πιο λευκός και από το χιόνι. Τι λέξεις σκαρφιζόσουν; Ο ποιητής μου, έλεγα. Το πρώτο που αγάπησα σε σένα ήταν ο γραφικός σου χαρακτήρας. Ναι, μην σου κάνει εντύπωση. Ήσουν ο πρώτος άντρας που γνώρισα και έκανε τόσο όμορφα γράμματα. Μα πιο πολύ θυμάμαι πώς έβαζες με το κλαράκι τους τόνους και τα πνεύματα πάνω στις χαραγμένες στο χιόνι λέξεις. Εκείνα τα σημαδάκια πάνω από τα φωνήεντα. Όμορφα καπελάκια που στόλιζαν μοναδικά το «σ’ ἀγαπῶ». Απόστροφος, ψιλή, περισπωμένη. «Η απόστροφος», μου είχες πει τότε, «μας υπενθυμίζει αυτό που πρέπει να χάσουμε, ό,τι τέλος πάντων αφήνουμε πίσω μας, για να γίνει καλύτερη η ζωή μας». Κάπου στην πορεία, βέβαια, ξεχάσαμε για τα καλά και τους τόνους και τα πνεύματα και η ζωή μας έγινε μονότονη. Τα τελευταία χρόνια απομείναμε τόσο άτονοι και μόνοι. Και αυτό δεν αντέχεται, Νίκο. Τ’ ακούς αγάπη μου;

*

Τα χρόνια θα κυλήσουν γρήγορα. Η γυναίκα σηκώνεται και κάνει πως φεύγει. «Πού πας;» θα τη ρωτήσει. «Επιστρέφω σε λίγο, καλέ μου» θα του πει. Θ’ ανοίξει την τουαλέτα και θα φέρει τα απαραίτητα σύνεργα. Θα τον πλησιάσει από πίσω. Εκείνος δεν θα την αντιληφθεί. Η ανάσα της στο αφτί του. Θα κοιτάξει αλλού ξαφνιασμένος. Αυτή θα σκύψει ευλαβικά και θα του κόψει τα νύχια των χεριών και των ποδιών. Ένα ένα. Αυτός θα αφεθεί στις περιποιήσεις της σαν μωρό παιδί. Δεν θα πει τίποτα. Τα μάτια του καρφωμένα στον καθρέφτη. «Πονάω» θα της πει δειλά, σχεδόν ψιθυριστά. Αυτή θα τελειώσει με επαγγελματικό τρόπο τη δουλειά της σαν καλή μανικιουρίστρια και θα σκορπίσει τα υπολείμματα στο πάτωμα. Αργότερα θα τα μαζέψει και θα τα φυτέψει στον κήπο. Έτσι για γούρι. 

Σε λίγο χαράζει. Ένα ουράνιο τόξο αγκαλιάζει σαν φωτοστέφανο το σπίτι. Κανείς από τους δυο τους όμως δεν αποφασίζει να πάει πρώτος για ύπνο. Φοβούνται. Η γυναίκα θα σύρει αργά και με κόπο τα πόδια της στην κουζίνα και θα φέρει ζεστά συμιακά ακούμια και δυο κούπες αχνιστό καφέ. Είναι πεινασμένοι. Κοντεύουν τα ενενήντα κι ακόμα πεινάνε. Ο ήλιος, ποτάμι αφρισμένο, θα ξεχυθεί στο σπίτι. Την ταΐζει και τον ταΐζει. Οι πίτες σώνονται και τα φλιτζάνια αδειάζουν. 
 (Δ.Χ. - αδημοσίευτο)

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Χρήστος Οικονόμου, "Η γυναίκα στα κάγκελα" (Ελληνικά Γράμματα, 2003)




Η περίπτωση του Χρήστου Οικονόμου στην ελληνική πεζογραφία είναι ιδιαίτερη. Για τους περισσότερους παρουσιάστηκε σαν "κομήτης" τον Μάρτιο του 2010 όταν από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του «Κάτι θα γίνει, θα δεις» (είχε προηγηθεί η εξαιρετική μετάφρασή του στον «Κλέφτη του στρατοπέδου» του Τομπάιας Γουλφ). Βραβεύσεις, μεταφράσεις, συνεχείς επανεκδόσεις, τιμητικές διακρίσεις, πάμπολλες βιβλιοπαρουσιάσεις, συγκρίσεις με ιερά τέρατα του λόγου πέραν του Ατλαντικού… Μέχρι που κυκλοφόρησε το «Καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα» τον Οκτώβρη του ’14, για να καταστήσει επάξια τον Οικονόμου τον αντιπροσωπευτικότερο συγγραφέα της γενιάς του.

Κι όμως ο Χρήστος Οικονόμου πρωτοεμφανίστηκε το 2003 με τη συλλογή διηγημάτων «Η γυναίκα στα κάγκελα» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), κείμενα καλοδουλεμένα από τον 30χρονο τότε συγγραφέα. Ο υπογράφων θεωρεί πολύ σημαντική αυτή τη συλλογή, αν και κατάφωρα αδικημένη από την επίσημη κριτική. Ανατρέχοντας στη βάση της biblionet και στην google δεν βρήκα ούτε μια απλή παρουσίαση. Η έλλειψη αυτή, αφενός, με προβλημάτισε για το αν τελικά η κριτική επιτελεί σωστά τον ρόλο της, να φέρνει δηλαδή στο φως καινούργιες και πρωτότυπες γραφές, και, αφετέρου με ώθησε να καταγράψω τις εντυπώσεις μου για ένα βιβλίο το ίδιο αξιόλογο με τα υπόλοιπα του Χρήστου Οικονόμου, αν και πρωτόλειο, αποτίοντας –κατά κάποιον τρόπο- φόρο τιμής σ’ έναν στυλίστα συγγραφέα.

Ο Οικονόμου παρουσιάζεται ολοκληρωμένος συγγραφέας με τα δώδεκα αυτά διηγήματα μικρής έκτασης  (σημειωτέον, είναι πλέον δυσεύρετα) που έχει αποκρυσταλλώσει το προσωπικό του ύφος γραφής. Όλα εκείνα τα στοιχεία που επαινέθηκαν κατά κόρον στις δύο επόμενες συλλογές του ανιχνεύονται και στα πρωτόλειά του. Υπαρξιακή κοψιά, υποβλητικότητα, στοχαστικότητα, ρεαλισμός αρτυμένος με ποιητικότητα στη γλώσσα και στις περιγραφές, λόγος ατημέλητα προσεγμένος μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, συνεκδοχικά σκηνικά, εμφανείς επιρροές από την Αγία Γραφή, τον Παπαδιαμάντη, τον Τσέχωφ και τον Κάρβερ, βιωματική γραφή (με πλάγιες αυτοβιογραφικές αναφορές), σοφή εναλλαγή στιγμών έντασης και χαλάρωσης, επιμονή στη λεπτομέρεια...

Βασικό θεματικό άξονα του βιβλίου αποτελεί η απώλεια, η στέρηση και ο θάνατος.

Στο πρώτο διήγημα με τίτλο «Πόσο μακριά θα σ’ άφηναν να πετάξεις;» κυριαρχεί ο θάνατος δύο ανθρώπων σ’ ένα τροχαίο, ο horror vacui, η απάθεια του Σωτήρη (κατ’ ευφημισμόν Σωτήρης) καθώς και οι ενοχές της γυναίκας του που προσπαθεί να τις ξορκίσει με τη φιλοξενία που προσφέρει στα παιδιά των θυμάτων του αυτοκινητικού. «Για το κενό, της απαντώ. Τα ’βαλα για να καλύψω το κενό».

Στο δεύτερο ατμοσφαιρικό διήγημα «Όταν τραγουδάω, γίνομαι πέτρα», ο Πέτρος Καγκάδης, ένας 32χρονος απολυμένος, αναμετριέται με το αδιέξοδο παρόν του αναζητώντας σανίδα σωτηρίας στις μουσικές μνήμες της νεότητάς του. «Όταν μεγαλώνεις, χάνεις μαλλιά, δόντια, δύναμη, ανθρώπους. Γιατί, λοιπόν, να μη χάνεις και τη μουσική;» Το διήγημα ολοκληρώνεται με τον Πέτρο να μπήγει με μανία το μαχαίρι σ’ ένα αρνί (πεσκέσι του πεθερού του από το χωριό): «Έσφιξε το μαχαίρι κι άρχισε να το ανεβοκατεβάζει με δύναμη, να το καρφώνει άτσαλα όπου έβρισκε. Όμως το κρέας ήταν σκληρό και παγωμένο και τα μάτια του Πέτρου θόλωναν στο μισοσκόταδο και το αίμα έτρεχε συνεχώς από το δάχτυλό του – μια μακριά, υγρή κλωστή, που ξετυλιγόταν ασταμάτητα και τα έδενε όλα κόκκινα.

Το τρίτο διήγημα «Ταλιθά, κούμι» φέρει ως τίτλο τη σημιτική έκφραση την οποία χρησιμοποίησε ο Ιησούς Χριστός όταν ανέστησε την κόρη του Ιαείρου και η οποία σημαίνει: «Κορίτσι, σου λέω: Σήκω!», κείμενο με το οποίο ο Οικονόμου διαλέγεται με την Αγία Γραφή και τα ιερά κείμενα. Μια ιστορία δοσμένη με πικρία και σαρκασμό, με κεντρικό περιστατικό τον γάμο μιας μικροβιολόγου με τον κατά δέκα χρόνια μικρότερό της νεαρό πρώην τοξικομανή. Εδώ ο θάνατος υπάρχει στην ιστορία της Καινής Διαθήκης καθώς και η υπόσχεση της Ανάστασης, η οποία ωστόσο επαναλαμβανόμενη χάνει τη σημασία της.

Το τέταρτο διήγημα «Ο πατέρας μου ντυμένος δέντρο» περιστρέφεται γύρω από τον θάνατο του πατέρα του Άγγελου (φλερτάρει διαρκώς με τον θάνατο μέσω του LCD), τον οποίο είχε προλάβει να διώξει από το σπίτι πριν από το δικό του οριστικό φευγιό. Η αποτυχημένη προσπάθεια συμφιλίωσης του Άγγελου με το άγνωστο παρελθόν του πατέρα του.

Στο πέμπτο διήγημα «Γονδολιέρης για ένα Σαββατόβραδο», με την τεχνική της πλαστοπροσωπίας, παρακολουθούμε την τραγική ιστορία του Νικήτα Αδάμογλου, που χάθηκε –ψαρεύοντας- ανοιχτά του Ταίναρου.

Στο «Άσπρος ήλιος» - μια ιστορία που εκφέρεται από έναν ομοδιηγητικό αφηγητή και εκτυλίσσεται κάπου στον Βόλο, κυριαρχεί ο φόβος του θανάτου ενός μωρού, του Γεννάδιου, καθώς ο συγγραφέας θίγει τον κοινωνικό αποκλεισμό όσων συγγενεύουν με οικονομικούς μετανάστες. Εξαιρετική η επινόηση με την παραφθορά του ονόματος του μωρού από τον ζαχαροπλάστη: Γκενάντιος, ένα «κ» που η ρωσίδα μάνα του παιδιού δυσκολεύεται να το καταπιεί, δυσκολεύεται με άλλα λόγια, να προσαρμοστεί στο νέο εχθρικό γι’ αυτήν περιβάλλον.

Το ομώνυμο διήγημα «Η γυναίκα στα κάγκελα» διαδραματίζεται τη Μεγάλη Πέμπτη (μια ιδιαίτερη μέρα στην πεζογραφία του Οικονόμου, καθώς επανέρχεται σταθερά και σε μεταγενέστερες ιστορίες του) στο Χαλάνδρι, με πρωταγωνιστές ένα ζευγάρι στα πρόθυρα του χωρισμού και μια κρατούμενη στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής που εκλιπαρεί να της φέρουν ένα μπουκάλι μαστίχα. Μια ιστορία που φέρει έκτυπα τη σφραγίδα του καρβερικού στυλ.


Στο όγδοο διήγημα «Όλα τα πράγματά της σκορπισμένα στις λάσπες» μεταφερόμαστε τις παραμονές του Δεκαπενταύγουστου στον δρόμο από τη Σαμαρίνα στα Γρεβενά, όπου συντελείται η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ζευγάρια που ανέχονται για κάποιες μέρες το ένα την παρουσία του άλλου. Παντού υποβόσκει η παρουσία του θανάτου, από τα κοράκια που γαντζώνονται πάνω στα πρόβατα καταβροχθίζοντας τα παράσιτα, μέχρι το Συνεργείο Απολυμάνσεων-Απεντομώσεων Fast-kill.  

Η «Φωτοβολίδα» διαδραματίζεται κάποιο σαββατόβραδο του Ιουλίου στη Σαλαμίνα, όπου υπό τη μουσική υπόκρουση της μουσικής του Tom Waits, ο ναύτης του Samina Merlin Άρης Μπεγιέτης βρίσκεται στην άκρη μιας απρόσιτης πλαγιάς παρέα με το κονιάκ, τα τσιγάρα του και το στερεοφωνικό-δώρο της Ειρήνης. Ο Άρης παρατηρεί έναν άντρα που κάνει ριψοκίνδυνα κόλπα με το φουσκωτό του φλερτάροντας με τον θάνατο, ένας άγνωστος που με κάποιο μυστήριο τρόπο συνδέεται κατά την Ειρήνη με τον πνιγμό μιας κοπέλας στην ίδια θαλάσσια περιοχή. Ο Άρης ωστόσο παίρνει θάρρος από τη μανία του άντρα και ονειρεύεται να βγάλει και αυτός τη θηλιά που του σφίγγει τον λαιμό, να κόψει το ποτό, να φύγει από τα καράβια, να πιάσει επιτέλους ένα σπίτι με την Ειρήνη.

Η «Λάβα» είναι άλλη μια ιστορία που εκτυλίσσεται στον Βόλο, και πιο συγκεκριμένα στις Κόττες Μαγνησίας, ένα παραθαλάσσιο χωριό κοντά στο Τρίκερι, με πρωταγωνιστές δυο ψαράδες. Ο ένας τύπος, σαραντάρης, λεφτάς αλλά μόνος, και ο άλλος –ο αφηγητής- σε διάσταση με τη γυναίκα του και μπερδεμένος, νιώθει σαν ένα λαβράκι που έχει πιαστεί στο αγκίστρι και παλεύει για τη ζωή του. Η μόνη του παρηγοριά οι ιστορίες με καλό τέλος που διηγείται ο έμπειρος ψαράς.

Τα «Δυο αγαπημένα φώτα» είναι μια ιστορία ματαιωμένης αγάπης ανάμεσα σ’ έναν μοναχικό ανθυπασπιστή που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Γρηγόρης Βολάνης (το γρήγορο τιμόνι) και την Εύα, μια παντρεμένη κοπέλα με τον Πέτρο, δυο νεαρά παιδιά που δουλεύουν προσωρινά σ’ ένα βενζινάδικο στη Μαλακάσα μέχρι ο Πέτρος να βγάλει δίπλωμα νταλίκας. Ο χρόνος της ιστορίας είναι και πάλι η Μεγάλη Βδομάδα, ενώ κεντρικό ρόλο κατέχει η παρένθετη ιστορία με τον νεκρό στην Εθνική, που διηγείται η Εύα.

Η τελευταία ιστορία με τίτλο «Ο Γουίλι και η Μέδουσα» έχει πρωταγωνιστή τον πατέρα του αφηγητή, έναν συνταξιούχο αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού που μεθυσμένος συνηθίζει να ανοίγεται άφοβα στα ανοιχτά της πλαζ αξιωματικών του ναυστάθμου Κρήτης, παίζοντας κορόνα γράμματα τη ζωή του. Ο πατέρας παραμένει ο μεγάλος άγνωστος Χ για τον γιο: «Σκέφτομαι ότι αν ο πατέρας μου ήταν σημείο στίξης, θα ήταν ένα μεγάλο, χοντρό ερωτηματικό». Και λίγο παρακάτω: «Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτόν τον άνθρωπο». Ο πατέρας επιδιώκει να γεφυρώσει το χάσμα φτιάχνοντας αχινόσουπα, προσπάθεια που ματαιώνεται γιατί οι αχινοί ψόφησαν. «Πρώτη φορά πεθαίνουν τόσο γρήγορα οι αχινοί μου».

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν οι εκδόσεις «Πόλις» προσέφεραν στο αναγνωστικό κοινό την ευκαιρία να διαβάσει (με καινούργια ίσως επιμέλεια και νέο εξώφυλλο) τα ενδιαφέροντα αυτά κείμενα, για να δοθεί η δυνατότητα στους φανατικούς αναγνώστες του Οικονόμου να παρακολουθήσουν όλη τη μέχρι σήμερα διαδρομή του. 

Διάβασα για πολλοστή φορά το βιβλίο ακούγοντας τα συγκροτήματα που ακούν και οι ήρωες του βιβλίου: Big Black, Butthole Surfers, Kyuss, Tool, Chocolate Watch Band, Stooges, MC 5, Pussy Galore, Deja Voodoo, Wipers και άλλα.