Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Γράφοντας με αίμα και δάκρυα· μια ιστορία ενοχής και λύτρωσης


Φίλιπ Μάγιερ, Αμερικάνικη σκουριά (μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτης, 2014)

“A novel which you finish feeling hopeful for the future. Because as long as American literature brings forth debut novels of this standing, we do not have to worry about the demise of the generation of post-war literary giants” [NRC The Netherlands]



Ο Φίλιπ Μάγιερ γεννήθηκε στη Ν. Υόρκη το 1974 και είναι συγγραφέας πολλών μικρών ιστοριών αλλά και δύο εξαιρετικών μυθιστορημάτων: American rust (2008) και The Son (2013), βιβλία που ήδη έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά McSweeney’s και The Iowa Review, στο Salon.com και στη συλλογή New Stories fromthe South. Από το 2005 μέχρι το 2008 φοίτησε στο Κέντρο Συγγραφέων του Μίσενερ, στο Όστιν τουΤέξας.

Η «Αμερικάνικη σκουριά», που γράφτηκε την τριετία 2005-2008, μεταφρασμένη με επιτυχία από τον Κων. Ματσούκα, κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2014 από τον «Καστανιώτη». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό διαμάντι (μεταφρασμένο σε 11 γλώσσες), για ένα χείμαρρο εικόνων και λέξεων, παρά τις αδυναμίες που έχουν όλα τα πρωτόλεια, λαμβάνοντας υπόψη πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα 453 σελίδων. Ο Μάγιερ με το έργο αυτό απέσπασε το βραβείο των Los Angeles Times. Είναι χαρακτηριστικός ο υπότιτλος που βάζει ο Dan Simpson της Pittsburgh Post-Gazette σε άρθρο του για το βιβλίο: "Υπάρχουν βιβλία που προσδιορίζουν μια περιοχή", κάθε αποβιομηχανοποιημένη περιοχή του κόσμου με ανθρώπους ερείπια, που προσπαθούν να ορίσουν τη μοίρα τους. Άλλωστε όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς, από τον Σάλιντζερ και τον Χάρπερ Λι μέχρι τον Απντάικ, με τα βιβλία τους, αυτό ακριβώς επιχειρούν να κάνουν, "να προσδιορίσουν έναν τόπο".

Η κριτική υποδέχθηκε διθυραμβικά την Αμερικάνικη σκουριά και τον συγγραφέα της, παρομοιάζοντάς τον με τον Στάινμπεκ: "John Steinbeck is alive and well today . . . and his name is Philipp Meyer"


“everything about this story seems essentially American…in the tradition that stretches from Ernest Hemingway to Cormac McCarthy. Meyer knows how to create heartbreakingly real female characters, too. [His] tone is less polemic than John Steinbeck's, but he's working on the same broad scale."
The Washington Post, Ron Charles

"Meyer is already being compared with John Steinbeck, and with very good reason."
Esquire UK

“remarkable…introduces a novelist worth celebrating and watching.”
USA Today, Bob Minzesheimer

"Like Upton Sinclair’s "The Jungle" and George Orwell’s "Down and Out in Paris and London," American Rust documents the psychological and moral tangle that comes with poverty… In stylistic terms, Meyer’s clipped, stream-of-consciousness narration brings to mind not only the modernists (Hemingway, Woolf, Joyce) but also Cormac McCarthy."
The Millions

Ο Μάγιερ στήνει την ιστορία του στη Μπιουλ, μια μικρή πόλη υπό κατάρρευση, καθώς εκεί όπου άλλοτε υπήρχε το εργοστάσιο χαλυβουργίας, τώρα «υψωνόταν σαν αρχαίο ερείπιο, με τα κτίσματά του κρυμμένα κάτω από αναρριχητικά κλήματα, κισσό και αΐλανθο». Αυτό που κατέρρευσε με θόρυβο δεν είναι μονάχα το συγκεκριμένο εργοστάσιο αλλά το περίφημο «Αμερικανικό όνειρο», που οξειδώθηκε και έδειξε την κουφότητά του μετά την κρίση του 2007-2010.

Και η περίπτωση της Αμερικής δεν είναι η μοναδική, από τη στιγμή που σε ολόκληρο στον κόσμο και στην Ελλάδα τα νεοφιλελεύθερα προτάγματα της ευζωίας και της μικροαστικής ραστώνης κατέρρευσαν ή καταρρέουν εκκωφαντικά.

Ο Μάγιερ δεν πολιτικολογεί, αλλά γράφει μια πολυφωνική βαθιά ανθρώπινη άρα πολιτική ιστορία, με πρωταγωνιστές ανθρώπους σακατεμένους από τη ζωή και τις επιλογές τους, ανθρώπους που οι περισσότεροι δεν καταλαβαίνουν ή δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή τους. Ο σωματώδης και ωραίος Μπίλι Πόε που είναι άσος στο αμερικάνικο φούτμπολ και ο φίλος του ο Άιζακ Ίνγκλις, μικροσκοπικός και ιδιοφυής, έρχονται αντιμέτωποι με τη βία (μέσα και έξω από τη φυλακή), θύτες και θύματα μαζί σε ένα αξεδιάλυτο κουβάρι, που ωστόσο ξετυλίγεται καθώς προχωρά η αφήγηση.

Ο Άιζακ σώζει τη ζωή του φίλου του σκοτώνοντας έναν θηριώδη τύπο και τρέπεται σε φυγή. Ο Πόε συλλαμβάνεται για τον φόνο –που δεν διέπραξε- και μέχρι το τέλος κρατά το στόμα του κλειστό. Τα όνειρά τους δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν ποτέ, από τη στιγμή που είναι εγκλωβισμένοι σε μια πόλη που τους έχει ακρωτηριάσει τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες. Τουλάχιστον προσπαθούν να διατηρήσουν έναν κώδικα τιμής και αξιοπρέπειας, όπως τον ορίζει ο καθένας τους.

Και οι δύο νέοι προέρχονται από προβληματικά περιβάλλοντα. Η μάνα του Άιζακ αυτοκτόνησε και ο πατέρας ανάπηρος έπειτα από εργατικό ατύχημα (έξοχη η περιγραφή του ατυχήματος στη χαλυβουργία που δούλευε). Ο Χένρι Ίνγκλις (ο πατέρας) προτιμά να αφήσει τη Λι, την κόρη του, να σπουδάσει στο Γέιλ και να καλοπαντρευτεί τον Σάιλοκ, για να κρατήσει κοντά του τον Άιζακ, μέχρι που ο μικρός τού κλέβει τέσσερις χιλιάδες δολάρια για να την κοπανήσει με τον Πόε.

Ο Πόε ζει σ’ ένα τροχόσπιτο με τη μητέρα του Γκρέις, μια σαραντάρα γυναίκα που δουλεύει σε μια βιοτεχνία ρούχων (ο πατέρας, μια σκιώδης παρουσία), μια γυναίκα που αγαπά υπερβολικά τον γιο της και προσπαθεί μονίμως να τον γλυτώνει από τα μπλεξίματά του, εκμεταλλευόμενη τα αισθήματα που τρέφει γι’ αυτήν ο αστυνόμος Μπαντ Χάρις –ο καλύτερα επεξεργασμένος (κατ’ εμέ) χαρακτήρας του βιβλίου.

Πρόκειται για μια τριτοπρόσωπη αφήγηση που ακολουθεί τη μοντερνιστική τεχνική της συνεχούς ροής της συνείδησης (που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Γουίλιαμ Τζέιμς), καθώς το εκάστοτε πρόσωπο διαλέγεται διαρκώς με τον εαυτό του, αποκαλύπτοντας στον αναγνώστη ακατάστατες σκέψεις, αισθήματα, διαθέσεις και διλήμματα. Μια τεχνική που με επιτυχία έχουν ακολουθήσει συγγραφείς όπως ο James Joyce, ο William Faulkner, η Virginia Woolf και ο James Kelman.

Όταν αναδύθηκε για τρίτη φορά ήταν σκοτάδι. Θυμήθηκε να μην ανακαθίσει. Κοίταξε το σώμα του και προσπάθησε να μην κουνιέται πολύ. Σ’ ένα κρεβάτι. Πάνω μου κουβέρτες. Υπήρχε μια σακούλα με ορό που κρεμόταν από τη μία πλευρά και ένα παράθυρο από την άλλη απ’ όπου έμπαινε κίτρινο φως, θα έχει σπίτια απ’ έξω, σκέφτηκε. Υπήρχε άλλο ένα κρεβάτι στο δωμάτιο και κάποιος ροχάλιζε. Ησυχία, είπε, και ύστερα ένιωσε ένοχος. Υπήρχαν μηχανήματα που αναβόσβηναν και γουργούριζαν. Ησυχία, ψιθύρισε. Δεν μπορούσε να δει τα μηχανήματα. Θα καθίσω στο κρεβάτι. Δεν μπορούν να με σταματήσουν. Κουνήθηκε και ο πόνος επέστρεψε παντού και μετά αυτός ξεγλίστρησε από κάτω του.

Ο Μάγιερ απομυθοποιεί το Αμερικανικό Όνειρο εκ των έσω, δείχνοντας με τρόπο λογοτεχνικό πως οι φτωχοί άνθρωποι δεν μπορούν να ξεφύγουν από την κοινωνική τους μοίρα, από τη «λοταρία της γέννησης». Ο συγγραφέας δεν είναι ούτε με τους Δημοκρατικούς ούτε με τους Ρεπουμπλικάνους. Δεν δίνει απαντήσεις, ερωτήματα αμείλικτα θέτει. Οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν δομικό στοιχείο του καπιταλισμού. Η μητέρα τής Λι, η Μαίρη Ίνγκλις, το γένος Μαρία Σαλίνας, υπήρξε ομοϊδεάτης με τους μαρξιστές φίλους τής Λι στο Γέιλ –η αλληλεγγύη, η ευγενής εργατική τάξη, η επικείμενη επανάσταση. Ο Μάγιερ, ωστόσο δεν εξιδανικεύει την αριστερά. Τον βασανίζει ένα επίμονο ερώτημα: Γιατί άραγε να απολύονται τόσοι άνθρωποι και τελικά να μην γίνεται τίποτα σπουδαίο, λες και αποδέχονται μοιρολατρικά τις αποφάσεις;

Να όμως που δεν είχε υπάρξει ποτέ καμία επανάσταση, ούτε κατά διάνοια, εκατόν πενήντα χιλιάδες άνθρωποι είχαν χάσει τις δουλειές τους αλλά όλοι είχαν φύγει ήσυχα ήσυχα. Ήταν προφανές πως υπήρχαν κάποιοι υπεύθυνοι, άνθρωποι με σάρκα και οστά, που είχαν πάρει τις αποφάσεις να κηρύξουν ολόκληρη την Κοιλάδα εκτός εργασίας, είχαν εξοχικές κατοικίες στο Άσπεν, έστελναν τα παιδιά τους στο Γέιλ, οι επενδύσεις τους ανέβηκαν όταν έκλεισαν τα εργοστάσια. Όμως, με εξαίρεση κάποιους ιερείς που είχαν μπει κρυφά σε μια εκκλησία πλουσίων και έραναν με ρετσινόλαδο τον πάμπλουτο ιεροκήρυκα, κανείς άλλος δεν είχε κουνήσει το δαχτυλάκι του. Όλο αυτό είχε κάτι το ιδιαζόντως αμερικάνικο –να μέμφεσαι τον εαυτό σου για την κακή σου τύχη –να αρνείσαι να δεις ότι τη ζωή σου την επηρεάζουν κοινωνικές δυνάμεις, η τάση να αποδίδεις τα ευρύτερα προβλήματα σε ατομικές συμπεριφορές. Η άσχημη αντίστροφη όψη του Αμερικανικού Ονείρου.

Σε τελική ανάλυση, ο Μάγιερ κατόρθωσε να γράψει μια επική ψυχογραφική ιστορία ενοχής και λύτρωσης, που δίκαια έχει ήδη κατακτήσει μια περίοπτη θέση στο πάνθεον της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σπεύδω να παραγγείλω τον «Γιο». 


Διάβασα την "Αμερικάνικη σκουριά" ακούγοντας τον καινούργιο δίσκο της Annie Lenox "Nostalgia" 

 

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Εύα Μ. Μαθιουδάκη, Αυτός ο ένας, ο Αρίστος (νουβέλα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014)

«… γιατί έτσι είναι η ζωή, νεράκι που κυλά. Άλλα τα ακουμπά ανάλαφρα στο κατώφλι σου, άλλα τα στοιβάζει στην όχθη της σήψης και άλλα τα προσπερνά» (σελ. 126)

«Η Κρήτη δεν θέλει νοικοκυραίους, θέλει κουζουλούς. Αυτοί οι κουζουλοί την κάνουν αθάνατη». Τα λόγια του Καζαντζάκη για την Κρήτη ταιριάζουν απόλυτα στην περίπτωση του Αρίστου, του κεντρικού ήρωα της νουβέλας.


Τι είναι, λοιπόν, ο Αρίστος; Ένας κακομαθημένος νέος, συναισθηματικά ανώριμος, που με την πρώτη αναποδιά (η φυγή της Γκίζελα) το βάζει στα πόδια. Ένα παιδί μεγαλωμένο μέσα στα βιβλία και στους δασκάλους, με μια μάνα δεσποτική και χειριστική που επιδίωκε το καλύτερο για τον κανακάρη μοναχογιό της. Ο πρώτος καιρός στην Κρήτη κύλησε με πολλές δυσκολίες, μιας και η ανώμαλη προσγείωση από το Μόναχο στη Ηράκλειο δεν είναι και η πιο εύκολη υπόθεση για τύπους σαν τον Αρίστο που δεν ήταν μαθημένος ούτε στους χορούς ούτε στις ρακές.



Η ζωή του κεντρικού ήρωα ανέκαθεν προσδιοριζόταν από μια γυναίκα. Πρώτα η κυρία Εριέττα (η μητέρα του, ο πατέρας μια σκιώδης παρουσία), η σταθερή αξία η γιαγιά του, στη Γερμανία η Γκίζελα (υποκατάστατο της μητρικής απουσίας) και τώρα στην  Κρήτη η Μαρία, ένα παράξενο κορίτσι που σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα, με όνειρα και φιλοδοξίες που παραμένουν ισχυρές μέσα στο αφιλόξενο  περιβάλλον της Κρήτης. Ο Αρίστος –ο αναμενόμενος «πρίγκιπας», που επιζητά αποδοχή και επιβεβαίωση του ανδρισμού του, είναι πρώτης τάξεως γαμπρός και σχετικά εύκολα πέφτει στα δίχτυα της Μαρίας, που αποδεικνύεται το ίδιο χειριστική με τη μάνα του. Ένα «αρκαδικό» ειδύλλιο αναπτύσσεται στη ρίζα μιας ελιάς και από και πέρα όλα παίρνουν τον προδιαγεγραμμένο αλλά και γεμάτο ανατροπές δρόμο τους.


Έν’ άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου ’δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες, μου λέει –γεννήθηκε η ευσπλαχνία.»
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ,
 

γιατί θα περνούσαν αιώνες
και δε θα ’χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’  αυτό. (Τάσος Λειβαδίτης)

Η Μαθιουδάκη μάς συστήνεται με ένα κείμενο που θέτει στον πυρήνα του προβληματισμού μας το μέγα θέμα της «αγίας» ελληνικής οικογένειας. Ο Αρίστος τελικά  μακριά από την οικογένειά του θα ανακαλύψει την ταυτότητά του και θα ωριμάσει συναισθηματικά, από τη στιγμή που θα αναλάβει την ευθύνη να σηκώσει στις πλάτες του ένα βαρύ «φορτίο», που οι υπόλοιποι το εγκαταλείπουν στην τύχη του. Ο Αρίστος ενηλικιώνεται μέσω της ευσπλαχνίας και της άδολης αγάπης για τον Άλλον. Μονάχα έτσι θα αγαπήσει και τον ίδιο του τον εαυτό: Αγαπάμε αληθινά μόνο όταν αγαπάμε χωρίς λόγο (Ανατόλ Φρανς).

Περαιτέρω στο κείμενο επιχειρείται μιας ιδιαίτερης μορφής ελληνογερμανική συμφιλίωση σε επίπεδο αξιών.

Η συγγραφέας διατηρεί σε μεσαία κλίμακα τη θερμοκρασία του κειμένου (χαμηλόφωνο κείμενο που δεν κραυγάζει), όπως ταιριάζει στην ιστορία και στο ήθος των ηρώων της. Η πλοκή είναι ενδιαφέρουσα και κρατά σε εγρήγορση τον αναγνώστη. Ο λόγος καλοδουλεμένος και οι χαρακτήρες στιβαροί. 

Η Μαθιουδάκη με το πρωτόλειό της δημιουργεί σίγουρα θετικές προσδοκίες για μια ενδιαφέρουσα συνέχεια. 

Διάβασα τη νουβέλα ακούγοντας τον "Δία" από τον Ψαραντώνη, καθώς και κρητικές μαντινάδες.

Ακολουθεί μια ενδιαφέρουσα "συνέντευξη" της Ε. Μαθιουδάκη, που είχε την καλοσύνη να μου παραχωρήσει: 

Πώς ξεκινήσατε;
Όλα ξεκίνησαν από το πάθος για το διάβασμα. Το διάβασμα που χωρίς αυτό δεν θα υπήρχαν αναγνώστες ή και συγγραφείς. Κάποια στιγμή έκλεισε ο κύκλος αυτός και άρχισε το παιχνίδι της φαντασίας,  το μπέρδεμα των ηρώων και των καταστάσεων.

Πώς φτάσατε στον Αρίστο
Το βιβλίο αυτό είναι προϊόν προσωπικής  πίεσης και δυσκολιών. Γράφτηκε στο περιθώριο μιας ιδιαιτέρου κοπιαστικής επαγγελματικής και προσωπικής περιόδου. Έπρεπε να βγει στο φως, πριν γίνουν κουβάρι τα νοήματα και οι αξίες σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με δραματικό τρόπο γύρω μας.
Η νουβέλα αναφέρεται στην αναζήτηση των νέων ανθρώπων μεταξύ ορθολογικού και ιδεατού.  Η πλοκή βρίσκεται εκεί για να συνδέσει τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων με την πραγματικότητα, να δικαιολογήσει την αυτοθυσία ή και την «κατασπατάληση» των δυνάμεών τους.
Ο Αρίστος είναι ένας από εμάς, έμαθε όμως να αγαπά με τον δικό του μοναδικό τρόπο!
Αποτελεί καθαρά προϊόν μυθοπλασίας πλην κάποιων λεπτομερειών που εξελίσσονται στη Γερμανική Κατοχή.

Ποια είναι η σχέση σας με το γράψιμο;
Από μικρή γράφω ποιήματα (είπα να απαλλάξω τον κόσμο από τη δημοσίευσή τους) και ευφάνταστες Μικρές Ιστορίες. Στην προσωπική μου σχόλη γράφω όσο πιο συχνά μπορώ  και όταν δεν τα καταφέρνω ονειρεύομαι πως γράφω.

Τι ρόλο έπαιξε στη ζωή σας ο τόπος καταγωγής σας;
Την Κρήτη τον τόπο καταγωγής μου δεν το έχω ζήσει παρά λίγο τα καλοκαίρια της εφηβείας μου.  
Γι’ αυτό παραμένει ιδεατός. Δεν είναι τυχαίο ότι εκεί στρέφεται  ο Αρίστος  με την πρώτη δυσκολία. Καταφυγή και παρηγορία! Συνυφασμένος πιο πολύ μ’ ακούσματα παρά με εμπειρίες. Είναι το κάλεσμα του αίματος από τον τόπο που προέρχεσαι, από τον κόσμο στον οποίο έχουν πασχίσει και πονέσει γενιές και γενιές προγόνων σου.
…αλλά και η αμεσότητα της γραφής δεν προσομοιάζει στις μαντινάδες μας;