Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Το μάτι του ψαριού




Λένα Κιτσοπούλου
Το μάτι του ψαριού
Διηγήματα
εκδ. Μεταίχμιο, 2015
σελ. 240



Λένα Κιτσοπούλου: σκηνοθέτις, ηθοποιός, συγγραφέας, ηρωίδα; Όλα σε ένα στο «Το μάτι του ψαριού» (εκδ. Μεταίχμιο, 2015).

Βάζοντας στο μάτι (του ψαριού) τον μικροαστισμό, απορρίπτει τον λεκτικό καθωσπρεπισμό μιλώντας συχνά «βρόμικα», αιχμηρά, καθόλου στρογγυλεμένα, για τις αναπάντεχες ρωγμές στο μυαλό των ανθρώπων, για εκείνες τις στιγμές που το μυαλό τών καθ’ όλα αξιοπρεπών τύπων (συνταξιούχοι καθηγητές, γυναικολόγοι) κρασάρει για τα καλά και τότε εκλύεται ανεξέλεγκτη και ασυγκράτητη βία, βία που δύσκολα ερμηνεύεται με βάση τους γνωστούς ψυχαναλυτικούς κώδικες.

Ο αναγνώστης των δώδεκα αυτών ιστοριών κυριολεκτικά κρέμεται από κάθε λέξη του κειμένου, παρακολουθώντας με προσοχή τις κινήσεις, τα λόγια, τις σιωπηλές κραυγές των αλλόκοτων ηρώων (που έχουν και τρέλα και μελό και θυμό και τσαγανό) όλα αυτά που με μαεστρία σκηνοθετεί η Κιτσοπούλου, προκαλώντας αναπάντεχες ανατροπές με τη σταδιακή αποκάλυψη της ταυτότητας των ηρώων, με τις οβιδιακές –καφκικής έμπνευσης- μεταμορφώσεις τους, μέσα σε μια ατμόσφαιρα αρχικά «χαλαρή», σταδιακά γκροτέσκα, και στο τέλος δραματική. Έχει κανείς την αίσθηση πως από αλλού ξεκινά μια ιστορία και αλλού καταλήγει, λες και η ίδια η πλοκή από ένα σημείο και μετά αυτονομείται από το χέρι της συγγραφέως.

Άλλους ο πόνος της απώλειας τούς κάνει πιο δημιουργικούς και άλλους τους τρελαίνει. Για παράδειγμα τον Γιώργο στο τελευταίο διήγημα με τίτλο «Η Σπυριδούλα», κείμενο σπαρακτικό για τους ακυρωμένους άντρες, για την αγάπη που ούτε φύλο ούτε ηλικία ούτε αξιοπρέπεια κοιτά. Ένας ήρωας σωστό «κατιναριό» που εύχεται τα χειρότερα για τον Άρη, που τον παράτησε ύστερα από πέντε χρόνια παθιασμένης αλλά μυστικής σχέσης, για τα μάτια μιας κοντής. Και στο πρώτο διήγημα («Ο καραφλομπέκατσος»), ο ήρωας, πληγωμένος από μια σχέση που τελείωσε, συμπεριφέρεται σαν θηρίο στο κλουβί του μέσα στο καινούργιο του διαμέρισμα στον Κολωνό και φαντασιώνεται να βιάζει μέχρι θανάτου τη γυναίκα που τον εγκατέλειψε.


Ωμός ρεαλισμός, βία (λεκτική, σωματική, σεξουαλική), γαμίδια, διαστροφή, αιμομιξίες, σχιζοφρένεια, θυμός, ζήλεια, εκδίκηση, παραληρηματική συμπεριφορά, όλα αυτά και άλλα πολλά διανθισμένα με σουρεαλιστικές και ψυχαναλυτικές πινελιές αποτελούν το αιρετικό θεματικό σύμπαν των διηγημάτων της Κιτσοπούλου, που και στο θέατρο και στη μυθοπλασία επιμένει στον γνώριμο συνδυασμό αλήθειας και πρόκλησης. Άλλωστε, η Τέχνη που θέλει να λέγεται ανατρεπτική δεν μπορεί παρά να προκαλεί και να ξεβολεύει.

Κοινό παρονομαστή των ιστοριών αποτελεί η ελληνική οικογένεια που όταν κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη βλέπει ένα τέρας. Άλλωστε δεν είναι συμπτωματικό που η λέξη «τέρας» εμπεριέχεται στον τίτλο δύο διηγημάτων («Θαλάσσια τέρατα» και «Το τέρας»). Η ίδια η συγγραφέας σε συνέντευξή της το 2009 στην Ελευθεροτυπία δήλωνε: «Η ελληνική οικογένεια είναι ένα τετράποδο που ζει εκτός ζωολογικού κήπου».  

Μ’ άρεσαν πολύ οι «Χαρταετοί», η ιστορία ενός παιδιού-θαύματος, ενός αληθινά χαρισματικού παιδιού, του Πάνου, που οι γονείς του, η Φρόσω και ο Μιχάλης, του πρόσφεραν απλόχερα όλα τα μέσα για να γίνει μεγάλος και τρανός, να σπουδάσει οικονομικά, να κάνει τα μεταπτυχιακά του, να κάνει παιδιά, να τα αγαπήσει και να τον αγαπήσουν, και που στο τέλος, σε σχετικά νεαρή ηλικία, καθηλώθηκε από απανωτά εγκεφαλικά σε αναπηρικό καροτσάκι επί δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Φυτό, δεκαπέντε χρόνια φυτό, και όταν πέθανε και έγινε η εκταφή του, το μόνο πράγμα που θύμιζε την ύπαρξή του ήταν οι οδοντοστοιχίες του. («Αυτή η νεκροκεφαλή που έχασκε τρομαγμένη, με όλα ανεξαιρέτως τα δόντια της πάνω στην κραυγή της, ήτανε πραγματικά κάτι το πολύ αισιόδοξο»).

To ομώνυμο διήγημα "Το μάτι του ψαριού

Διάβασα το βιβλίο της Κιτσοπούλου συντροφιά με τη φωνή του Tom Waits.
 

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει



Ο Σπύρος Γιανναράς επανεμφανίζεται με την τελευταία συλλογή διηγημάτων του «Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει» (εκδ. Άγρα, 2015). Προηγήθηκε «Ο Λοξίας» (Ίνδικτος, 2008) και «Ζωή χαρισάμενη» (Πόλις, 2011). Έντεκα ιστορίες -όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο- «πάνω στην ευθραυστότητα των ανθρώπινων σχέσεων, την αδυναμία μιας γενιάς να σχετιστεί, να διαχειριστεί τη φθορά, αλλά και να πενθήσει την απώλεια, να ξεμυτίσει απ’ τη μοναξιά της». Το βιβλίο συμπληρώνει και ένας κατατοπιστικός «επίλογος αντί προλόγου» εννέα σελίδων, στον οποίον ο Γιανναράς καταθέτει τις προγραμματικές θέσεις του για το είδος που πιστά διακονεί, το διήγημα.
Οι σελίδες αυτές παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους επιμένουν με πάθος και μεράκι να υπηρετούν αυτό το είδος λόγου, χωρίς να τρέφουν ενδεχομένως κάποιο αίσθημα «μειονεξίας» ότι το έργο τους υπολείπεται σε αξία έναντι μιας νουβέλας ή ενός μυθιστορήματος.
Πιάνοντας στα χέρια μου το βιβλίο του Γιανναρά –τ’ ομολογώ- ξεκίνησα να μελετώ με προσοχή τις παρατηρήσεις του συγγραφέα, για να εισδύσω πληρέστερα αργότερα στον κόσμο της μυθοπλασίας.
Παρατήρηση 1η: Το διήγημα είναι αυτόνομο και όχι ετερόφωτο λογοτεχνικό είδος, δεν είναι αποπαίδι του αδηφάγου λογοτεχνικού του συγγενούς, το οποίο χαρακτηρίζουν μεταξύ άλλων:
α. η οικονομία της έκφρασης,
β. η μέγιστη υπαινικτικότητα,
γ. ο προσωποκεντρικός χαρακτήρας,
δ. οι κορυφώσεις και οι πτώσεις του,
ε. οι ανατροπές,
στ. οι ηχηρές σιωπές του και
ζ. η δική του ξεχωριστή μουσική.
Παρατήρηση 2η: Αν και αυτόνομο είδος, το διήγημα «υφαρπάζει» στοιχεία και από το μυθιστόρημα και από την ποίηση. Από το πρώτο, δομές και αφηγηματικές τεχνικές, και από το δεύτερο την υπαινικτικότητα, τη συμπύκνωση και τη μουσικότητα.
Παρατήρηση 3η: Το διήγημα δεν είναι μια αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά μια τομή εντός της πραγματικότητας, από τη στιγμή που αποδίδει με τη μέγιστη οικονομία εκφραστικών μέσων ένα καταλυτικό συμβάν ή την απουσία συμβάντος, που επηρεάζει και ενδεχομένως μεταμορφώνει τον ήρωα και την κατάστασή του.
Ο Γιανναράς το παραδέχεται απερίφραστα: «το ακραία υπαινικτικό και βαθιά υπαρξιακό διήγημα που ενίοτε φλερτάρει με τον ποιητικό λόγο, το διήγημα εκείνο που κυνηγάει μια κορύφωση, ένα ζενίθ –ενίοτε σε μια μονάχα φράση ή λέξη- όπου απόδοση γραφής και νοήματος αγγίζουν τη μέγιστη τιμή τους εκλύοντας όπως στη διάσπαση του ατόμου (μέσω όμως της ένωσης αυτή τη φορά) απερινόητη ποσότητα ενέργειας, κινητοποιώντας νου και συναίσθημα, αποτελεί το όνειρο και τη μεγάλη μου αγάπη».
Τέσσερις ιστορίες γραμμένες σε α’ ενικό, δύο σε β’ πρόσωπο και πέντε σε γ’ πρόσωπο, που όλες μαζί υπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τις καταστατικές αρχές του συγγραφέα, που μόλις συνοπτικά είδαμε.
Στο δεύτερο διήγημα της συλλογής «Το κουτάλι που κολλάει», σε τρεις μόλις σελίδες ξετυλίγεται μια θλιβερή ιστορία γενεθλίων, μια ιστορία για ανθρώπους που δεν μπορούν να βρουν την ευτυχία στον έρωτα, στο συν-είναι αλλά στην απόλυτη μοναξιά.
Θεωρώ εξαιρετική την τεχνική των αντιστίξεων σε δύο ιστορίες της συλλογής: «Εντός του συρμού», μια ιστορία πραγματικό αφηγηματικό διαμάντι, και «Το ξόδι». Στο πρώτο, ο αφηγητής επιστρέφει με το τρένο στο σπίτι του ύστερα από την επίσκεψή του στο σπίτι του αδελφού του. Στο μυαλό του η ερώτηση-σφαίρα του μικρού ανιψιού του «Είναι μακριά ο παράδεισος, θείε Σπύρο;» Γύρω από τη φράση αυτή πλέκεται η ιστορία. Μια εκπάγλου καλλονής γυναίκα μαγεύει με τα θέλγητρά της τον αφηγητή, που γρήγορα όμως απογοητεύεται από τα εχθρόξενα αισθήματα που διέκρινε στα μάτια της. Σε λίγο, ωστόσο, γίνεται μάρτυρας μιας άλλης σκηνής που του δείχνει τον δρόμο για τον «παράδεισο». Μια ταλαιπωρημένη γυναίκα με θαμπωμένο βλέμμα, που φορούσε ένα τριμμένο νάυλον αθλητικό πανωφόρι με φερμουάρ, μια μαύρη φούστα και μια φτηνιάρα τσάντα πάνω στα πόδια της. Δίπλα της καθόταν ένα ψαρομάλλης άντρας με σκαμμένο πρόσωπο: «Είχε το αφύσικα πρησμένο χέρι της σκληρής χειρωνακτικής εργασίας πάνω στην παλάμη της θλιμμένης γυναίκας, που την είχε εγκαταλείψει στο γόνατό του και τη χάιδευε σιωπηλά, με άφατη τρυφερότητα, κινώντας ανεπαίσθητα τον αντίχειρά του πάνω στην αργασμένη της επιφάνεια. Κάποια στιγμή σήκωσε απαλά, μυσταγωγικά θα ’λεγε κανείς, την κοκκινισμένη της παλάμη και την έφερε στα χείλη. Τη φίλησε αθόρυβα κλείνοντας τα μάτια. Τότε διαπίστωσα έκπληκτος πως απ’ το χέρι του γέρου έλειπαν δύο σχεδόν δάχτυλα. (…) Έστρεψα απότομα τα μάτια μου καταπάνω του, σαν να με είχε τινάξει ηλεκτρικό ρεύμα, κι αντίκρισα το αγεροδαρμένο του βλέμμα που στράφηκε κι εκείνο ασυναίσθητα προς εμένα. Δεν διάβασα πόνο, αλλά την αφομοιωμένη οδύνη, την πίκρα του ανθρώπου που είχε από νωρίς παρτίδες με τον όλεθρο, την απώλεια, τον θάνατο. «Είναι μακριά ο παράδεισος, θείε;», επανέλαβε όλο απορία ο ανιψιός μέσα στο κεφάλι μου. «Θα μπορούσε να πάει και η γάτα μας;»
«Το ξόδι», η προτελευταία ιστορία της συλλογής, αφορά ένα χωρισμένο με παιδί ζευγάρι και κάπου εκεί μπλέκεται και η ιστορία με το πηγάδι του κυρ-Παναγιώτη. Και πάλι, η ανέφικτη ευτυχία, που όσο κι αν προσπαθούν, δεν μπορούν να βιώσουν τα σημερινά ζευγάρια και –σε αντίθεση- η σχέση ενός νησιώτη με τη γυναίκα του. Η Αλεξάνδρα, μια αυτόνομη και χειριστική γυναίκα, και ο αφηγητής που δεν τολμά να σηκώσει κεφάλι στο μυδραλιοβόλο στόμα της γυναίκας του, κατά την οποία όλες οι σχέσεις είναι καταδικασμένες συναλλαγές. Παρακάτω ο κυρ-Παναγιώτης αποχαιρετά τη γυναίκα του: «Φεύγει…» μου είπε, μορφάζοντας πονεμένα. «Φεύγει, σε λίγο δεν θα είναι πια εδώ». (…) Αισθάνθηκα το ερευνητικό του βλέμμα να αδειάζει γρήγορα και να γίνεται γυάλινο, το αισθάνθηκα να με διαπερνά και να καλπάζει ήδη αλαφιασμένο στην απέναντι πλαγιά στοχεύοντας τα σύννεφα. Έφερε αμίλητος τις ενωμένες παλάμες στο μικρό του στέρνο σαν να πάσχιζε να την κρατήσει στην αγκαλιά του. «Τη σκιά της μονάχα», ψιθύρισε, «τη σκιά της μονάχα να είχα και τι στον κόσμο. Τη σκιά της μονάχα», επανέλαβε μέσα σε λυγμούς, «για να μπορώ να ζω».
Ο Γιανναράς, τελικά, φλερτάροντας περισσότερο με τους τρόπους και το ύφος της ποίησης και λιγότερο με το μυθιστόρημα, υπηρετεί με απόλυτη συνέπεια την τέχνη του διηγήματος, αυτού του αναγνωστικού μονοπατιού, που όπως ομολογεί και ο ίδιος «δεν έχει τέλος· ίσως γιατί η μικρή φόρμα δεν αντιμετώπισε ποτέ ουσιαστικό πρόβλημα αυτοσυνειδησίας».

Διάβασα το βιβλίο συντροφιά με τη μουσική του Louis Thomas Hardin  (Moondog):


Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

ΠΑΙΔΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ: ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΣΥΝ-ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ 12 ΙΟΥΝΙΟΥ: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ




Γράφουν οι: ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΟΒΑΝΗΣ και Δρ. ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ




Η καθημερινή εικόνα στους δρόμους των μεγαλουπόλεων με τα δεκάδες παιδιά να εργάζονται ατελείωτες ώρες και παράλληλα σε απάνθρωπες συνθήκες – βιώνοντας σκληρά τα παιδικά τους χρόνια – αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα πως η εποχή μας άδικα διεκδικεί τον τίτλο «πολιτισμένη». Η ανεμελιά, το παιχνίδι, τα ξέγνοιαστα μαθητικά χρόνια, οι παιδικές φιλίες, είναι άγνωστα για παιδιά που αναγκάστηκαν να ενταχθούν -από την τρυφερή τους κιόλας ηλικία- στο χώρο της εργασίας και της παραγωγής.
       
   Όταν το 1886 ο Τσέχοφ έγραφε τον «Βάνκα», ήθελε να καταγγείλει την παιδική εργασία και τις άθλιες συνθήκες στις οποίες εργάζονταν τα μικρά παιδιά και να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτές. Σήμερα, 130 χρόνια μετά, βλέπουμε -κατ’ αναλογία- την ίδια εξαθλιωμένη εικόνα και παρά τη σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού (άρθρο 32, 1989), που ορίζει ότι: «Τα συμβαλλόμενα Κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα του παιδιού να προστατεύεται από την οικονομική εκμετάλλευση και από την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας που ενέχει κινδύνους ή που μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο την εκπαίδευσή του ή να βλάψει την υγεία του ή την σωματική, πνευματική, ψυχική, ηθική ή κοινωνική ανάπτυξή του…», εξακολουθούν να παραβιάζονται τα θεμελιώδη δικαιώματά τους (ασφάλεια, εκπαίδευση και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης), αφού -εκτός των άλλων- φρόντισε η φαντασία των ενηλίκων, που δεν γνωρίζει όρια, να υποτάξει στη δούλεψή της ολόκληρους πληθυσμούς παιδιών – σκλάβων. Παιδιών που ωριμάζουν πρόωρα και με τρόπο σκληρό, παιδιών των οποίων η κοινωνικοποίηση γίνεται ατελώς, παιδιών που ξέχασαν πως είναι να χαμογελούν, παιδιών των οποίων το μέλλον –stricto sensu- διαγράφεται ζοφερό και αβέβαιο. Κι εμείς οι πολιτισμένοι «ρίχνουμε νερό στο μύλο» των εκμεταλλευτών των παιδιών με την σιωπή μας ή και την ανοχή μας, αν όχι με την υιοθέτηση από μέρους μας της ίδιας ακριβώς στάσης με αυτή των παιδοδουλεμπόρων!! Παράλληλα, τα στοιχεία για την παιδική εργασία φαίνεται να αγνοούνται ή να αποσιωπούνται από την κρατική εξουσία, «επιτρέποντας» με τον τρόπο αυτό την διαιώνιση της παιδικής εργασίας – εκμετάλλευσης.

          Τα παιδιά εργαζόμενα σε άθλιο εργασιακό περιβάλλον και υπό απάνθρωπες συνθήκες, ουσιαστικά κακοποιούνται. Προκαλούνται σ’ αυτά ψυχικά και σωματικά τραύματα, τα οποία μεταφέρουν σε όλη τους τη ζωή, δημιουργώντας τους συμπλέγματα κατωτερότητας, γεγονός που όχι μόνο θα τα εμποδίσει να ενταχθούν στην κοινωνία, αλλά τους καλλιεργούν μια εχθρικότητα η οποία αργότερα θα τα οδηγήσει – και μάλιστα νομοτελειακά στη βία. Και για όσους αφελώς πιστέψουν πως τα φαινόμενα της παιδικής εργασίας – εκμετάλλευσης, παρατηρούνται μόνο στις υποανάπτυκτες χώρες, απλά εθελοτυφλούν για να αποποιηθούν των ευθυνών τους. Η πραγματικότητα έρχεται να καταρρίψει το μύθος πως η παιδική εργασία είναι «προνόμιο» μόνο των φτωχών κρατών. Εξ ίσου ακμάζον είναι το φαινόμενο αυτό στις αναπτυγμένες, «πολιτισμένες» -δήθεν- κοινωνίες. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Claire Brisset στη “Le Monde Diplomatique” «Η έλλειψη κανονισμών και οι ισχυροί μηχανισμοί διάβρωσης του δικαστικού και πολιτισμικού συστήματος προστασίας των παιδιών βρίσκονται σε πλήρη δράση και εξηγούν την ισχυρή επιδείνωση της κατάστασης τα τελευταία 20 χρόνια». Συνεπώς η λέξη «ευημερία» είναι ατυχής και άνευ ουσίας, αφού δεν εμπεριέχει την προάσπιση των δικαιωμάτων των παιδιών. 

          Το πρόβλημα είναι πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό, όπως άλλωστε και κάθε κρίση, όπως άλλωστε και κάθε πρόβλημα. Η εργασιακή, και όχι μόνο, εκμετάλλευση των ανηλίκων έχει δημιουργήσει μια σύγχρονη μορφή δουλείας που ακούει στο όνομα Trafficking (εμπορία ανθρώπων) και είναι γνήσιο τέκνο μιας ιδεολογίας που διαχωρίζει το ανθρώπινο είδος σε ανώτερους και κατώτερους κοινωνικά, φυσικά και πνευματικά ανθρώπους, στις πλάτες των οποίων ευδοκιμεί ένα ολόκληρο σύστημα παραοικονομίας. «Η παιδική εργασία είναι ένα φαινόμενο που στοιχειώνει τις διάφορες χώρες του κόσμου αλλά και την Ελλάδα. Η αναζήτηση ευπειθών και υπάκουων φτηνών εργατικών χεριών μπορούσε να πάρει σάρκα και οστά μόνο στο πρόσωπο ενός ανήλικου εργαζόμενου. Όσο πιο μικρός ήταν ο εργαζόμενος τόσο πιο φοβισμένος γινόταν και συγχρόνως τόσο πιο «συνεργάσιμος» με τον εκάστοτε εργοδότη του», αναφέρει η Ειρήνη Αρτέμη. 

          Η παιδική εργασία – εκμετάλλευση δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο, αλλά αναντίρρητα έχει γιγαντωθεί λόγω κρίσης και για το λόγο αυτό οφείλουμε να το προσεγγίσουμε με υπευθυνότητα. «Άλλωστε η θέση που δίνει μια κοινωνία στα παιδιά της, χαρακτηρίζει το πολιτιστικό επίπεδο στο οποίο ανήκει και τον πολιτισμό που υπηρετεί».

          Κι αν καμιά φορά σκύβουμε το κεφάλι περνώντας μπροστά από παιδιά εργάτες – δούλους είναι γιατί ξέρουμε πως είναι αλήθεια αυτό που η Γαλάτεια Καζαντζάκη έγραψε:
          «από την κόλασή μου σου φωνάζω, εικόνα σου είμαι
             κοινωνία και σου μοιάζω…».