Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Τσότσηγια & Ὤ' μ

Μιχάλης Μακρόπουλος
"Τσότσηγια & Ὤ' μ"
Νουβέλες
εκδ. Κίχλη, 2017
σελ. 140




Ακολουθώντας το σεφερικό «Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα» o Μιχάλης Μακρόπουλος μάς προσφέρει δυο νουβέλες, που αν και σε πρώτη ανάγνωση είναι προσπελάσιμες, ο απαιτητικός αναγνώστης δεν θα αρκεστεί στις πρόσκαιρες εντυπώσεις και, αφού κατασταλάξει το κείμενο μέσα του, σε λίγο θα το ξαναπιάσει στα χέρια του για να το διαβάσει όχι σαν παραμύθι –σε δύο μέρη- για μεγάλους, αλλά σαν λογοτεχνικό δοκίμιο και πολυσήμαντη αλληγορία για τη βία, τον φόβο, την ανθρωπιά, την τέχνη, τον αγώνα της επιβίωσης που κάνει άνθρωπο τον άνθρωπο.


Εξοικειωμένος με τις αφηγηματικές δομές, το ύφος και τη «σπλαχνική» γλώσσα των παραμυθιών ο συγγραφέας ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τις αφηγηματικές νόρμες των παραμυθιών, όπως τις κατέγραψε το 1908 ο Δανός Λαογράφος Άξελ Όλρικ. Οι δύο ιστορίες του δεν ξεκινούν από το σπουδαιότερο σημείο της δράσης ούτε τελειώνουν απότομα.


Στην «Τσότσηγια» προηγείται μια κατατοπιστική εισαγωγή χαμηλών τόνων, ενώ η ιστορία συνεχίζεται και μετά την κορύφωση, για να κλείσει τον κύκλο σε ένα σημείο ηρεμίας και σταθερότητας. Οι επαναλήψεις είναι συχνές, όχι μόνο για να δώσουν ένταση στην πλοκή, αλλά και για να προσδώσουν σαφή όγκο στην ιστορία. Την ίδια στιγμή, παρόντα στο ίδιο επεισόδιο βρίσκονται συνήθως μόνο δύο πρόσωπα –αντίθετοι χαρακτήρες: η Κατερίνα και ο χήρος άντρας της, η Κατερίνα και οι γιοι του άντρα της, η Τσότσηγια και οι άντρες του σπιτιού. Το πλέον αδύναμο πλάσμα, η Τσότσηγια, στο τέλος αποδεικνύεται το ισχυρότερο. Η πλοκή είναι απλή, συχνά γίνεται με χρονικά άλματα, αναλήψεις και προλήψεις, για να διατηρείται αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ο χρόνος γίνεται απροσδιόριστος («Κύλησαν έπειτα οι μέρες και οι βδομάδες»), ενώ όλα θίγονται με τον απλούστερο –καθόλου απλοϊκό τρόπο. Κι αυτό ακριβώς είναι το προτέρημα του βιβλίου.


«Γλωσσοκεντρικός» συγγραφέας ο Μακρόπουλος, κεντά σαν καλός παραμυθάς λεκτικά το κείμενό του έχοντας διανύσει μια αξιοθαύμαστη πορεία έντονης και επίμονης-επίπονης τριβής με την ελληνική γλώσσα. Πέρα από τα πετυχημένα λογοπαίγνια ("ένα νυχτοπούλι ακουγόταν από πέρα, να μετράει τα μοναχικά δευτερόλεπτα και λεπτά της νύχτας σαν ρολόγι της μοίρας - μοιρολόγι"), τα τοπικά ιδιώματα ("αρχίνησαν να χτυπιούνται χουγιάζοντας και γρούζοντας"), τις συχνά απροσδόκητες παρομοιώσεις («Το κορμί της ήταν σαν στερεμένο πηγάδι», "Ήταν ένας Δεκέμβρης κρύος σαν ψυχή αδίστακτου φονιά"), τις τολμηρές προσωποποιήσεις («Ο καλόγνωμος δράκος, ο καυστήρας, ροχάλιζε μες στη σπηλιά του…») και ευφάνταστες μεταφορές ("εκείνος δε σάλεψε ούτε τοσοδά, ριζωμένος μπρος στο λάκκο που 'χασκε κι ήταν για τον νεκρό κορνίζα τ' ουρανού") που σοφά και με μέτρο τοποθετεί σε επιλεγμένα σημεία, αυτό που δίνει ιδιαίτερη ενέργεια στο κείμενο είναι το ρήμα. Μια μηχανή μεγάλης ιπποδύναμης που δένει σφιχτά τις λέξεις, δημιουργώντας εκπλήσσουσες φράσεις και αξιοθαύμαστες συνδέσεις.


"Την πασπάτεψε, τη γύρισε. Ανέβηκε πάνω της. Μα δεν την ένοιαξε, τώρα η ίδια είχε γίνει τοσηδά· ήταν το κορμί της απέραντη σπηλιά που μέσα του κρυβόταν, κι αυτός ένας δράκος που τη γύρευε. Ποτέ δε θα την έβρισκε.

Ο δράκος βόγκηξε κι έγρουξε, μάνιασε και ξεφύσησε, και τέλος τραβήχτηκε αποπάνω της· και σιγά σιγά η Κατερίνα απλώθηκε μες στο κορμί της, το κατοίκησε όλο ξανά. Τα πόδια της, τα χέρια της, η κοιλιά της, τα στήθια της, η όψη της, ο πόνος στη χούφτα της, τής ανήκαν ξανά όλα. Ήταν ολόκληρη κι ακέρια. Ο δράκος είχε πασπατέψει κι είχε καβαλικέψει μονάχα ένα τσόφλι, ένα ομοίωμα» (σ. 18-19).


Κλείνοντας το βιβλίο έχεις την αίσθηση πως δεν ξεμπέρδεψες μια και καλή με αυτό. Ούτε κι αυτό με σένα. Η θέση του δεν βρίσκεται σε μια βιβλιοθήκη για να ξεκουράσει τη ράχη του και αιωνίως να αναπαυθεί, ανέγγιχτο και ανέραστο έκτοτε. Τα καλά βιβλία προσφέρουν την αποτελεσματικότερη παραμυθία που τόσο την έχει ανάγκη η ψυχή μας, αλλά που τόσο σπάνια πλέον τη βρίσκουμε μες στον εκδοτικό πληθωρισμό των ημερών μας.

Για άλλη μια φορά, η έκδοση της Κίχλης άκρως φροντισμένη!


Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Μάριος Χάκκας, Φυλετική αφύπνιση



[από τη συλλογή διηγημάτων "Τυφεκιοφόρος του εχθρού", 1966]

Ο Παρασκευάς είναι στρατιώτης, γύφτος και μουλαράς. Σα μουλαράς κάνει τη χειρότερη σάξη απ’ όλους τους ημιονηγούς στη διμοιρία, του φεύγουν τα μουλάρια και λακάνε στα σιτάρια, τον ρίχνει το μουλάρι όποτε πάει καβάλα, κι αφήνει τον όρχο ασκούπιστο όταν είναι σταβλοφύλακας. Σα γύφτος μπορεί να πλένει μια σκελέα για δυο τσιγάρα. Σα στρατιώτης ασυμμάζευτος, σβαρνιάρης, περίγελος της διμοιρίας που παρακολουθεί κάθε φορά με πνιχτά χάχανα στην επιθεώρηση το παρακάτω σκέτς:
- Γιατί Παρασκευά, δεν καθάρισες το όπλο σου; Γιατί δεν τίναξες το κρεβάτι σου; Γιατί δεν τετραγώνισες τις κουβέρτες σου; Γιατί έχεις άπλυτες τις καραβάνες σου; Γιατί... Γιατί...
Γαβγίζει ο υπαξιωματικός σα μαντρόσκυλο έτοιμο να τον κατακομματιάσει. Βροχή κοτρόνια νιώθει νιώθει τα "γιατί" στο πληγιασμένο σώμα του. Και οι συνάδελφοι σινιαρισμένοι -πόρπες, άρβυλα κι εθνόσημα γυαλισμένα όλα στην εντέλεια- έτοιμοι για την έξοδο, με κάτι στοματάρες να, γελώντας, κανίβαλοι που τον κατασπαράζουν.
Φοράει το πιο ηλίθιο χαμόγελο για να εξευμενίσει τον υπαξιωματικό και λέει όλο απορία:
- Το δικό μου όπλο; Το δικό μου κρεβάτι; Οι δικές μου οι κουβέρτες; και τα περιεργάζεται λες και πρώτη φορά τ’ αντικρίζει, λες και υπάρχει κάποιο λάθος σ’ όλη αυτή την ιστορία.
- Ναι, οι δικές σου οι καραβάνες, κάνει άγρια ο μόνιμος λοχίας. Περνάει με σιχασιά το δάχτυλό του στις γωνιές της καραβάνας κι έπειτα αποτυπώνει τις δαχτυλιές πάνω στα ισχνά μάγουλα του Παρασκευά που παίρνει την όψη Αφρικανού φύλαρχου.
- Ρε, δε σου είπα πώς πρέπει να τις πλένεις;
Ο Παρασκευάς κοιτάει ψηλά τις λαμαρίνες, στρέφει τα μάτια στο προαύλιο, πέρα στους αγρούς, πρασινισμένοι κι ανοιξιάτικοι με το ξεπεταγμένο στάρι.
- Ρε, συ, θα γίνεις άνθρωπος; Θα συμμορφωθείς; Θα βάλεις μυαλό;
Το μυαλό του, ξέφρενο άλογο, τρέχει πέρα στους κάμπους. Τα λερά ξυπόλυτα πόδια του περπατούν τις δημοσιές, σταματούν στις άκρες των χωριών. Τα καρβουνισμένα του χέρια στήνουν τσαντίρια, πλέκουν καλαμιά, σιάχνουν σαγάνια, καθώς στριφογυρνάνε εκεί στη στρατιωτική του ζώνη από αμηχανία.
Μπα! Όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν τη γλιτώνει και σήμερα τη στέρηση εξόδου... Το ωραίο είναι που δεν παραδέχεται πως είναι γύφτος. Κι όταν τον φωνάζουν «γύφτε» χολιάζει και τσατίζεται.
(…)
Οι ξύπνιοι στρατιώτες, άμα δεν είναι επιφυλακή ή τιμωρημένοι, το Σαββατόβραδο πάνε σινεμά. Αυτό δείχνει από πού κρατάει του καθενός η σκούφια. Οι γύφτοι βέβαια δεν πάνε. Κι ο Παρασκευάς δεν πήγαινε. Όχι γιατί ήταν γύφτος, αλλά γιατί ποτέ δεν έτυχε Σάββατο βράδυ να μην είναι επιφυλακή ή τιμωρημένος.
Εκείνο τα Σαββατόβραδο πήγε. Κάτι συνέβη κι αναβλήθηκε η επιθεώρηση. Κόλλησε κοντά στον Ροβινσώνα και στους άλλους που τράβαγαν για το καφενείο-σινεμά του χωριού. Μερικοί ξέκοψαν από τη παρέα του Παρασκευά, γιατί φοβήθηκαν ότι θα έβγαιναν από ένα τριάρι δανεικό κι αγύριστο. Ο Παρασκευάς με μεγαλοπρέπεια πήγε στο ταμείο και τα έσκασε. Πήρε το μαγικό χαρτάκι, διάβηκε την πόρτα του «τσινεμά», κάθισε σε μια καρέκλα και παρακολούθησε το «έργον».
Όμορφα που 'ταν εκεί μέσα. Έπαιζε ζούγκλα. Ο Ροβινσώνας διάβαζε φωναχτά στη μέση της παρέας. Ο Παρασκευάς ρουφούσε την υπόθεση. Τι ελέφαντες! Τι κροκόδειλοι! Τι ιπποπόταμοι! Κι ένα μελαχρινό παλικαράκι, φτυστός γύφτος, με την καραμπίνα του προστάτευε απ’ όλα τ’ άγρια θερία μια γλυκιά μελαχρινή κοπέλα. Και πώς πάλευε μ’ ένα μαχαίρι, αυτός μονάχα και με τα νύχια της μια τίγρης ώσπου στο τέλος την καθάρισε. Βρε, αυτός ήταν πολύ λεβέντης! Κι ήταν ακόμα με πλάτες μπρούτζινες, κατάμαυρες σα γύφτος. Κι άντρας σωστός γιατί στο τέλος πήρε το κορίτσι.
Όταν βγήκαν έξω, ο Παρασκευάς περπάταγε ντούρος κι έδειχνε σα να 'χε ψηλώσει μια παλάμη. Στο τολ την ώρα της αναφοράς κι ενώ κανείς δεν τον προκάλεσε, βγήκε κορδωμένος στο διάδρομο μπροστά από τα κρεβάτια, ξερόβηξε κι είπε:
- Είμαι γύφτος, όμως δεν ξαναπλένω ξένα σώβρακα.
Το τι έγινε μέσα στην καζάρμα, δε λέγεται. Ντόρος, χειροκροτήματα, φωνές και γέλια. Ο Παρασκευάς έστρωσε ήσυχα το κρεβάτι κι έπεσε να ονειρευτεί τον εαυτό του πάνω σ’ έναν ελέφαντα πηγαίνοντας να ελευθερώσει μια μελαχρινή κοπέλα.

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Η απολογία ενός τελειόφοιτου



Σήμερα Τρίτη 8 Ιουνίου 1993 παρέδωσα το τελευταίο γραπτό δοκίμιο των απολυτηρίων μου εξετάσεων. Κάθισα για τελευταία φορά στο θρανίο του μαθητή – προτελευταίο κοντά στο παράθυρο -, μέσα στη σχεδόν αφόρητη ζέστη του μεσημεριού και συμπλήρωσα τα στοιχεία μου πάνω στην κόλλα αναφοράς. Δεν έγραψα τίποτα άλλο. Παρέδωσα την κόλλα μου λευκή για τρίτη φορά μέσα στις απολυτήριες εξετάσεις μου και για πρώτη φορά στη ζωή μου ως μαθητής. Το θέμα βέβαια δεν ενοχλεί σε τίποτε ούτε πρόκειται να αντιμετωπίσω ενδεχόμενες επιπτώσεις. Ο τρόπος με τον οποίον βαθμολογείται ένας μαθητής στα Ελληνικά Λύκεια είναι τόσο επιεικής που δικαιολογώ απόλυτα το φιλόλογό μου, όταν επιμένει πως για να μείνεις χρειάζεται να κάνεις αίτηση. Άλλωστε, ποιαν αξία έχει σήμερα ένα απολυτήριο Λυκείου; Εκείνο που «μετράει» είναι η εισαγωγή σε μιαν Ανώτατη Σχολή – κι αυτό συζητήσιμο μέχρις ενός σημείου.
 Επειδή, όμως, ο υπογράφων τυχαίνει να είναι και σημαιοφόρος του Σχολείου του, πράγμα που σημαίνει αριστείο και πρωτιά, «πέφτει λίγο βαρύ» να φεύγει από την αίθουσα των εξετάσεων δίνοντας λευκή κόλλα. Οι καθηγητές και περισσότερο οι γονείς μου θα αναζητήσουν την αιτία – συνηθίζουν οι άνθρωποι να ψάχνουν, να αποκαλύπτουν αιτίες όχι πάντα τις αληθινές. Βέβαια, θα τους αποζημιώσει η επιτυχία μου σε μιαν ανώτατη σχολή. Και γι’ αυτό είμαι σχεδόν σίγουρος!
Έχω κάνει καμιά δεκαριά τουλάχιστον φορές επανάληψη στην ύλη των μαθημάτων που θα εξεταστώ στις Γενικές Εξετάσεις κι έχω κι εγώ ο ίδιος απορήσει με τη δύναμη της μνήμης μου. Είχα αδικήσει φαίνεται τον εαυτό μου νομίζοντας ότι δε θα τα καταφέρω με την αποστήθιση. Λέγοντας και ξαναλέγοντας, γράφοντας και ξαναγράφοντας τα ίδια και τα ίδια τελικά τα μαθαίνεις. Η επιτυχία σου θα χρωστιέται βέβαια στην απομνημόνευση, αυτό όμως είναι άλλη ιστορία. Όσο για την Έκθεση … εκεί, τι να απομνημονεύσεις; Εξετάζοντας όμως κατά θεματικές ενότητες τα βασικότερα στοιχεία, γίνεσαι ικανός να έχεις δυο-τρεις θέσεις γενικότερα παραδεκτές για κάποια καίρια ζητήματα. Τα φροντιστήρια να ’ναι καλά – ένα μέτριο μυαλό μπορεί θυσιάζοντας καθημερινά κάποιες ώρες να καταφέρει να εισαχθεί σε μιαν ανώτερη Σχολή.
Κι εγώ ανήκω σ’ αυτούς που έκαναν τη θυσία. Διάβασα, απομνημόνευσα, κουράστηκα. Δε φοβάμαι τις εξετάσεις. Με λίγη καλή τύχη δε θα απογοητεύσω αυτούς που μ’ αγαπούν. Στο σχολείο όμως η στάση μου τους αιφνιδίασε όλους – παρόλ’ αυτά δεν έκανα τίποτε για να δημιουργήσω εντυπώσεις. Προτίμησα απλώς να δώσω μια λευκή κόλλα στα μαθήματα κορμού, στα οποία παρουσιάστηκα εντελώς αδιάβαστος, διότι δεν ήταν δυνατό να απομνημονεύσω τίποτε μέσα σ’ ένα απόγευμα και διότι δεν υπήρχε καμιά ανάγκη να το κάνω, αφού και με τη μονάδα που πήρα στα γραπτά θα έχω ένα αξιοπρεπέστατο απολυτήριο. Να που το σύστημα ευνοεί τους μαθητές! 
Όλες οι γνώσεις, για να γίνουν πείρα, χρειάζονται δουλειά κι είναι σε όλους γνωστό πως οι μαθητές της Γ’ Λυκείου δεν αφιερώνουν χρόνο σε μαθήματα κορμού, που τελικά, όπως μπαίνουν στο πρόγραμμα, είναι μάλλον άχρηστα. Μόνο σε δυο πράγματα χρησιμεύουν: για να εκτονώνονται οι μαθητές από την πνευματική κόπωση που τους δημιουργεί η τρίωρη ή τετράωρη παρακολούθηση των μαθημάτων κατεύθυνσης – τα μαθήματα αυτά διδάσκονται τις πρώτες ώρες – και για να ενισχύσουν το βαθμό του απολυτηρίου τους, όταν δεν έχουν μεγάλους βαθμούς στα μαθήματα κατεύθυνσης – είναι γνωστό ότι αν συμπληρωθεί ο βαθμός 13 από τα υπόλοιπα μαθήματα ο μαθητής θεωρείται ικανός να περάσει.
Όταν τα πράγματα είναι έτσι κι όταν συνηθίζεις να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους σε άξιους και ανάξιους από το αν κατάφεραν να πετύχουν σε μιαν ανώτατη σχολή – η νοοτροπία αυτή εμφυτεύεται μέσα μας από τα χρόνια του Γυμνασίου ακόμα – δεν έχεις παρά να κάνεις ό,τι είναι δυνατό για να ανήκεις κάποτε στους άξιους. Είναι επόμενο να αδιαφορήσεις για τη γενική μόρφωση που υποτίθεται ότι προσφέρει το Γενικό Λύκειο και να επιδοθείς με ζήλο και μεράκι στα μαθήματα που θα εξεταστείς και μόνο σ’ αυτά. Το Φροντιστήριο γίνεται η βασική σου μέριμνα – το σχολείο έχει δευτερεύοντα, υποβαθμισμένο ρόλο.
Ένιωσα πολύ άσχημα όταν έδωσα λευκή κόλλα, δε λέω. Δεν άντεχα την απορία στο βλέμμα του επιτηρητή. Το ίδιο άσχημα ένιωσα, όταν υποχρεώθηκα να πω στον πατέρα μου τι ακριβώς έγινε, για να μην αιφνιδιαστεί με το χαμηλό βαθμό του απολυτηρίου μου. Δύσκολες όμως οι εξηγήσεις στους γονείς μου που δεν έχουν βέβαια τη δική μας νοοτροπία και δεν αντιμετώπισαν ποτέ τη μάθηση με τον τρόπο που κάνουμε εμείς.
(Νένα Κοκκινάκη, 1993)


Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Οι «Μεγαλέξανδροι» και ο "κατηραμένος όφις" του μαθήματος της Ιστορίας

Σχολικό έτος 2016-17.
Μάθημα: Ιστορία Γ.Π. Γ΄Λυκείου
Ενότητα: «Η Εθνική Αντίσταση κατά των δυνάμεων του Άξονα και η σημασία της.»
Κατευθυνόμενος διάλογος με τη βοήθεια του σχολικού εγχειριδίου (ελλείψει επαρκούς υλικοτεχνικής υποδομής στη σχολική μονάδα). 

«- Μήπως γνωρίζετε τον αρχηγό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ; Για να σας βοηθήσω να σας πω πως συνήθως απεικονίζεται έφιππος… (δεν ολοκληρώνεται η πρόταση).
- Κυρία! Κυρία! Ο Μεγαλέξανδρος

Άναυδη η καθηγήτρια, κάποια γελάκια ακούγονται, αμήχανη η μαθήτρια αντιλαμβάνεται πως κάποιο λάθος έκανε αλλά απάντηση, τελικά, δεν δόθηκε. Άλλωστε, όπως φάνηκε λίγο αργότερα, κάποιοι  που είχαν γελάσει,  είχαν συσχετίσει, συνειρμικά, τον ΕΛΑΣ με την ΕΛΑΣ (Ελληνική Αστυνομία). Ένα από τα πολλά περιστατικά που όλοι οι συνάδελφοι/-ισσες μπορούν να διηγηθούν, εξιστορώντας τις εμπειρίες τους από τη διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου της Ιστορίας στα ελληνικά σχολεία. Ιδίως, όσοι/-ες έχουν τις ψυχικές αντοχές να διδάσκουν τη σύγχρονη Ιστορία, ως (υποβαθμισμένο) μάθημα Γενικής Παιδείας, στη Γ΄ Λυκείου.

Οι παθογένειες στη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας (ξεπερασμένα σχολικά εγχειρίδια, μεγάλος όγκος ύλης, έμφαση στην αποστήθιση και συνακόλουθη υποβάθμιση της κριτικής ικανότητας των μαθητών/τριών, αναντιστοιχία του σχολείου με τις παιδαγωγικές εξελίξεις, διδασκαλία του μαθήματος από  καθηγητές άλλων ειδικοτήτων για συμπλήρωση του ωραρίου τους κ.α) είναι γνωστές εδώ και δεκαετίες σε όλους τους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ». Τα αποτελέσματα τα βιώνουμε όλοι/-ες οι μάχιμοι/-ες εκπαιδευτικοί καθημερινά στην τάξη.
 Όσοι/-ες από εμάς επιλέγουμε να διδάσκουμε Ιστορία, να επιμορφωνόμαστε και να επιμένουμε να αντέχουμε αλλά και να αντιπαλεύουμε όλες τις στρεβλώσεις και τις παθογένειες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, παρακολουθούμε την αυξανόμενη παραγωγή δημόσιου λόγου γύρω από την πρόταση του ΙΕΠ για αλλαγή του Προγράμματος Σπουδών με  ενδιαφέρον και ιδιαίτερη ανησυχία. Ενδιαφέρον για τις καινοτόμες ιδέες που συμπεριλαμβάνει (έμφαση -επιτέλους!- στη σύγχρονη ιστορία, υπέρβαση της αποκλειστικότητας του μοναδικού σχολικού εγχειριδίου, υιοθέτηση εναλλακτικών  πολυτροπικών  προσεγγίσεων κ.α.) αλλά και ανησυχία για την ένταση με την οποία γίνεται προσπάθεια απόρριψής του από φορείς εκπαίδευσης που λίγη σχέση έχουν -πλέον- τόσο με τη μάχιμη εκπαιδευτική πραγματικότητα και τα αδιέξοδά της όσο και με  σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός πως οι  νέες προσεγγίσεις και θεωρίες στους τομείς της γλωσσολογίας, της θεωρίας της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας κ.α. (όλα όσα διδασκόμαστε οι «ρομαντικοί» που επιμένουμε να επιμορφωνόμαστε και να μελετούμε τη διεθνή βιβλιογραφία) , αν και συνέβαλαν στην αλλαγή των όρων προσέγγισης κι ερμηνείας του παρελθόντος, φαίνεται πως συνιστούν πεδία που προσκρούουν σε κυρίαρχες, παραδοσιακές πεποιθήσεις –και στον χώρο των φιλολόγων- που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα συλλογικά υποκείμενα ως έρμαια νομοτελειακών κοινωνικών μεταβολών κι όχι ως υποκείμενα που αλληλεπιδρούσαν/ αλληλεπιδρούν δυναμικά με τα συστήματα στα οποία εντάσσονταν/ εντάσσονται. Κυρίως, ανησυχία προκαλεί η επιμονή της ΠΕΦ όχι μόνο να υπερασπίζεται το μοναδικό σχολικό εγχειρίδιο αλλά και να απορρίπτει τη δυνατότητα να επιλέγουν οι διδάσκοντες/-ουσες ιστορικά θέματα και πηγές λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όσο και τα ενδιαφέροντα των μαθητών και μαθητριών τους. Βάση ποίων ερευνητικών δεδομένων, άραγε, προκύπτει αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης της ΠΕΦ απέναντι στους/στις  μάχιμους/-ες εκπαιδευτικούς και στη δουλειά τους; Ποια ήταν η αντίδρασή της όταν κληθήκαμε, ως κλάδος,  να στηριχθούμε, για τη διδασκαλία του μαθήματος, σε (μοναδικά..) σχολικά εγχειρίδια, όπως αυτό της Ιστορίας Γ΄Λυκείου της Γενικής Παιδείας; Ποιος/-α αναρωτήθηκε για τον αριθμό των μαθητών/-τριών που επιλέγουν να εξετασθούν πανελλαδικά στο συγκεκριμένο μάθημα αλλά και για τις επιδόσεις τους;

Ως κλάδος, οφείλουμε να αναστοχασθούμε και να αναλάβουμε τις ευθύνες μας τόσο για την υποβάθμιση του συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου στη σχολική πραγματικότητα όσο και για τις προοπτικές του. Η παρούσα συγκυρία συνιστά μια ευκαιρία υπεύθυνης τοποθέτησης αλλά και κριτικής παρέμβασης με νηφάλια, τεκμηριωμένη επιστημονικά και καλοπροαίρετη κριτική προσέγγιση των επιχειρούμενων αλλαγών. Στο πλαίσιο αυτό, οι σπουδές φύλου, η μεγαλύτερη διασύνδεση Λογοτεχνίας-Ιστορίας θα μπορούσαν να είναι εποικοδομητικές προτάσεις προς μια κατεύθυνση εμπλουτισμού του μαθήματος, μακριά από τα  κανονιστικά στεγανά παλαιότερων προσεγγίσεων του παρελθόντος.

                                                                                                 Ελένη Πατσιατζή