Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Η Δρακοντιά




Για την «Δρακοντιά» του Στάθη Κοψαχείλη, που εκδόθηκε από το «Μελάνι» τον Οκτώβριο του ’15, έχουν γραφτεί ήδη αρκετά. Τώρα που ο κουρνιαχτός άρχισε να κατακάθεται, είναι καιρός για μια νηφάλια θεώρηση και κατάθεση κάποιων σκέψεων.
Ο Κοψαχείλης με τη συλλογή των δώδεκα ιστοριών «Η Δρακοντιά» αναψηλαφεί τις μνήμες της παιδικής του ηλικίας, προκειμένου να καταγράψει την ανθρωπογεωγραφία της ιδιαίτερης πατρίδας του στο Λιτόχωρο Πιερίας. Στα διηγήματα αυτά μπορεί ο αναγνώστης να εντοπίσει στιγμιότυπα και περιστατικά που και ο ίδιος άκουσε κάποτε περιφερόμενος στην ελληνική επαρχία, αν δεν τα έζησε ο ίδιος ή συγγενικά του πρόσωπα. Τα διηγήματα ξεκινούν με ένα στιγμιότυπο από το παρόν του αφηγητή, για να καταφύγουν στις μνήμες της παιδικής ηλικίας (κυρίως στη δεκαετία του '60) με αφορμή κάποιο εύρημα. Στο τέλος, κάνοντας κύκλο, επιστρέφουν στο αφηγηματικό «τώρα».
Δυο λόγια για το περιεχόμενο των ιστοριών:
Στο «Άσπονδοι εχθροί» πρωταγωνιστές ο «καθυστερημένος» Κολιός με την κουρούνα του και ο Παλιούρας με το λυκόσκυλό του.
Στο «Κόρακας κοράκου…», ένας κουστουμαρισμένος βοσκός, σφόδρα αντικομμουνιστής στα νιάτα του, που πάσχει από γεροντική άνοια και βρίσκει φριχτό θάνατο.
Στο «Πριν σαραντίσει» ο Σούλης, «το Φου», ένας αλαφροΐσκιωτος τύπος, και μια γάτα.
Στο «Τα χελωνάκια ανάποδα», οι χελώνες αποτελούν το πρόσχημα για να ξεχυθούν μνήμες από τις παραμονές της δικτατορίας. Το διήγημα κλείνει με ένα έξοχο αυτοσαρκαστικό σχόλιο.
Στο «Καφέ-Μπαρ “Τα κουκλάκια”»,  ιστορία με τριτοπρόσωπη αφήγηση που εκτυλίσσεται στο παρόν, ο Κώστας «ο γιατρός» θεωρεί χρέος του να μάθει σωστά ελληνικά σε δυο βουλγάρες που δουλεύουνε στο μπαρ που συχνάζει.
Στο ομώνυμο διήγημα «Η δρακοντιά», ο «Ξάπλας», τύπος κολλημένος στα ήθη και τις πρακτικές του παρελθόντος, χειροπράκτης για όσους αποζητούν τις υπηρεσίες του. Ένα χάσκι, ένα κάβουρας και μια οχιά συμπληρώνουν τα «πρόσωπα».
Στο «Χάθηκε η κλήρα του», πρωταγωνιστεί ένας γάιδαρος.
Στο «Το αυγό», ο Αποστόλης Βαρθαλαμής, ένας πεινασμένος άνθρωπος της Κατοχής, μια οχιά κι ένα αυγό. Για μένα, το καλύτερο διήγημα της συλλογής. Μια αλληγορία πάνω στο «αυγό του φιδιού» που εκκολάπτεται στην εποχή μας. «Στέκεται μπροστά στην πέτρα με τα πόδια ανοιχτά για να ισορροπεί καλύτερα, σηκώνει με τα δυο χέρια τη βαριοπούλα ψηλά και, αφού μένει για μερικές στιγμές έτσι ζυγίζοντάς τη, βγάζει μια άναρθρη κραυγή και την κατεβάζει με δύναμη πάνω στο πάλλευκο αυγό.»
Στο «Μόνο ένα παγούρι», επίσης θαυμάσιο κείμενο, πρωταγωνιστεί ο Γούλης Καλαμπούκας, γεννημένος το 1909, μπαρουτοκαπνισμένος, τραυλός, και αργότερα λαθρέμπορας. Με άδοξο κι αυτός τέλος.

Στο «Φοβία για τα μανιτάρια», ο μπαρμπα-Μίχος, παλιός αντάρτης στον Εμφύλιο, και ο φόβος του για τα μανιτάρια. Αντιγράφω το τέλος: «Έτσι που τον κοιτούσα, τον φαντάστηκα νέο, δεμένο πισθάγκωνα στην οξιά σαν τον Οδυσσέα να ουρλιάζει, παλεύοντας με τις δικές του σειρήνες. Ένα καρβέλι ζεστό ψωμί, στεγνό ρούχο κι ένα στρώμα να κοιμηθεί σαν άνθρωπος.»
Στο «Σφαχτό», ο Ζήνος που άθελά του έγινε αδελφοκτόνος και έκτοτε έχασε τα λογικά του.
Και στο τελευταίο διήγημα «Ο τσουτσουλιάνος», ο αφηγητής θυμάται τον πατέρα του και τις περιπέτειές του στον Εμφύλιο.


Οι ιστορίες του Κοψαχείλη δεν ταξινομούνται εύκολα σε κάποιο είδος. Άλλωστε, η «υποχρεωτική» κατάταξη θα αδικούσε το κείμενο. «Ηθογραφία»; «Νεο-ηθογραφία»; «Επαρχιακός εξωτισμός»; Δε νομίζω να επιστεγάζονται τα δώδεκα κείμενα κάτω από τέτοιες φωτεινές «μαρκίζες».
Οδηγός για την ανάγνωση του βιβλίου, η προμετωπίδα που επιλέγει ο ίδιος ο συγγραφέας, από το «Όνειρο στο κύμα» του Αλ. Παπαδιαμάντη –κείμενο που χρόνια τώρα το διδάσκουμε στα σχολειά. «Ω! ας ήμην ακόμα βοσκός εις τα όρη!...» Έτσι κλείνει την αφήγησή του με μια ευχή που ηχεί σαν κραυγή γεμάτη παράπονο, εκφράζοντας τη λαχτάρα του για τη φυσική ζωή και τη σωτηρία, αναζητώντας με απόγνωση την απόδραση και τη λύτρωση από τη μιζέρια και την παρηγοριά για τη δυστυχία του. Ο αφηγητής γνωρίζει βέβαια ότι η ευχή του είναι ανεκπλήρωτη, αφού δεν είναι δυνατή η επιστροφή στο παρελθόν ούτε ο απεγκλωβισμός από το παρόν.


Διάβασα τις ιστορίες του Κοψαχείλη εναλλάξ με το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Ο στεναγμός των πενήτων», 16 δοκίμια για το έργο του Παπαδιαμάντη, προσπαθώντας να ανοίξω ένα γόνιμο διάλογο ανάμεσα στα δύο βιβλία, για να καταλάβω γιατί μάς γοητεύει τόσο πολύ ακόμα και σήμερα ο Σκιαθίτης και, παράλληλα, γιατί ασκούν τόσο έντονη έλξη τα κείμενα του Κοψαχείλη, αν και από πρώτη άποψη απουσιάζει η έντονη εξωτερική δράση. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ο Κοψαχείλης έχοντας μυηθεί στη μαγεία της γλώσσας και του ήθους του Παπαδιαμάντη, αφουγκράζεται με χαμηλόφωνη ένταση τον στεναγμό ανθρώπων φτωχών, τσαλακωμένων, κατατρεγμένων, με κουσούρια, αδικημένων, ψυχικά τραυματισμένων, ξεχασμένων από την επίσημη Ιστοριογραφία του 20ού αι., χωρίς ταυτόχρονα αυτός ο στεναγμός να μένει απαρηγόρητος.
Η συγγένεια του Κοψαχείλη με τον μεγάλο διηγηματογράφο αφορά πρωτίστως τη δομή των κειμένων, τη γλώσσα και το ήθος των προσώπων.
Οργανώνει τη δράση, τη σκέψη και τον διάλογο των προσώπων σε ένα έντεχνο σχήμα πλοκής. Ενώ οι ιστορίες ξεκινούν από κάποιο «νατουραλιστικό» υπόβαθρο, στην πορεία περνούν σε έναν ιδιότυπο λυρισμό, που κορυφώνεται στο τέλος. Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τις ιστορίες της «Δρακοντιάς» και με αργό ρυθμό, θα νιώσει ότι το κείμενο μέσα από την εναλλαγή των εικόνων και την προσεγμένη επιλογή των λέξεων, εκπέμπει μια μουσικότητα, ένα σπαρακτικό –χωρίς ποτέ να γίνεται μελοδραματικό- τραγούδι που δονεί τις εσώτερες χορδές του αναγνώστη. Ο θάνατος, βασικό μοτίβο στα περισσότερα διηγήματα, υπογραμμίζει, μες στη σκοτεινιά, την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Όλα αυτά ενταγμένα σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα, που δημιουργεί ο μακεδονικός μικρόκοσμος της ιδιολέκτου (γρεντιές, τρόχαλο, για να χουγιάξει, γκλαβανή, τορός, αριτσώθηκε, άρια, μυτίκια), της χλωρίδας, της πανίδας, των τοπωνυμίων, φιλοτεχνούν ένα έξοχο αισθητικό αποτέλεσμα, έναν σιωπηλό ύμνο για τη χαρμολύπη της ζωής. 

Θεωρώ ότι –αν εξαιρέσει κανείς τον πληθωρισμό κάποιων πραγματολογικών στοιχείων (που αδικούν το κείμενο) και την επιμονή στη σκιαγράφηση αποκλειστικά αντρικών χαρακτήρων (η γυναίκα απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά)- η συλλογή του Κοψαχείλη είναι από τα πλέον αξιανάγνωστα φετινά βιβλία. 

Διάβασα το βιβλίο συντροφιά με τον δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου "Της αγάπης γερακάρης"
(1996) 

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Οι νέοι στην εποχή της κρίσης





Γράφει ο: Δρ. Πολύβιος N. Πρόδρομος, φιλόλογος




Ο πολιτισμός ως πηγή δυστυχίας, όπως έλεγε ο Freud, βρίσκει κατά κάποιο τρόπο τη δικαίωσή του στη σύγχρονη πολυεπίπεδη και πολύμορφη κρίση της εποχής μας. Η κρίση αυτή διακυβεύει τις αξίες μας, την ηθική μας και το μέλλον - κυρίως - των νέων. Η προέλευση της κρίσης αυτής είναι πρώτιστα πολιτισμική, γιατί ο πολιτισμός μας στο όνομα της προόδου και του δήθεν φιλελευθερισμού διάβρωσε κάθε αξία αφού αποικιοποιήθηκε από την οικονομική πλευρά του.
          Σ’ αυτή την «πολιτισμένη» κοινωνία ο νέος είναι ο πιο αδύναμος κρίκος. Η πραγματικότητα συναντά το νέο σε μια θλίψη και μια μοναξιά, σε μια έρημο επικοινωνίας. Τη μοναξιά της μυστικής του θλίψης (όπως γράφει ο φιλόσοφος Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι) που καθορίζεται ως κατάσταση – σύμφωνα με τον ίδιο φιλόσοφο – από αυτό που ο Νίτσε ορίζει ως «μηδενισμό» και τον ορίζει ως εξής: «Μηδενισμός: λείπει ο σκοπός, λείπει η απάντηση στο «γιατί;» Τι σημαίνει Μηδενισμός; Ότι οι υπέρτατες αξίες χάνουν κάθε αξία».
          Αυτή λοιπόν η ερημοποίηση του νοήματος, αντιφάσκει στη ζωή και προφανώς με την άποψη του Γκέτε πως «ο άνθρωπος είναι μια ύπαρξη στραμμένη προς την παραγωγή νοήματος». Με άλλα λόγια η πραγματικότητα συγκρούεται με την ανθρώπινη φύση. Και η ανθρώπινη φύση φαίνεται να υποχωρεί στη πρώτη, κάνοντας το νέο δυστυχισμένο.
          Η ατομική δυστυχία του νέου δεν είναι η αιτία των καταστάσεων, αλλά η συνέπεια της πολυσχιδούς κρίσης που βιώνουμε όλοι μας. Και αυτή τη δυστυχία, κάποιοι - κήνσορες των νέων - προσπαθούν να την θεραπεύσουν με ηθικόλογες αοριστολογίες και γενικολογίες, λόγια έωλα,    επιβεβαιώνοντας  την ηθική και πολιτισμική παρακμή, αφού δεν απαντούν στο «γιατί;», ούτε ικανοποιούν τους νέους, ούτε θεραπεύουν τα αίτια της κρίσης.
          Η σύγχρονη πραγματικότητα καταγράφεται τόσο οδυνηρή γι’ αυτούς, αφού τους υποβάλλει σε μια διαδικασία διαψεύσεων και οι όποιες ερμηνείες των αλλαγών μόνο σύγχυση και αποπροσανατολισμό από τα πραγματικά αίτια της κρίσης τού προκαλούν. Έτσι ο νέος έμεινε ανερμάτιστος, αίολος, απο-γοητευμένος, με τις κινήσεις του να θυμίζουν το Rumble fish. Δύσθυμος λοιπόν, ευνουχισμένος από όνειρα και ιδανικά, παραγκωνισμένος, ηθικά και πνευματικά ορφανός, στο αίτημά του για υιική στοργή να εισπράττει την υϊκή συμπεριφορά της κοινωνίας, δικαιώνει την επιθετικότητά του, εξιδανικεύει τις αδικίες του, ωραιοποιεί τις αδυναμίες του και - εν τέλει - δικαιολογεί τη σκληρότητά του και τη ραθυμία του. Αρνείται να πιεστεί, να κουραστεί – έστω – για να μετρήσει τις δυνάμεις του. Και αυτό εκμεταλλεύονται όλοι οι αυτόκλητοι «σωτήρες» και του κατεβάζουν διαρκώς τον πήχυ, για να τον έχουν στην μετριότητα. Μεταλλάχθηκε ο νέος, από «Όλιβερ Τουίστ» που έμαθε να κοινωνικοποιείται, να αγωνίζεται και με τη μόρφωσή του να πορεύεται, σε «Χάρι Πότερ» που με το «μαγικό ραβδί του» θέλει να κατανοήσει και να αλλάξει τον κόσμο. Έτσι λοιπόν, οι κρατούσες συνθήκες έκαναν τον νέο μέτριο. Και ο μέτριος, είναι σχεδόν βέβαιο, πως δεν θα ξεσηκωθεί ποτέ κι ούτε θα αντισταθεί ποτέ. Τον γοήτευσαν δίνοντάς του αφειδώς την ύλη και του επέτρεψαν να βαυκαλίζεται πως με αυτή θα κατακτήσει την ευτυχία. Στην ουσία όμως δεν του προσέφεραν τίποτε άλλο παρά ένα παραισθησιογόνο που προκαλεί εθισμό, προκειμένου να καλύψει το εσωτερικό του κενό σε μια κοινωνία η οποία από πάλλουσα, αγαπητική κοινότητα ανθρώπων, έγινε απλώς επικοινωνία.Και την όλη κατάσταση που βιώνει  ο νέος  στην εποχή της κρίσης, την χαρακτηρίζουμε  εμείς  ως « ηθική εντροπία».  
          Αυτή η αφυδατωμένη από αισθήματα και αξίες εποχή, δεν φαίνεται να μπορεί να «ησυχάσει» το νέο ο οποίος έχει μια απροσμέτρητη ικανότητα - αφού  κατανοήσει - να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να αλλάζει τον κόσμο. Αποκτώντας ισχυρά κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά αντανακλαστικά θα είναι δυνατή η όποια αντίσταση. Και αυτά θα τα δώσει μια κοινωνία που θα ενδυναμώνει και θα υποστηρίζει, θα εμπιστεύεται και θα τονώνει τις πρωτοβουλίες του νέου, δίνοντάς του ελπίδα και προοπτική προκειμένου  να αντιτάξει στη δουλεία των στρεβλώσεων και την απότοκη τύφλωσή τους, τις καινοτόμες ιδέες του, τη δυναμική ψυχή του και το φιλελεύθερο και ανεξάρτητο, ατίθασο και δημιουργικό πνεύμα του.
          Δίνοντάς του «ένα ζευγάρι – μεταχειρισμένα έστω – ιδανικά» ο νέος είναι ικανός να αντιστρέψει την πολύμορφη κρίση (πολιτική, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική, ηθική) και  να αλλάξει τον κόσμο. Η αλήθεια είναι πως στους νέους απεικονίζονται οι γονείς, οι δάσκαλοι και η κοινωνία. Και εκεί πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες.
          Λειτουργούν οι θεσμοί; Υπάρχει σεβασμός στο Πρόσωπο; Οι αξίες αποτελούν σημείο αναφοράς μας; Έχει επέλθει πραγματική κάθαρση από στερεοτυπικές αντιλήψεις, προκαταλήψεις και παρωπιδικές συμπεριφορές που μας φέρνουν αξιακά και πολιτισμικά χιλιάδες χρόνια πίσω;
          Φοβόμαστε ότι ελάχιστοι θα απαντούσαν καταφατικά.
          Ο νέος όμως αντιστέκεται στην εργαλειοποίησή του και σαν άλλος Μπερανζέ στο «Ρινόκερο» του Ιονέσκο, υψώνει τη φωνή του: «Θα υπερασπιστώ τον εαυτό μου ενάντια σ’ όλο τον κόσμο… δεν θα καθίσω με σταυρωμένα χέρια, θα πολεμήσω…
Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος… και μέχρι να ’ρθει το τέλος θα παραμείνω άνθρωπος! Όχι δεν θα συνθηκολογήσω!... ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΑΝ ΚΙ ΕΣΑΣ!».
          Κι αυτή η κραυγή του νέου δεν είναι ο επιθανάτιος ρόγχος του… Είναι το ξεκίνημα!             

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Αncre de misericorde




μαραμπου τον φωνάζαμε, γιατί μιλούσε διαρκώς λόγια ναυτικά. Πόδι δεν είχε κουνήσει απ’ τη Δραπετσώνα. Εδώ γεννήθηκε, μεγάλωσε, ερωτεύτηκε, ξεσκόλισε, έκανε μεροκάματα. «Μαραμπού ο Δραπετσώνας!» Αγκωνάρι είχε το μπεγλέρι του πατέρα του. Του το παρέδωσαν με τα προσωπικά του είδη, όσα εννοείται περισυνέλεξαν μετά το ναυάγιο. Ήταν το δώρο του δικού του πατέρα όταν αυτός αποφάσισε να μπαρκάρει. Η στεριά δεν τον σήκωνε. Τέλειωσε τον «Προμηθέα» και σάλπαρε για μέρη ξωτικά. Πόσες φορές άραγε να μέτρησε τις δεκαεφτά του χάντρες;  
Όταν ξεμπάρκαρε, τον σεργιάνιζε σε κάθε σημείο του μεγάλου λιμανιού. Στο χέρι πάντα το μπεγλέρι. Ούτε στον ύπνο του δεν τ’ άφηνε. Με τις ώρες πάνω σε μια δέστρα, τον κάθιζε στα γόνατά του και του ’λεγε θαλασσινές ιστορίες. Κάθε φορά όμως τέλειωνε με την ίδια. "Το μήκος του κομπολογιού έχει μεγάλη σημασία. Πρέπει να ’ναι τόσο ακριβώς όσο χρειάζεται για να τυλίγεται γύρω από την παλάμη. Ανάμεσα στις δύο χάντρινες σειρές και τον “παππά” πρέπει να υπάρχει ένα κενό, μια απόσταση όσο το πλάτος της παλάμης του κατόχου του." Αυτή την ιστορία ο Μαραμπού την εμπέδωσε για τα καλά.  
Κάποτε τον ρώτησε: Γιατί όλα τα κομπολόγια έχουν μονό αριθμό χαντρών; Με ύφος καπετάνιου εκείνος απάντησε: "Η μονή χάντρα παίζει τον ρόλο της. Δεν επιτρέπει στο κομπολόι να φύγει απ’ τα χέρια μας. Αλλά το πιο σπουδαίο είν’ άλλο: ο μονός αριθμός φέρνει πάντα γούρι κι ευτυχία στον κάτοχό του. Γι’ αυτό πρόσεχε τα δάχτυλά σου! Δέκα μας έδωκε ο Θεός". Και του τα μέτραγε ένα ένα.
Μια μέρα τούς ειδοποίησαν απ’ την εταιρεία του καπετάν Γιώργη. Τα νερά βουρλίστηκαν κι έπνιξαν το γερασμένο σκαρί. Αμπαντονάρανε το πλοίο όταν ο συχωρεμένος προσπαθούσε να ποντίσει την «ιερή άγκυρα», την άγκυρα του ελέους. Γεμιτζής αναντάμ παπαντάμ ο καπετάν Γιώργης. Από τα δεκαπέντε του τον έφαγε η αρμύρα των βαποριών. Και τώρα η μαύρη άβυσσος.
Δεκαπέντε ήταν και ο Μαραμπού όταν αποφάσισε να γραφτεί στον «Προμηθέα». Πρώτος στη Μηχανολογία. Εσύ, παιδί μου, είσαι γεννημένος για τα καράβια, του ’λεγαν οι καθηγητές του. Αυτός ούτε να το σκεφτεί. Τη θάλασσα την ποθούσε σα γυναίκα, αλλά η ιδέα των ταξιδιών τον απωθούσε.
Από μικρός σχεδίαζε ατράκτους, λαιμούς, στέμματα, μπράτσα, παλάμες, ράμφη. Κάθε μέρος της άγκυρας το ’παιζε στα δάχτυλά του. Όταν αποφοίτησε, δεν δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά στο εργοστάσιο της γειτονιάς του «ΑΓΚΥΡΑΙ & ΑΛΥΣΕΙΣ ΠΛΟΙΩΝ». Εκεί έριξε κι αυτός τη δική του άγκυρα.
Με το μπεγλέρι του πατέρα του στο δεξί του χέρι, έγινε αρχιμάστορας στον εξοπλισμό της αγκυροβολίας. Σε λίγο η φήμη του διαδόθηκε μέχρι την Αυστραλία και τη Ν. Ζηλανδία. Κατασκεύαζε καδένες και άγκυρες για όλους τους τύπους καραβιών. «Στα πλοία οι καδένες μεταξύ τους δεν έχουν το ίδιο μήκος. Η μια καδένα έχει ένα κλειδί παραπάνω από την άλλη, για να μην μπλέκουν μεταξύ τους όταν είναι φουνταρισμένες». Εξηγούσε με σοβαρότητα προφέσορα στους νεότερους την τέχνη της μηχανουργίας. «Σημασία δεν παίζει το βάρος της άγκυρας αλλά το σχήμα. Αυτό είναι που σώζει σε έκτακτες συνθήκες το βαπόρι».
Κι άμα τύχαινε κάποιος να του ζητήσει το μπεγλέρι του, αρνιόταν με ευγένεια. Με το κομπολόι μάς συνδέει σχέση έρωτα και αφοσίωσης. Το μυστικό του βρίσκεται καλά κρυμμένο στις τέσσερις από τις πέντε αισθήσεις μας, στην όραση, στην αφή, στην ακοή και στην όσφρηση. Αν θες να ’χεις το σωστό για σένα κομπολόι, διάλεξε κείνο που θα σ’ ευχαριστεί και θα τέρπει τα μάτια, τα δάχτυλα και τ’ αφτιά σου. Τότε θα τ’ αγαπήσεις και θα σ’ αγαπήσει. Αν, έστω κι ένα από τα τρία αυτά λείπει, σημαίνει πως δεν κάνει για σένα. Το μπεγλέρι είναι σαν την άγκυρα. Άμα διαλέξεις τη σωστή, ποτέ δεν σε προδίδει. Κάθε πλοίο έχει τρεις άγκυρες, δυο στην πλώρη, μια στην πρύμνη. Το ίδιο κι αυτός. Δυο χέρια και τρίτο το μπεγλέρι.
Το γιατάκι του δεν τον σήκωνε πια. Η λαμαρίνα τρελαίνει τους ναυτικούς και αυτόν οι τέσσερις τοίχοι του σπιτιού. Κάθε βράδυ ο Μαραμπού, όταν τέλειωνε τη βάρδιά του, κατηφόριζε στα σκοτεινά μέχρι το λιμανάκι του Αϊ Νικόλα στο Κερατσίνι, εκεί, δίπλα στο φουγάρο της ΔΕΗ. Έμπαινε στο μπριγκαντίνι του, φόραγε τη νιτσεράδα του, καβάτζαρε τη Σαλαμίνα και κότσαρε αθόρυβα σαν πειρατής τα εμπορικά πλοία της ποντοπόρου που έστεκαν αρόδο. Κάποτε παραλίγο το καραντί να τον πνίξει. Έβγαζε τα ρούχα της δουλειάς, άλειφε το σώμα του με βαζελίνη και μ’ έναν υποβρύχιο φακό βούταγε στα μαύρα τα νερά. Βουτιά στα βρεχάμενα των αραγμένων καραβιών. Μετρούσε τα κλειδιά της καδένας και κατέβαινε. Κάθε κλειδί και μια προσευχή, μέχρι να δει την άγκυρα. Μπορούσε ν’ αναγνωρίσει κάθε τύπο: το πινέλλο που έλεγε κι ο πατέρας του, τις ένστυπες, τις άστυπες, τις Danforth, τις Bruce, το τεσσαροχάλι.
Μια μέρα, καθώς ξεστέλλιαζε ένα μηχάνημα, το δεξί του χέρι το ρούφηξε η μηχανή. Τρία δάχτυλα την τάισε. Γκαντεμιά! Έμεινε με δυο δάχτυλα στο καλό το χέρι. Δεν στενοχωρήθηκε τόσο που τον πετάξανε σα φύρα απ’ τη δουλειά. Πατημένα τα πενήντα πια. Γέρικο σκαρί. Βγήκε πρόωρα στη σύνταξη. Πώς να παίζει, όμως, με το ζερβό το χέρι το μπεγλέρι; Τόσα χρόνια ήταν η προέκταση του καλού χεριού. Κι αυτό το άντεξε. Τραβέρσο ήταν όλη η ζωή του. Τώρα θα κώλωνε;
Ένα βράδυ πλεύρισε έναν Ολλαντέζο, πεντακόσιες οργυιές μακριά απ’ τα Κανάκια. Χάζευε ώρα το πελώριο όκιο, ρουφήχτρα που θέλει να σε φάει, τη σαλαμάστρα, το σταντάρδο. Διέκρινε το παραπέτο, την τιμονιέρα κι είδε τον πατέρα του να μελετά τους πορτολάνους και να μετρά μια μια τις χάντρες. Πόσο όμορφα κουδούνιζαν!
Σαν γιγάντιο χέλι γλιστρούσε στα νερά η καδένα της δεξιάς του άγκυρας. Χάιδεψε τη φούντα, άφησε χάμω το μπεγλέρι και χωρίς δεύτερη σκέψη βούτηξε. Το ένα νύχι της άγκυρας εξείχε επικίνδυνα απ’ τον βυθό κι η καδένα είχε μπλεχτεί. Είδε την άγκυρα να αποσπάται. Τίποτ’ άλλο. 
(Δ.Χ., από τις "δημόσιες ιστορίες")