Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Η Δωρεά οργάνων ως ηθική πράξη




Γράφουν οι: Δρ. Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, Φιλόλογος
                      και ο Ανδρέας Ν. Νικολόπουλος, μαθητής Λυκείου
             

«Το γεγονός πως η καρδιά της κόρης μου Katelyn χτυπάει ακόμα παρ’ όλο που εκείνη δεν είναι πια στη ζωή, μου χαρίζει γαλήνη». Δήλωσε ο Shawn Zimmerman. Η στιγμή που ο Shawn Zimmerman από τη Φλόριντα τοποθέτησε το στηθοσκόπιο στο στήθος ενός 14χρονου αγοριού για να ακούσει την καρδιά της 14χρονης κόρης του Katelyn, που έχασε τη ζωή της σε ατύχημα, θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη του. Η συγκίνηση που προκάλεσε σε όλους μας ίσως γίνει η απαρχή ώστε να αρθούν οι φοβικές προκαταλήψεις μας όσον αφορά στο ζήτημα της δωρεάς οργάνων.
          Σε μια εποχή που τα δείγματα ανθρωπιάς σπανίζουν, σε μια εποχή του «υπερτροφικού εγώ» που επιβάλει τη λογική πως ο άνθρωπος είναι μέσον και ότι σκοπός, η δωρεά οργάνων ως συνειδητή πράξη, ως θυσιαστική πράξη αγάπης, φαίνεται με μια πρώτη ματιά πως είναι κατασκευασμένη από το υλικό με το οποίο φτιάχνουμε τα όνειρα. Σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει τη στάση του ανθρώπου απέναντι στο ζήτημα της δωρεάς οργάνων, αποτελεί τόσο η ετερόνομη όσο και η αυτόνομη ηθική. Κι αν η πρώτη αναφέρεται στην ηθική που διαμορφώνεται από κάποια εξωτερική αυθεντία με θρησκευτικό ή άλλο κύρος, η δεύτερη πηγάζει από τον ίδιο τον άνθρωπο και αναφέρεται στη συνείδηση του κάθε ανθρώπου. Συνεπώς όταν η υπέρτατη αξία γίνεται η αγάπη προς τον εαυτό μας και απουσιάζει κάθε έννοια ενσυναίσθησης, «δικαιολογείται» η αντιμετώπιση της δωρεάς οργάνων ως συμπτωματική των πιο πάνω συνιστωσών. Όσο όμως και αν επιχειρηματολογεί υπέρ του εγώ η αλλοτριωμένη συνείδηση του ανθρώπου της εποχής μας, τα επιχειρήματά της είναι μαχητά, αφού η δωρεά οργάνων αποτελεί προϊόν αγάπης, δώρο στο συνάνθρωπο και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αξία της ως πράξη ανθρωπισμού.
          Ο καθηγητής Engelhardt αναφέρει πως: «είναι καλό και ευγενές πράγμα το να προσφέρει το σώμα του κάποιος στο συνάνθρωπό του που το έχει ανάγκη». Κάθε αντίθετη άποψη προς αυτήν του Engelhardt δεν συνάδει ούτε με την έννοια του ανθρωπισμού ούτε με τον αξιακό κώδικα, αλλά αντίθετα ενισχύει την άποψη πως ο άνθρωπος της εποχής μας σχετικοποιεί μια απόλυτα ηθική πράξη όταν δεν αφορά τον ίδιο και απολυτοποιεί την ίδια πράξη ως ηθική όταν πρόκειται για τον ίδιο. Η δωρεά οργάνων ως πράξη ηθική συνιστά καθήκον του ανθρώπου για να ολοκληρώσει τον προορισμό του. Σε επιστημονικό επίπεδο και με δεδομένο τον επίκαιρο χαρακτήρα της αντιμετωπίζεται με εξαιρετικό ενδιαφέρον τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο από ανθρώπους του πνεύματος και από διάφορες επιστημονικές κοινότητες (νομική, ιατρική, θεολογία, ψυχολογία, φιλοσοφία, κοινωνιολογία κ.ά.). Οι γνωστές θρησκείες (ετερόνομη ηθική) αποδέχονται την ιδέα και την προοπτική της δωρεάς οργάνων, διαβλέποντας στην πράξη αυτή μια έντονη έκφραση αγάπης και αλληλεγγύης, αυτοθυσίας προς τον συνάνθρωπο και αγαπητικής προσφοράς. Έτσι οι μεταμοσχεύσεις κατ’ αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν μοναδική ευκαιρία ώστε η μεταξύ μας κοινωνία και η συγγένειά μας ως ανθρώπων να βρει την απόλυτη έκφραση στη ζωή  μας. Υπό πνευματική έννοια, ως πράξη που υπερβαίνει τον ατομικισμό και συνδέει τους ανθρώπους με σχέση αμοιβαιότητας, η δωρεά οργάνων δεν σημαίνει ότι προσφέρουμε κάτι από την περιουσία μας αλλά μοιραζόμαστε κομμάτια της υπόστασής μας.
          Συνεπώς, δεν αποτελεί ύβρη του δότη προς το σώμα του, αντίθετα μεταμορφώνει το δράμα του λήπτη σε ελπίδα ζωής.
          Θα αδικούσαμε όμως, γεγονός που δεν είναι στις προθέσεις μας, τους ανθρώπους που δυσκολεύονται, αδικαιολόγητα ίσως, να αγκαλιάσουν την ιδέα της δωρεάς οργάνωση και να γίνουν και οι ίδιοι δωρητές, αφού δεν υπάρχει πλήρης ενημέρωση για το θέμα αυτό και επιστήμονες με μειωμένη συνείδηση που υπηρετούν το δόγμα «η επιστήμη για την επιστήμη» τους έχουν δώσει συνειδησιακό άλλοθι, ώστε να παραβλέψουν το γεγονός πως όλοι είμαστε εν δυνάμει λήπτες. Προς την κατεύθυνση δημιουργίας φοβιών ανασχετικών της όποιας διάθεσης να γίνει κάποιος δωρητής οργάνων είναι και η γενική άρνηση στην ιδέα του θανάτου, αφού οι συγγενείς αρνούνται να συνειδητοποιήσουν πως ο άνθρωπός τους δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Επίσης πολλοί πολίτες φοβούνται να γίνουν δωρητές λόγω της πιθανής εμπορευματοποίησής τους. Αυτό συμβαίνει διότι η έλλειψη μοσχευμάτων δημιουργεί τον κίνδυνο της εμπορευματοποίησης και της εκμετάλλευσης φτωχών ανθρώπων. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο «τουρισμός μεταμόσχευσης» όπου Ασιάτες έκαναν ταξίδια στην Ινδία και σε άλλες περιοχές της Ν.Α. Ασίας για να αγοράσουν όργανα από φτωχούς δότες. Στις ανεπτυγμένες όμως χώρες οι περιπτώσεις αυτές είναι ελαχιστοποιημένες και οι όποιες αντιδράσεις εγείρονται στην ελληνική κοινωνία μάλλον είναι προϊόν μη σωστής ενημέρωσης, χαλκευμένων γεγονότων και γενικότερα μιας νοοτροπίας στην οποία λανθάνει η κοινωνική προκατάληψη.
          Τέλος, είναι χρέος μας να τονίσουμε πως «όσο υπάρχει και η ελάχιστη ελπίδα επιβίωσης, αφαίρεση οργάνων δεν γίνεται». Στους παράγοντες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους στη λήψη απόφασης για δωρεά οργάνων οφείλουμε να προσθέσουμε και την έννοια του εγκεφαλικού θανάτου, ο οποίος αρχικά εμφανίζεται ως ανεπανόρθωτο κώμα «comma depasse». Ο όρος «comma» παρέπεμπε σε απώλεια συνείδησης ενώ ο όρος «depasse» περιέγραφε μια κατάσταση απόλυτη και μη αναστρέψιμη. Σήμερα, ο εγκεφαλικός θάνατος (brain death) όπως αναφέρει ο Αλκ. Κωστάκης, σημαίνει μη αναστρέψιμη βλάβη του εγκεφάλου, με μόνιμη απώλεια όλων των λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους (brain stem death). Η διάγνωση και τα κριτήρια του εγκεφαλικού θανάτου είναι ιατρικά και καθορίζονται με αναγνωρισμένες παγκοσμίως τεχνικές. Άλλωστε στην πιστοποίηση του θανάτου δε συμμετέχει γιατρός που ανήκει στην μεταμοσχευτική ομάδα.
          Οι προκαταλήψεις, τα συμφέροντα και η μετατόπιση του κέντρου βάρους των αξιών της εποχής μας από τον άνθρωπο στο χρήμα υψώνουν τοίχους σε κάθε διάθεση προσφοράς, σε κάθε αγαπητική διάθεση του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπό του. Στο πολυσύνθετο ζήτημα της δωρεάς οργάνων οι ασφαλιστικές δικλίδες που θα υποδειχθούν, θα διασφαλίσουν τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η κριτική στάση απέναντι στα μεγάλα ηθική διλήμματα είναι θεμιτή, με την έννοια πως αυτή θα λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στη θεωρία και στη πράξη και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να τροχοπεδήσει την πρόοδο, να περιορίσει την ανθρώπινη ελευθερία και να αποσιωπήσει την ανάγκη του ανθρώπου για ζωή ενδίδοντας σε στερεοτυπικές αντιλήψεις, υποχωρώντας στη δύναμη της άγνοιας και εκχωρώντας το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησής μας σε ανερμάτιστες αξιολογικές κρίσεις, που μάλλον προέρχονται από έναν άλλο αιώνα και υποστηρίζονται από την αντίστοιχη ηθική του. Ο ρόλος του κράτους προς την κατεύθυνση της αξιόπιστης ενημέρωσης του κοινού, σχετικά με το ζήτημα της δωρεάς οργάνων ώστε να διαμορφώσει θετικό κλίμα είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Παράλληλα και το προσωπικό των ιατρικών μονάδων θα πρέπει να είναι άρτια και σωστά εκπαιδευμένο ώστε να χειρίζεται κατάλληλα και με την ανάλογη ευαισθησία το θέμα.
          Η κατάθεση ψυχής μιας μάνας που προσέφερε τα όργανα του παιδιού της, είναι ο,τι πιο δυνατό και αληθινό  για να ευαισθητοποιηθούμε όλοι μας  και να κατανοήσουμε την δωρεά οργάνων ως μια πράξη ηθική, βαθιά ανθρώπινη και καθήκον όλων μας:
«Ο θάνατος είχε έρθει κι εγώ νόμιζα ότι ζω ένα κακό όνειρο από το οποίο θα ξέφευγα απλά με το να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. Μου πήρε χρόνο λίγο, μα πολλά κομμάτια ψυχής και μυαλού για να συνειδητοποιήσω ότι βρισκόμουν αδύναμη και εντελώς ανήμπορη να αποτρέψω το τέλος του παιδιού μου. Η δωρεά οργάνων ήρθε στη σκέψη μου εντελώς φυσικά. Κανείς δεν με ενημέρωσε, κανείς δεν μου το ζήτησε. Ήταν σαν κάτι που υπαγορεύτηκε από τη συνείδησή μου, κάτι που έγινε από μέσα μου. Ήθελα πολύ το χαμόγελο του παιδιού μου να ανθίσει σε χείλη άλλων. Τα ‘σωθικά’ της να χαρίσουν ποιότητα ζωής ή και την ίδια τη ζωή σε κάποιους που τα είχαν ανάγκη και με αυτά θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Δεν ξέρω ποιοι είναι, δε θέλησα να μάθω. Αισθάνομαι πως το παιδί μου ‘ζει’ μέσα από τη ζωή που χάρισε σε άλλους…»

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Αλκιβιάδου και Αγορακρίτου γωνία.




Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
 στον πάτο του φωταγωγού.
[Κατερίνα Γώγου, Μοναξιά]

ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΠΑΓΚΑΚΙ καθόταν από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Αλκιβιάδου και Αγορακρίτου γωνία. Στην αρχή μαζί με τη μητέρα του, έπειτα μόνος. Κανείς άλλος δεν καθόταν. Ένας άτυπος κώδικας ίσχυε που τον γνώριζαν σιωπηρά οι θαμώνες της πλατείας. Το παγκάκι τού ανήκε δικαιωματικά.
Ήταν ένα ξύλινο παγκάκι, σε βαθύ σκουροπράσινο χρώμα. Το φρόντιζε λες κι ήταν το κρεβάτι του. Το σκούπιζε καθημερινά μ’ ένα βρεγμένο πανί, μετά το πέρναγε ένα χέρι με στεγνό, μην μείνει υγρασία και φουσκώσει το ξύλο, και στο τέλος μ’ ένα καθαριστικό. Ύστερα τοποθετούσε με μεγάλη προσοχή ένα τετράγωνο ύφασμα κι από πάνω ένα μαξιλάρι. Το περιεργαζόταν από κάθε πλευρά, έκανε με τα χέρια του δοκιμή ανθεκτικότητας, λες και θα ίππευε άλογο, κι έκανε μια γρήγορη γύρα. Σβινννννν.
Τον χειμώνα μάλιστα το έβαφε με βερνίκι για να προστατευτεί το ξύλο. Αυτή η τελετουργία επαναλαμβανόταν με χειρουργική ακρίβεια όλες τις μέρες, ακόμα και τις ακατάλληλες. Σ’ αυτές τις έκτακτες περιπτώσεις προμηθευόταν τα αναγκαία: ομπρέλα, αδιάβροχο και κουβέρτα τον χειμώνα· παγωμένο νερό και καπέλο το καλοκαίρι.
Το ωράριο ήταν κι αυτό καθορισμένο. Το πρωί χτυπούσε κάρτα, όταν το ρολόι της εκκλησίας σήμαινε δέκα φορές, και το μεσημέρι σχόλαγε στη μία. Το απόγευμα ξανά στις πέντε και τέλος βάρδιας στις επτά. Το καλοκαίρι, κατ’ εξαίρεση, παρέτεινε τη διαμονή του μέχρι τη δύση του ηλίου.
Με τον καιρό έγινε το ιερό σύμβολο της πλατείας. Απέκτησε με το σπαθί του αυτό το δικαίωμα. Η μεγαλύτερη «επιβράβευση», όμως, ήρθε όταν κάποιοι γείτονες μετονόμασαν την πλατεία προς «τιμήν» του. Όταν άκουγε τη λέξη, έσειε το κεφάλι και κουνούσε ακανόνιστα τα χέρια. Ήταν στιγμές που το μυαλό του κόλλαγε.
Αγόραζε πασατέμπο, ποπ κορν, κουλούρια, παγωτά. Τα ’τρωγε μόνος του, όταν δεν του ’πεφταν χάμω. Ακόμα και τα περιστέρια δεν πλησίαζαν κοντά. Φοβόντουσαν και πέταγαν μακριά, αφήνοντας ενθύμιο τα φτερά τους.
Τα παιδιά σκαρφάλωναν στις τσουλήθρες, τραμπαλίζονταν, έτρεχαν, έπαιζαν κρυφτό. Πάντα σε απόσταση ασφαλείας απ’ το παγκάκι. Απέφευγαν το ναρκοπέδιο. Δεν πατούσαν στην απαγορευμένη περιοχή. Όλοι το ήξεραν. Η ασθένεια μπορεί να είναι μεταδοτική. Δεν βλάπτουν λοιπόν τα προληπτικά μέτρα. Ειδικά όταν έχεις μικρά παιδιά.
Τ’ άλλα παγκάκια είχαν επισκέπτες που εναλλάσσονταν. Απόμαχοι της ζωής που λογάριαζαν πόσες μέρες τούς απόμειναν, ζευγαράκια που σαχλαμάριζαν προκλητικά, ανέραστες γυναίκες που φαντασιώνονταν ερωτικές περιπέτειες, άγουρα παιδιά σε μόνιμη έκσταση, μαθητές που το ’σκασαν απ’ το σχολείο ή το σπίτι, άτυχες υπάρξεις χωρίς στέγη που έσπρωχναν τον χρόνο, ηδονοβλεψίες κάθε λογής, νομοταγείς απατεώνες, επιδέξιοι ρήτορες και αστείοι σαλτιμπάγκοι.
Τους γνώριζε όλους έναν προς έναν. Επί χρόνια κατέγραφε κάθε τους κίνηση, κάθε τους νεύμα, κάθε σύσπαση του προσώπου τους. Είχε το προνόμιο να είναι και να μην είναι, να υπάρχει σαν αερικό, χωρίς σάρκα και οστά. Λίγο λίγο εξάσκησε την ικανότητα να μπαίνει στο μυαλό τους και να διαβάζει τη σκέψη τους. Δεν τους μισούσε· μάλλον αδιάφορο τον άφηναν.
Με τον καιρό ο κόσμος μεταμορφωνόταν επικίνδυνα σε αράχνες που στήνουν επιδέξια τον ιστό τους, και το αντιλαμβανόταν μόνο αυτός. Υπάρξεις που σέρνονταν άσκοπα σαν φίδια, βλαστημούσαν όλη την ώρα, βάτραχοι που γούρλωναν τ’ άδεια τους μάτια, ύψωναν τα χέρια απειλητικά, έσφιγγαν τις σιδερένιες γροθιές τους. Δεν άργησαν να διαπληκτίζονται μπροστά του, να ψάχνουν ενόχους, να δικάζουν και να καταδικάζουν. Να ετοιμάζουν σταυρούς. Τα πράγματα αγρίευαν. Ένα κύμα φόβου σηκωνόταν απειλητικό να τους πνίξει όλους.
Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα κατευθύνθηκε αργά προς το παγκάκι. Το σκούπισε, έβαλε το μαλακό ύφασμα και το μαξιλαράκι κι έκατσε με προσοχή, αφήνοντας στην άκρη το δίτροχο. Ήταν ωραία. Θα διάβαζε τον «Οθέλλο». Κάθε μέρα έπαιρνε μαζί του κι ένα διαφορετικό έργο του μεγάλου δραματουργού. Αν δεν είχε μαραμένα πόδια και ο διακόπτης του μυαλού του δεν έκλεινε τόσο συχνά, θα ήθελε να υποδυθεί στη σκηνή τούς σκοτεινούς ήρωες, Άμλετ, Ριχάρδο τον Γ΄, Ιάγο, Όμπερον, Σάιλοκ. «Μόνο έτσι μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει την προέλευση του κακού», έσκυβε και ’λεγε ψιθυριστά στο καροτσάκι του.
Η πλατεία «Αναπήρων» εκείνο το απόγευμα δεν άργησε να γίνει μια ολοζώντανη θεατρική σκηνή, με πρωταγωνιστές τους παλαιούς θαμώνες και κάποιους λαθραίους που τον τελευταίο καιρό κατασκήνωσαν στον χώρο. Μυρίστηκε μπαρούτι κι απομακρύνθηκε έγκαιρα. Δεν έφυγε· χώθηκε με δυσκολία κάτω από το υπόστεγο της εκκλησίας. Σε λίγη ώρα δεν έμεινε τίποτε όρθιο. Μια φονική καταιγίδα τα σάρωσε όλα. Πλακάκια, κάγκελα, κούνιες… μια άμορφη μάζα. Κάποιοι γείτονές του, μάλιστα, ξήλωσαν το παγκάκι του και με τα καδρόνια χτυπούσαν σαν μανιακοί τον αέρα, τα κουρέλια, αδιακρίτως.
Οι πολεμικές ιαχές κορυφώθηκαν και τότε άρχισε η επιδρομή. Όλος ο θίασος βγήκε επί σκηνής για το ένδοξο φινάλε. Το έργο ολοκληρώθηκε με τον διωγμό των «βαρβάρων». Το κοινό των  κατοίκων επευφημούσε απ’ τους εξώστες, ξεσπώντας σε παρατεταμένα χειροκροτήματα. Μπίζαρε τους πρωταγωνιστές και τους ξανάβγαλε στη σκηνή. Ήταν οι ίδιοι που τόσα χρόνια τον απέφευγαν σαν το μίασμα της πλατείας. Μόνο που τώρα δεν θα ασχολούνταν άλλο μαζί μου, σκέφτηκε. Βρήκαν καινούργιους «εχθρούς».
Έκανε μεταβολή να φύγει, μα ένα πλήθος ανόητων του ’κλεινε το δρόμο, αυτός επιτάχυνε, φώναξε, έσπρωξε τις ρόδες μ’ όλη του τη δύναμη. Άκουσε μια κραυγή. «Σκουλήκια σακάτηδες». Βρέθηκε κάτω απ’ το δίτροχο. Ένιωσε αποκαμωμένος κι έκλεισε τα μάτια του.
*

Οι φθορές αποκαταστάθηκαν σ’ ένα μήνα και κάποιο πρωί ένα καροτσάκι τσουλούσε αθόρυβα στην πλατεία. Το παλιό παγκάκι είχε αντικατασταθεί μ’ ένα ολοκαίνουργιο. Βολεύτηκε στα γρήγορα, αλλά ένας κόμπος έσφιξε σαν τανάλια το στομάχι του. Διπλώθηκε στα δυο. Παρατήρησε πως τα κουρέλια είχαν εξαφανιστεί, λες και κάποιο αόρατο χέρι τράβηξε την κουίντα της σκηνής. Τα παιδιά έτρεχαν ανέμελα, ένα ζευγαράκι φιλιόταν προκλητικά στο απέναντι παγκάκι, κάποιοι συνταξιούχοι έπαιζαν αμέριμνοι τάβλι. Γύρισε το κεφάλι του απ’ την άλλη μεριά. Ακρωτηριασμένοι ψυχικά, πτωχοί τω πνεύματι – που έλεγαν και στην εκκλησία – ξέχασαν τις ασωτίες τους, τις αμαρτίες τους, τα ανομολόγητα κρίματά τους, διέγραψαν μεμιάς την ιστορία τους, και ακόνιζαν τα φονικά τους ένστικτα.
*
Ο κυριακάτικος ήλιος τσουρούφλιζε κι έβαλε το καπέλο του. Απ’ τα μεγάφωνα της εκκλησίας άκουγε το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: Ξένος ήμουν και δεν μου εδώκατε να φάγω…
Απ’ την πίσω πλευρά της πλατείας, μέσα απ’ τους θάμνους πρόβαλαν τρεκλίζοντας δυο πλάσματα, με μάτια μαυρισμένα απ’ την πείνα, πόδια κλαράκια, βήμα αναποφάσιστο, που έσερναν ένα καρότσι με λογής λογής σιδερικά.
Είδε αίφνης τον εαυτό του - πέντε χρονών θα ’τανε - όταν η μητέρα του τον έφερε για πρώτη φορά στην πλατεία. Ντρεπόταν τόσο πολύ τ’ άλλα παιδιά. Τον φόβιζαν -μαμά, πάμε να φύγουμε, τώρα!- δεν έβρισκαν πουθενά χώρο για να καθίσουν. Ένας ηλικιωμένος τούς κάλεσε σ’ ένα σκουροπράσινο παγκάκι και τους πρόσφερε ποπ κορν.
Δεν το πολυσκέφτηκε. Τους έγνεψε να σιμώσουν. Το καρότσι του θα είχε πλέον συντροφιά. Τα κουλούρια μόλις βγήκαν απ’ τον φούρνο και μοσχομύριζαν, το ποπ κορν άχνιζε μέσα στο σακουλάκι. Τα νερά ήταν παγωμένα. Τους φίλεψε. Εκεί, Αλκιβιάδου και Αγορακρίτου γωνία.


Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Ευγενία Μπογιάνου, «Μόνο ο αέρας ακουγόταν» (Μεταίχμιο, 2016)



Της Ελένης Πατσιατζή
 

Η νέα συλλογή διηγημάτων της Ε. Μπογιάνου «Μόνο ο αέρας ακουγόταν» μάς υποδέχεται με motto στίχους της ποιήτριας Τζένης Μαστοράκη.

«Βουλιάζουμε ολοένα και πιο βαθιά μέσα μας.
Αποκρυπτογραφούμε τους ήχους της απόλυτης σιγαλιάς
και οι κραυγές των χρωμάτων μας πληγώνουν»

«Βουλιάζουμε». Το συλλογικό βίωμα, μέσα από τη χρήση του α’ πληθυντικού προσώπου, παρόν και εφιαλτικό αλλά και διαρκές («ολοένα»). Η ποιήτρια και η συγγραφέας, ωστόσο, καταβυθίζονται εντός τους, ανασύροντας μνήμες ατομικές τις οποίες συνυφαίνουν με τις συλλογικές. Μνήμες που αποκρυπτογραφούνται και εκφράζονται μέσα από τα γλωσσικά σημεία.
 

Susanna, L. Freud
«Οι Μνήμες σκοτώνουν» (“Memories are killing”)[1], μας προειδοποιεί ο Μπέκετ. Ποιες μνήμες; Αυτές του παρελθόντος (με την ανάκληση συμβάντων) ή αυτές του μέλλοντος (με την ανάκληση μιας προβολής του ατόμου στο μέλλον); Αφήνουμε το ερώτημα μετέωρο, καθώς δεν γίνεται να απαλλαγούμε από τον Χρόνο και τα τραύματα που προκαλεί. Το ίδιο συμβαίνει με τους  ήρωες και τις ηρωίδες στα δεκατέσσερα διηγήματα της Μπογιάνου. Όλοι/-ες τους είναι πάσχοντα, τραυματισμένα υποκείμενα που απώλεσαν κάθε βεβαιότητα -πλην εκείνης του θανάτου. Πορεύονται μόνοι/-ες στο παροντικό δυστοπικό περιβάλλον της κρίσης που επιτείνει τα αδιέξοδα και ενισχύει την υπαρξιακή οδύνη τους. Οι ζωές τους  κινούνται διαρκώς στο μεταίχμιο του Πριν και του Μετά την Απώλεια (εργασίας, αγαπημένων προσώπων, πατρίδας, αθωότητας, ταυτότητας). Παρελθόν και παρόν συμφύρονται, ρευστοποιούνται και παραμορφώνονται μέσα από τις σύνθετες λειτουργίες της Μνήμης. Το πρόσφατο παρελθόν βιώνεται ως διαρκής απειλή και οδύνη, όπως και το μέλλον. Ως πρόσωπα, ωστόσο, ζουν στο παρόν, εντός του συγκεκριμένου πολιτισμικού χρόνου, διαμορφώνοντας μια ευδιάκριτη αίσθηση κοινωνικού χρόνου και ιστορικής εξέλιξης.

Η Ιστορία, και δη η παροντική συνθήκη της κρίσης, είναι παρούσα και καταλυτική για τη ζωή τους. Η συγγραφέας παράγει λόγο post actum της πραγματικότητας εν τόπω και χρόνω. Η "κρίση", όρος πρωτεϊκός που νοηματοδοτείται ανάλογα με το περικείμενο, αναδύεται μέσα από τα κείμενα  σε όλες τις μορφές της: ηθική, οικονομική, πολιτισμική, προσφυγική. Ο χωρόχρονος της κρίσης, ως ιστορικής και πολιτισμικής συνθήκης, συνδέεται με το ερώτημα πώς να ζούμε και πώς να επιθυμούμε, συνδέεται, επομένως, με τη διακυβέρνηση της ζωής και των ορίων της και παράγει σημασίες που διαχέονται και στη λογοτεχνική παραγωγή καθώς η λογοτεχνική γλώσσα γίνεται ο ιμάντας αλληλόδρασης του ατομικού με το συλλογικό.
 

Black In Deep Red, Mark Rothko
Η Μπογιάνου δεν ασχολείται, ευτυχώς, με υφολογικές ασκήσεις αποστειρωμένου γλωσσολογικού εργαστηρίου. Διασυνδέει το υποκειμενικό με το αντικειμενικό, τη μορφή με το περιεχόμενο, την ιστορία του λόγου με τον λόγο της ιστορίας. Οι ήρωες και οι ηρωίδες της είναι δρώντα υποκείμενα, έχουν σάρκα και οστά.  Νέοι και νέες, μετανάστες, πρόσφυγες, άστεγοι, πρόσωπα σε ηλικιακά μεταίχμια κινούνται διαρκώς σε επισφαλή όρια, αποκτούν υλικότητα και  γίνονται ορατοί/-ες μέσω των σημείων της  γλώσσας. Το έργο της Μπογιάνου έχει υπαρξιακό αλλά και βαθύτατα κοινωνικό περιεχόμενο θυμίζοντάς μας τη βασική θέση του Μπαχτίν πως το σημείο δεν είναι ένα ατομικό συνειδησιακό γεγονός αναγόμενο στους κόλπους της ψυχολογίας αλλά ένα γεγονός κοινωνικό. Άλλωστε, κατά τον Μπαχτίν, η γλώσσα –επομένως και τα σημεία που εμπεριέχει- έχει πάντοτε κοινωνικό χαρακτήρα. Κάθε βιβλίο δεν μπορεί παρά να είναι λογοτεχνικά σημαίνον σε έναν αμοιβαίο, ενεργητικό και έντονο προσδιορισμό με την πραγματικότητα [2].

Η Μπογιάνου δεν διαλέγεται μόνο με το κοινωνικό αλλά και με την ρευστότητα των ορίων των καλλιτεχνικών πεδίων. Η εικονοπλαστική της ικανότητα παραπέμπει στην τέχνη της ζωγραφικής και ιδιαίτερα στην παράδοση των  εξπρεσιονιστικών ρευμάτων, οι σιωπές και ο εσωτερικός ρυθμός  στην ποίηση. Αποδεικνύει πως ο πολιτισμικός χώρος είναι ένας εσωτερικός χώρος με διαπερατότητα των όψεών του. Παράλληλα, αναζητά τρόπους να κάνει ορατό το εργαστήριό της καταγράφοντας τα στάδια συγγραφής ενός διηγήματος στο «Η παρτίδα είναι χαμένη από χέρι», ενώ στο «Ο Λούσιαν Φρόιντ πίνει τσίπουρο» μας κάνει κοινωνούς της τιτάνιας -και εν πολλοίς- μεταφυσικής προσπάθειας να ειπωθεί το ανείπωτο, να γίνει ορατό το αόρατο, να σαρκωθεί το πνεύμα με μόνο μέσο την εναγώνια άσκηση λόγου και την εφαρμογή ποικίλων αφηγηματικών τεχνικών.
 

Entrance to Subway, M. Rothko
Όπως και ο παραστατικός ζωγράφος Λούσιαν Φρόιντ, που αναφέρεται στο πιο κρυπτικό και αυτοαναφορικό διήγημα της συλλογής, η συγγραφέας απεικόνισε τους ήρωες και τις ηρωίδες της ως πρόσωπα τραγικά γυμνά, κατανοώντας κι αναδεικνύοντας τη θεμελιώδη μοναξιά τους. Κάθε διήγημα της συλλογής μάς παρουσιάζει ένα διαφορετικό πορτραίτο βαθιά χαραγμένο από Απώλειες-Σημάδια που υπογραμμίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ψυχοσύνθεσης του  προσώπου που παρουσιάζεται. Τα περισσότερα υποκείμενα πενθούν, πάσχουν,  αλλά η τονικότητα των διηγημάτων δεν είναι ελεγειακή. Θα ήταν αφηγήματα μονόχορδα και προβλέψιμα. Η Παρουσία της Απουσίας κάνει μεν τις πληγές  να χαίνουν, αλλά τα πρόσωπα αντιστέκονται σθεναρά στην αυτολύπηση και στην παραίτηση. Απορούν και αντιστέκονται στη Λήθη υπερασπιζόμενα την προσωπική τους Α-λήθεια. «Οι κραυγές των χρωμάτων» τα πληγώνουν, για να θυμηθούμε το motto της Τ. Μαστοράκη.
 

Θλίψη, Vincent Willem van Gogh
Η ποιήτρια  γράφει επίσης: 

«Μαθαίνουμε να διαβάζουμε συλλαβιστά
τις μεγάλες κραυγές».

Αυτό είναι κάτι που μας μαθαίνει, κινούμενη διαρκώς στα όρια ανάμεσα στο Εγώ και στο Εμείς, συλλαβή τη συλλαβή, με τη νέα της συλλογή η Ε. Μπογιάνου.


[1]  S. Beckett, "The Expelled" (1954)
[2] Bakhtin, Μ. (1980). Προβλήματα Λογοτεχνίας και Αισθητικής. Αθήνα: πλέθρον