Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

Μνημόσυνη πεζοπορία στις σκιές



Ευάγγελος Αυδίκος
Οδός Οφθαλμιατρείου
Μυθιστόρημα
εκδ. Εστία

«Σκαλί σκαλί κατεβαίνω στην ψυχή των απόντων, μνημόσυνη πεζοπορία στις σκιές. Στα ρουμάνια και τις βρύσες. Στους θρύλους και τις παραδόσεις, τους ήχους της φύσης και τα κρυφομιλήματα των τόπων. Σε όσα σου εκμυστηρεύτηκαν τα βουνά, οι σπηλιές, τα δέντρα, τα πρόβατα και οι άνθρωποι στις πολύχρονες περιπλανήσεις σου από πέτρα σε πέτρα, από μύλο σε νεροτριβή, από ρυάκια σε ποτάμια, από καλντερίμια σε πλατείες, βρύσες και κατώγια» (σ. 80)


Ο Αυδίκος μάς δίνει ένα μυθιστόρημα όπου ένας συγγραφέας γράφει πώς ο εικοσιπεντάχρονος Κρυστ Σούλτις έγινε συγγραφέας και τελικά ο ίδιος ο συγγραφέας μας κατέληξε να γράψει αυτό το βιβλίο.

Ο Αυδίκος, με εργαλείο την για χρόνια σφυρηλατημένη γραφή του στο αμόνι της παράδοσης, σκάβει βαθιά στο παρελθόν, να βρει πολύτιμα κοιτάσματα, γλωσσικούς θησαυρούς, μαλάματα έκφρασης αλλά και αναγκαίους οδοδείκτες για το παρόν και το μέλλον. «Ήρθε η ώρα να θυμηθώ. Να κερδίσω το μέλλον». Η περιπλάνηση στο λογοτεχνικό μας παρελθόν όχι ως νοσταλγική αναπόληση και μυθοποίηση της ηθογραφίας και φόρος τιμής σε έναν άδικα λησμονημένο ποιητή, αλλά ως αδήριτη αναγκαιότητα να ιχνηλατήσουμε ένα μονοπάτι που θα μας βγάλει σε ένα ξέφωτο. «Έρχονται μέρες που ξανακερδίζω τ’ όνομά μου. Νάρκη ψυχή θα σε πατήσω σαν οχιά».

Λένε πως ένα βιβλίο είναι ο καθρέφτης του αναγνώστη του. Πως στις γραμμές του αλλά και πίσω από αυτές και ανάμεσα σε αυτές, εκεί στις πολύτιμες σιωπές και αποσιωπήσεις του, ο αναγνώστης θα δει να αχνοφαίνεται ο ίδιος, οι σκέψεις και οι ανομολόγητες επιθυμίες του. Προσωπικά αυτό που είδα είναι ο αγώνας ενός ανθρώπου αγνού και απροσάρμοστου στο αστικό περιβάλλον της εποχής του να προσπαθεί να μείνει πιστός στην κοινωνική αποστολή της τέχνης του και στις αξίες με τις οποίες είχε μεγαλώσει. Ο Αυδίκος λοιπόν δανείζει τη φωνή των χαρακτήρων του για να μιλήσει ο ίδιος ο ποιητής για τα ανομολόγητα, για να δώσει στις λέξεις του ποιητή μια δεύτερη ζωή.

Λέει στη σ. 136, ένας όμορφα πλασμένος χαρακτήρας του βιβλίου, η Φωτεινή (κι εδώ να πω ότι ο Αυδίκος πλάθει αριστουργηματικά όλα τα γυναικεία πρόσωπα), η οποία νιώθει να επιστρέφει στο μυαλό της ο ποιητής και μέσα σε όνειρο (ή μήπως δεν είναι όνειρο) να της ψιθυρίζει:


«Η τέχνη έχει ανάγκη από λιακωτό. Να βγει από τα υπόγεια της μνήμης, όπου ο σκόρος τρώει τα σωθικά της. Να νιώσει τις ηλιαχτίδες της έγνοιας των νεότερων. Να ’ξερες πόσοι σαν και μένα πεθαίνουν στον κόσμο των σκιών, πεταμένοι σε κάποιο δωμάτιο. Αποσυνάγωγοι. Το χειρότερο στην άλλη όχθη του Αχέροντα είναι η καταχνιά και η μούχλα. Οι νεκροί είναι σαν το έμβρυο μιας παλίνδρομης κύησης. Σουφρώνουν. Συρρικνώνονται. Γίνονται λίπασμα μιας μνήμης που χάνει συνεχώς τη δύναμή της και χρειάζεται καινούρια ξύλα, σαν τη φωτιά που πάει να σβήσει».


Θα ήταν παράτολμο να κατατάξουμε το βιβλίο σε κάποιο λογοτεχνικό είδος. Άλλωστε τα όρια είναι πολλές φορές ρευστά, όταν έχουμε να κάνουμε με ένα έργο πρωτεϊκό, πολυδιάστατο. Θα έλεγα, ωστόσο, πως περισσότερο προσιδιάζει στη μυθιστορηματική βιογραφία, αξιοποιώντας ταυτόχρονα πολλές αφηγηματικές τεχνικές. Παρόλ’ αυτά, ο Αυδίκος δεν έγραψε μια τυπική μυθιστορηματική βιογραφία, όπως οι πλείστες που κάθε χρόνο εκδίδονται.

Πρώτον, πρόκειται για ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα με πολλές αφηγηματικές φωνές και πολλά επίπεδα λόγου. Κι αυτό αναμφίβολα πιστώνεται στον πολύπειρο συγγραφέα. Ενώ στο πρώτο κεφάλαιο έχουμε τριτοπρόσωπη εστιασμένη αφήγηση, στη συνέχεια τη διαδέχεται κατά κύριο λόγο η πρωτοπρόσωπη με τη μορφή συχνά της επιστολικής αφήγησης και των ονειρικών παρεκβάσεων. 

Δεύτερον, η πλούσια διακειμενικότητα που είναι διπλή κατεύθυνσης: από τη μία, ο Κρυστάλλης και τα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στην τέχνη και στη ζωή του, όπως ο Μητσάκης και ο Καβάφης, με τον οποίο ήταν σχεδόν συνομήλικοι. «Είχε μια στωικότητα που σχεδόν με συγκλόνισε. Μ’ άρεσε ο τρόπος του. Ρούφηξε με τον δικό του τρόπο τη ζωή κι αυτό τον έκανε ατάραχο» (σ. 137).

Από την άλλη, ο συγγραφέας ο οποίος συνομιλεί σε πολλά επίπεδα με ένα πλήθος κειμένων, και τα οποία προς τιμήν του αναφέρει στο τέλος του βιβλίου. Έχοντας αυτό ως οδηγό, κατανοούμε ότι ένα λογοτεχνικό έργο δεν είναι απλώς η δημιουργία ενός λογοτέχνη, αλλά είναι επίσης και το αποτέλεσμα της σχέσης με άλλα κείμενα και με την ίδια τη δομή της γλώσσας. Όπως σημειώνει η Julia Kristeva «Κάθε κείμενο, είναι ένα μωσαϊκό που συγκροτείται από υπομνήσεις. Κάθε κείμενο αφομοιώνει και μεταμορφώνει ένα άλλο». Με την εισαγωγή της διακειμενικότητας το κείμενο παύει να αντιμετωπίζεται ως μια αυθύπαρκτη κλειστή οντότητα, κάτι ερμητικά κλειστό. Αντίθετα, τα κείμενα μεταξύ τους συγκροτούν ένα παλίμψηστο, το οποίο διαρκώς ανανεώνεται με κάθε λέξη, με κάθε κείμενο που προστίθεται και αλληλεπιδρά. «Κάθε κείμενο είναι ένα υφαντό παλαιότερων αναφορών» υποστηρίζει ο Roland Barthes. Η διακειμενικότητα, επομένως είναι ένα πεδίο, τόσο γενικό που η πηγή του είναι αδύνατον να εντοπιστεί. Η λειτουργία της είναι ασυνείδητη».

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον ξεχωριστό ποιητή της γενιάς του ’70 Μιχάλη Γκανά. Κι αυτό προφανώς δεν έχει να κάνει με τα ποιητικά σπαράγματα που ενσωματώνονται στο βιβλίο ούτε με τον κοινό γενέθλιο τόπο της Ηπείρου που μοιράζονται ο Κρυστάλλης, ο Γκανάς και ο Αυδίκος. Ο Κρυστάλλης και ο Γκανάς είναι τραγουδιστές-ποιητές, «παλιομοδίτες» για τους πολλούς. Το 2012 όταν κυκλοφόρησε η συλλογή “Άψινθος” σε συνέντευξή του σχετικά με τη συλλογή, τον τρόπο γραφής του και τη μομφή ότι είναι παλιομοδίτης, ο Μιχάλης Γκανάς απαντά: 


«Ναι, αν σκεφτείς ότι είμαι επηρεασμένος ακόμα από το δημοτικό τραγούδι. Όλα τα θέματά μου θα μπορούσαν να τα πουν παλιομοδίτικα. Όταν έβγαλα το ’78 το πρώτο μου βιβλίο με θεώρησαν παλιό, ερχόμουν από έναν κόσμο μακρινό. Και σήμερα ακόμα νιώθω ότι συνεχίζω αυτόν τον κόσμο. Αυτοί σταμάτησαν να τραγουδούν, εγώ συνεχίζω. Το δημοτικό τραγούδι ήταν η κιβωτός μου, η σωτηρία μου. Ένας οικείος λόγος που βρίσκεται μέσα στην αναπνοή του Έλληνα. Επίσης, πέρα από το δημοτικό τραγούδι, υπάρχει και η ίδια η γλώσσα η ομιλούμενη, που έχει μουσικότητα και ακρίβεια στην έκφραση, παρρησία και αυτάρκεια. Αν τελικά κατάφερα κάτι, ήταν με τον τρόπο που τα είπα, και αυτό είναι το πιο σημαντικό στη λογοτεχνία».


Θαρρώ πως τώρα καταλαβαίνουμε καλύτερα τι είναι αυτό που συνδέει υπόγεια τους τρεις συντοπίτες δημιουργούς. Όχι, δεν πρόκειται για δεσμούς αίματος που κάποιοι προγονόπληκτοι θα έβλεπαν. Ούτε για κάποια μεταφυσική εθνολογική συγγένεια. Ούτε, πόσω μάλλον, για κάποια τοπικιστική οίηση. Δυσκολεύομαι, είναι αλήθεια, να το προσδιορίσω. Κι όμως διαβάζοντας εκ νέου τον Κρυστάλλη μέσα από τη ματιά του Γκανά και του Αυδίκου, διαπιστώνουμε πως τόσο ο Κρυστάλλης όσο και ο Γκανάς αν και ζουν στην Αθήνα σαν εσωτερικοί μετανάστες, ένα γυαλί τους χωρίζει από αυτή την πόλη. Και οι δύο δεν κατάφεραν να σπουδάσουν, εργάστηκαν σκληρά, ενώ η ποίηση τούς τραβούσε από το μανίκι. Τόσο η ποίηση του Κρυστάλλη όσο και αυτή του Γκανά φέρνει στο μυαλό μας τον Νίκο Γκάτσο. Ευαισθησία και γνήσια λαϊκότητα θα ομολογούσαμε ότι κρύβονται στη δημιουργία τους.

Τελικά, η «Οδός Οφθαλμιατρείου» είναι ένα ηπειρώτικο μοιρολόι που ακούμε σ’ ένα Αυγουστιάτικο πανηγύρι, από και για τον Κρυστάλλη. Ένα μοιρολόι σαν αυτό που έγραψε ένας Αμερικάνος, ο Κρίστοφερ Κινγκ, άλλος ένας Αμερικάνος παρόμοιος με τον Κρυστ, τη λογοτεχνική persona του Αυδίκου, που αφήνει την παγκοσμιοποιημένη αλλά απρόσωπη πραγματικότητα των ΗΠΑ, για να επισκεφθεί τον γενέθλιο τόπο του Αλέξη Ζούμπα, του Κίτσου Χαρισιάδη και του Κων. Κρυστάλλη κι εκεί να βυθιστεί στον Αχέροντα της μνήμης για να συναντήσει ξεχασμένες φωνές. Ανθρώπους που ξέρουν να πενθήσουν και ξέρουν να γλεντήσουν. Άλλωστε αυτό δεν είναι η ελληνική ποίηση, αυτό δεν είναι η τέχνη; Ένας επινοημένος κόσμος πιο αληθινός απ’ αυτόν που ζούμε, που καλείται να περισώσει έναν άλλο πανάρχαιο κόσμο συμβόλων που συγκρότησε τη ζωή στην ελληνική ύπαιθρο. Ένας κόσμος που όπως υποστηρίζει ένας άλλος ποιητής μας, ο Κώστας Κουτσουρέλης, «δεν γνώριζε ακόμη την κοφτή διάκριση μεταξύ συναισθήματος και διανοίας, φύσεως και πολιτισμού, ατόμου και συλλογικότητας, και που γι’ αυτό ήταν απαλλαγμένος και από τα δυο εκείνα άχθη που εφ’ όρου ζωής κουβαλάει στις πλάτες του ο νεωτερικός άνθρωπος».

Η ποίηση του Κρυστάλλη, όπως εξομολογείται ο Ιανός, ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας του Αυδίκου, «μου έδωσε τη γλώσσα να εκφράσω τα συναισθήματά μου. Να ωριμάσω. Μ’ έμαθε να κοιταχτώ στον καθρέφτη. Να τον κοιτάω κατάματα. Με συμφιλίωσε με τον εαυτό μου».

Τι κάνει στ’ αλήθεια ο άνθρωπος όταν μια μέρα ξυπνά και συνειδητοποιεί πως ό,τι μέχρι τότε ήταν ξεχωριστό έχει πλέον παραδοθεί στις δυνάμεις του εκμοντερνισμού και στην παγερή πεζότητα της αστικής ζωής που σαρώνουν τα πάντα στο διάβα τους; Την απάντηση την ξέρετε, φαντάζομαι. Επιστροφή στις πηγές της ζωής. Στα στοιχειώδη και στα αυτονόητα. Αυτό που ένιωσε την αδήριτη ανάγκη να πράξει και ο δημιουργός της «Οδού Οφθαλμιατρείου».

Το λέει με τον δικό του τρόπο και ο Γκανάς, Βαγγέλη Αυδίκο που τόσο αγαπάς:

Χάλκινο το τραγούδι μας στο στόμα,
τίποτε δεν το φίμωσε ακόμα.
Τρελή φυλή που κλαίει και γελάει,
μ’ έναν καημό κοιμάται και ξυπνάει,
να σπείρει τα πελάγη με σιτάρι,
για να θερίσει το μαργαριτάρι.
Γιάννενα και Τρίπολη και Κρήτη,
ρίζα μου περηφάνεια Ψηλορείτη,
Ζάτουνα και νησιά της αγωνίας,
φλέβα μου μυστική της Ιωνίας.

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2019

Δειγματικό Κριτήριο στο μάθημα των Νέων Ελληνικών




Κείμενο 1: Το σχολείο «τότε» και «τώρα»
Εισαγωγικό σημείωμα
Ο Νίκος Τσούλιας, εκπαιδευτικός και συγγραφέας, εξετάζει το σχολείο του παρελθόντος και το σχολείο του παρόντος επισημαίνοντας τις διαφορές τους.
Το αλλοτινών καιρών σχολείο ήταν μέσα στην ψυχή μας. Το αγαπούσαμε. Γιατί νιώθαμε ότι θα μάς άλλαζε τη ζωή. Φοβόμαστε το δάσκαλο, αλλά νιώθαμε ότι ό,τι κάνει είναι για το καλό μας και δεν θυμώναμε. Το λατρεύαμε. Γιατί ήταν το μόνο υπαρκτό στοιχείο της ζωής μας που συνδεόταν με τα όνειρά μας και με τις τόσες και τόσες φιλοδοξίες μας. Το προσέχαμε. Γιατί εκεί μαθαίναμε γράμματα και νιώθαμε στης ψυχής μας τα ενδότερα ότι ακονίζουμε τη σκέψη μας, ότι γλυκαίνει η καρδιά μας, ότι απελευθερώνεται το πνεύμα μας, ότι η γλώσσα μας μάς ταξιδεύει σε κόσμους μακρινούς, ότι η ελευθερία της γνώσης συνταίριαζε με τους πιο μυστικούς τόπους της φαντασίας μας.
Πρώτον, το σχολείο του «τότε» ήταν παιδαγωγικο-κεντρικό, ενώ το σχολείο του «τώρα» είναι γνωσιο-κεντρικό. Τα βιβλία και πιο ειδικά τα Αναγνωστικά του παλιού σχολείου αποσκοπούσαν πριν από καθετί στην διαπαιδαγώγηση. Το αξιακό πρόταγμα ήταν πανίσχυρο. Η καλλιέργεια των αξιών ήταν έκδηλη σε κάθε κεφάλαιο, σε κάθε σελίδα μαθήματος. Σήμερα το σχολείο είναι φορτωμένο με γνώσεις που κατατείνουν στην πληροφορία και όχι στην αγωγή. Το ότι συνέβαινε αυτό ή το άλλο ανάμεσα στις δύο εποχές ήταν αποτέλεσμα των επιλογών του συγκείμενου, του όλου πολιτισμικού περιβάλλοντος, των κοινωνικών προτεραιοτήτων.
Δεύτερον, το σχολείο του «τότε» δεν οδηγούσε εύκολα στο Γυμνάσιο, γιατί η Δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν επιλεκτική. Και αυτό έχει την αξία του, γιατί το σχολικό σύστημα και ο δάσκαλος γνώριζε αυτή την απλή πραγματικότητα και έπρεπε να το λάβουν υπόψη τους. Το σχολείο του «σήμερα» οδηγεί σχεδόν όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες στο Γυμνάσιο και σαφώς και στο Λύκειο και ακόμα πιο πέρα. Σήμερα η Δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι μαζική, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για όλα τα επιμέρους σημεία αξιολόγησής της.
Τρίτον, το περιεχόμενο του παλιού σχολείου ήταν μικρότερης έκτασης σε σύγκριση με το σημερινό και δινόταν έμφαση στην εμβάθυνση και στην αφομοίωση. Η έννοια της Βασικής /Γενικής Παιδείας έχει μετασχηματιστεί ανάμεσα στο σχολείο του χθες και του τώρα. Σήμερα η εκμάθηση μάλλον δύο Ξένων γλωσσών είναι συστατικό στοιχείο κάθε μάθησης, αφού έχουμε δημιουργήσει και ένα μικρό φροντιστηριακό σχολείο δίπλα στο θεσμικό σχολείο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το πεδίο των νέων Τεχνολογιών, όπου τα παιδιά προπορεύονται από τους γονείς τους με έναν εντυπωσιακά εύκολο τρόπο.
Ας δούμε και δύο – από τα πολλά – εξωσχολικά στοιχεία που επηρεάζουν σημαντικά όμως την όλη σχολική λειτουργία. Πρώτον, η οικογένεια έχει αλλάξει. Τότε, η οικογένεια ήταν παραδοσιακή και άκρως πυρηνική και υπήρχε η συλλειτουργία όλης της οικογένειας στο φαγητό, στο τζάκι κλπ. Τότε οι παππούδες και οι γιαγιάδες ήταν μέσα στην οικογένεια και αποτελούσαν τις σταθερές αξίες της αφήγησης, της συμβουλής και της αγωγής. Σήμερα η οικογένεια δεν περιλαμβάνει συνήθως τις τρεις γενιές, οι γονείς σπάνια διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους και η συνεύρεση είναι εικονική (κυριολεκτικά και συμβολικά) μέσω της «σύγχρονης εστίας», της τηλεόρασης σε κάθε δωμάτιο και το όλο σκηνικό της τηλεοπτικής σύλληψης του κόσμου λειτουργεί ως αντι-πνευματική τροφός, αφού κυριαρχεί σκόπιμα η χειραγώγηση της ανθρώπινης σκέψης και η βλακεία.
Δεύτερον, το περιβάλλον των παιδιών στο αλλοτινό σχολείο ήταν το φυσικό περιβάλλον και εν μέρει το αστικό. Τα παιδιά γεύονταν τον κόσμο με τις αισθήσεις τους στη φυσική πραγματικότητα. Σήμερα η περιήγηση των παιδιών στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας έχει σχεδόν αφαιρέσει τη φυσική πραγματικότητα και το διαδίκτυο αποτελεί τον μεγαλύτερο παιδότοπο που εμφανίστηκε ποτέ.
Ο κόσμος άλλαξε. Άλλο το σχολείο του «τότε» και άλλο το σχολείο του «τώρα». Υπάρχουν κοινά σημεία, αλλά υπάρχουν και διαφορετικά. Τα διαφορετικά σημεία εισβάλλουν στο σχολείο από το κοινωνικό περιβάλλον και το σχολείο τα υιοθετεί με έναν σχετικό μετασχηματισμό τους.
Ο κόσμος συνεχίζει ν’ αλλάζει. Δεν γίνεται διαφορετικά. Αυτή είναι η ροή της ιστορίας. Το ζήτημα δεν είναι και ποτέ δεν θα είναι αν ο κόσμος θα μένει σταθερός, αλλά αν «περιλαμβάνει» την αυθεντική ζωή του ανθρώπου, τις πραγματικές και διαχρονικές ουμανιστικές αξίες του, τα όνειρα και τις φαντασιώσεις των παιδιών, τις φιλοδοξίες των νέων. Και το σχολείο; Σε κάθε περίπτωση, οφείλει να δίνει τον αγώνα τον καλό, τον αγώνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των κοινωνικών αγώνων, της καλλιέργειας του πνεύματος και της ελευθερίας, της προαγωγής της αγάπης και της γνώσης, της διαρκούς ανάδειξης της παιδείας και της μόρφωσης.
 (Νίκος Τσούλιας, από το διαδίκτυο)

Κείμενο 2: Όταν ο Δάσκαλος βοηθά τον έφηβο να δει διαφορετικά τον κόσμο

Εισαγωγικό σημείωμα
Το κείμενο είναι μια νοσταλγική ανάκληση των μαθητικών βιωμάτων του κριτικού λογοτεχνίας Αλέξη Ζήρα, με αφορμή ένα αφιέρωμα στον Ζακύνθιο δάσκαλό του που έπαιξε, όπως αναφέρει ο ίδιος, καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του: «[…]ήταν από τους λίγους ανθρώπους που με βοήθησαν στο γύρισμα της εφηβείας να αρχίσω να βλέπω διαφορετικά τον κόσμο[…]».

Δεν ήξερα ότι ο Παναγιώτης Μπελούσης, ο παλιός μου δάσκαλος κι ένας από τους λίγους ανθρώπους για τους οποίους δεν έπαψα να παραδέχομαι ότι επηρέασαν βαθύτατα με τη διδασκαλία τους τα ενδιαφέροντά μου, είχε τόσο πολύριζη σχέση με την κοινωνία της Ζακύνθου. Γι’ αυτό και όταν ξεφύλλισα κατά τύχη ένα πρόσφατο τεύχος του περιοδικού Ραπόρτο και τον αναγνώρισα στη φωτογραφία ενός άρθρου, ανακάλεσα αμέσως μια από τις πιο αγαπητές μορφές των πρώιμων νεανικών μου χρόνων. Ασφαλώς και θυμόμουν ότι είχε ζακυνθινή καταγωγή· και να θέλαμε εμείς οι μαθητές του να το αγνοήσουμε τότε, στα πρώτα χρόνια του ΄60, ήταν αδύνατο. Μας το θύμιζε διαρκώς ο σχεδόν μουσικός ρυθμός της ομιλίας του, ο χαρακτηριστικά επτανησιακός. Τα αυθόρμητα ανεβοκατεβάσματα της φωνής του όταν προπάντων χρησιμοποιούσε ιδιωματικές εκφράσεις στις παραδόσεις των φιλολογικών μαθημάτων αλλά και στα πάμπολλα θέματα της τότε πολιτικής επικαιρότητας που δεν παρέλειπε να τα χρησιμοποιεί ως παραδείγματα, για να μας κάνει πιο παραστατική την πεποίθησή του ότι στο βάθος η φύση των ανθρώπων είναι η ίδια. Εννοείται ότι αυτή η σύνδεση του άλλοτε με το τώρα, της αρχαιότητας με τον σύγχρονο κόσμο, των καταστάσεων που περιέγραφαν οι πλατωνικοί διάλογοι ή ο Θουκυδίδης και η μεταφορά τους, μέσω της διδασκαλίας, στην πολιτική κρίση του 1963, είχε το χάρισμα να καταργεί στην εφηβική φαντασία μας την απόσταση αιώνων! Κάτι που αργότερα αντιληφθήκαμε, όσοι το αντιληφθήκαμε, ότι αποτελεί την πεμπτουσία της τέχνης, καθώς η σπουδαία τέχνη μένει πάντοτε νέα και ανοιχτή σε νέα ερωτήματα.
Βοηθούσε σ’ αυτά, το αδιάπτωτο και πληθωρικό, ζακυνθινό χιούμορ του Μπελούση. Τη ζούσε τη διδασκαλία, ή μπορεί την ώρα που δίδασκε να ζούσε αυτό που μας περιέγραφε σαν να ήταν αυτόπτης μάρτυρας! Συνήθως δεν βολευόταν στην καρέκλα· όρθιος ή μισοκαθισμένος στη γωνία του τραπεζιού συνόδευε τα όσα έλεγε με απλωτές κινήσεις των χεριών του, με στιγμές σιωπής όταν κοίταζε αφηρημένα κάπου πέρα, μέσα από το παράθυρο της αίθουσας. Έπειτα, σαν να ξυπνούσε απότομα από ένα παροδικό όνειρο, μας επανέφερε στον παρόντα χρόνο με τη βροντερή φωνή του, προτιμώντας πολλές φορές, σαν εισαγωγή σε όσα σοβαρά ήθελε να πει, να ελαφραίνει την ατμόσφαιρα της τάξης με χωρατά από τη ζωή των επτανήσιων σατιρικών ποιητών ή με ελευθερόστομα αστεία. Δεν τα είχε μόνο στο αίμα του, τα χρησιμοποιούσε και ως μαιευτικούς τρόπους για να μας δείξει ότι το γέλιο είναι ο πιο αποτελεσματικός πρόλογος για να ξελαμπικάρει ο νους και να υποδεχθεί τις σοβαρότερες σκέψεις. […]
Ο Μπελούσης, παρ’ ότι ο πιο ηλικιωμένος απ’ όλους τους διδάσκοντες, μου άρεσε από την αρχή γιατί ακριβώς αδιαφορούσε για τα δεσμά που επέβαλλε η προγραμματισμένη διδακτέα ύλη. Το βιβλίο, γι’ αυτόν τον αφοσιωμένο στον επτανησιακό δημοτικισμό που είχε το χάρισμα να μεταδίδει πέρα από το γράμμα τη συγκίνηση του κειμένου, ήταν πάντοτε η κινητήρια και μόνο αφορμή. […] Γιατί είχε το έμφυτο χάρισμα της διαλογικής και διαλεκτικής επικοινωνίας, το ασκημένο μετά από χρόνια παραμονής στις αίθουσες των σχολείων πάρε-δώσε ανάμεσα στον δάσκαλο και στον μαθητή, που χωρίς αυτή την ανταλλαγή η γνώση (η κάθε γνώση) παραμένει εγκιβωτισμένη και τις περισσότερες φορές απρόσιτη.
Με όλα αυτά θέλω να πω ότι δεν θυμάμαι κάποιον δάσκαλο που να μπορούσε να σαγηνεύει με τον εμπνευσμένο προφορικό του λόγο, όπως ο Μπελούσης. Σε τέτοιο σημείο ώστε η διδασκαλία ας πούμε των Λόγων του Λυσία ή του Επιτάφιου του Περικλέους, όπως επίσης και η διδασκαλία των τραγωδιών να είναι κάτι περισσότερο από ερμηνευτική προσπάθεια. Τον ενδιέφερε ο χυμός τους, η πνοή των κειμένων, αυτό που τα κάνει (αν τα κάνει) ζωντανά και ζωτικά.  Και τούτο γιατί φαινόταν να ζει τα κείμενα ως αξιακό και παραδειγματικό παρόν. Προσανατολισμένος κατά κύριο λόγο στο πώς μπορεί να αποκτήσει ενδιαφέρον για τις δικές μας προσλαμβάνουσες, ένα πανάρχαιο κείμενο, στεγνωμένο από αιώνων φιλολογικές αναλύσεις, ο Μπελούσης ανέπτυσσε ευρηματικούς τρόπους που μόνο ένας παθιασμένος με τη διδασκαλία μπορούσε να εφεύρει. […] Να πω εν τέλει ότι οφείλω στον δάσκαλό μου τον Μπελούση, τα μέγιστα για τα όσα με την πείρα του κατάλαβε σε μένα, συμβουλεύοντάς με για αυτά που θεώρησε πως είναι πλησιέστερα στα ενδιαφέροντά μου.
Να πω ότι παρά την δική μου ισχυρογνωμοσύνη και παρά την εύλογη απόσταση των νοοτροπιών μας, με αντιμετώπισε με την εμπιστοσύνη που χρειαζόμουν εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ας πω, κι ας μη θεωρηθεί υπερβολή, ότι ήταν από τους λίγους ανθρώπους που με βοήθησαν στο γύρισμα της εφηβείας να αρχίσω να βλέπω διαφορετικά τον κόσμο. Πράγμα που δεν ήταν λίγο. 
Ζήρας, Α. (2007). «Ο Δάσκαλός μου, Παναγιώτης Μπελούσης». 
Ραπόρτο Ζακύνθου. τχ. 54. 23.

Κείμενο 3: Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Ν. Καζαντζάκη, «Αναφορά στον Γκρέκο»
Στην Τρίτη Τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τ’ αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:
Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.
Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.
Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:
Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!


 ΘΕΜΑΤΑ

ΘΕΜΑ Α
Να παρουσιάσετε συνοπτικά σε ένα δικό σας κείμενο περίπου 100 λέξεων το παιδαγωγικό πορτρέτο του Μπελούση σαν να επρόκειτο να το παρουσιάσετε στη σχολική σας τάξη.

Εναλλακτικά
Στο κείμενο 1 ο συγγραφέας στις παραγράφους 2-4 συγκρίνει το σχολείο τού χθες με το σχολείο τού σήμερα. Αποδώστε περιληπτικά αυτές τις διαφορές σε ένα δικό σας κείμενο 70-80 λέξεων.
(Μονάδες 10)
ΘΕΜΑ Β
Β1. Επιλέξτε (Σ) ή (Λ) και δικαιολογήστε τις επιλογές σας με βάση το κείμενο 3:
α. Τα παιδιά ενοχλούνταν από τις φωνές του δρόμου.
β.  Ο δάσκαλος μιλούσε αποκλειστικά θεωρητικά για την αξία της καθαριότητας.
γ. Η διδασκαλία της γλώσσας γινόταν τυπολατρικά.
δ.  Ο διάλογος ήταν η κύρια διδακτική μέθοδος.
ε. Ο δάσκαλος ασκούσε σωματική βία στα παιδιά.
(Μονάδες 15)
Β2. α) Στα κείμενα 1 και 3 χρησιμοποιείται το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Γιατί το επιλέγουν οι συγγραφείς; (7 μον.)
β) Παρατηρήστε τον βασικό τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται οι περισσότερες παράγραφοι του κειμένου 1. Ποια πρόθεση του συγγραφέα εξυπηρετεί ο συγκεκριμένος τρόπος; (8 μον.)
(Μονάδες 15)

Β3. Στην τελευταία παράγραφο του κειμένου 3 («Μια μέρα… το δάχτυλο») να βρείτε: α) τρεις εικόνες (μια οπτική, μια ακουστική, μια οσφρητική) και β) μια μεταφορά (10 μον.) και να εξηγήσετε τη λειτουργία τους. (5 μον.)
(Μονάδες 15)
ΘΕΜΑ Γ
Να συγκρίνετε τα κείμενα 2 και 3 ως προς:
α) την πρόθεση των δημιουργών τους·
β) τη συμπεριφορά των δασκάλων απέναντι στα παιδιά.
(συνολική ανάπτυξη 200 περίπου λέξεων)

Εναλλακτικά
Το κείμενο 3 ολοκληρώνεται με τη φράση ενός παιδιού:
Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!
Να αναπτύξετε σε ένα δικό σας κείμενο 150 περίπου λέξεων το περιεχόμενο του παραπάνω αποσπάσματος.
(Μονάδες 15)
ΘΕΜΑ Δ
Αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα 1 και 2, να παρουσιάσετε σε ένα κείμενο 400 περίπου λέξεων που προορίζεται για τη μαθητική σας εφημερίδα, τις προσδοκίες που έχουν οι σημερινοί μαθητές από τους δασκάλους τους και τις προσδοκίες των δεύτερων από τους πρώτους.
 (Μον. 30)