Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Χαράματα 21ης Απριλίου 1967





Η γυναίκα πήρε το μικρό παιδί, χαράματα ακόμα, στην αγκαλιά της και το έβαλε να ψηλαφίσει με τα χέρια του το πρόσωπο του άντρα. Αυτός καθόταν στην καρέκλα και έγραφε βιαστικά κάτι σημειώματα. Μετά το θήλασε. Κι αυτό ρούφηξε λαίμαργα όλο το γάλα σαν να ήταν η τελευταία φορά. Νόστιμο που ήταν! Το παιδί καλά καλά δεν είχε ξυπνήσει και ονειρεύτηκε έναν σταυρό και τον πατέρα του καρφωμένο με πρόκες. Γύρισε έντρομο τα μάτια, δεκάδες σταυροί σαν τηλεγραφόξυλα, όπου έφτανε το μάτι. Βαλάντωσε στο κλάμα. Στο μεταξύ ήρθε άρον άρον η γιαγιά και το νανούρισε στην αγκαλιά της. Αυτό θα το θυμόταν αμυδρά αργότερα. Όπως και το χρυσόψαρο που κολυμπούσε ανήσυχο στη γυάλα. Το πρωί οι γονείς του δεν θα πήγαιναν σχολείο αλλά για "αναμόρφωση" σε ένα μακρόστενο νησί. Οι διακοπές του Πάσχα για δασκάλους και μαθητές ξεκινούσαν μια μέρα νωρίτερα, θα του έλεγε η γιαγιά του. Όταν μεγάλωσε, μαθητής στο σχολείο, διάβασε βουρκωμένος το «Ψαράκι της γυάλας».
(Δ.Χ.) 

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Εξετάσεις 2014 - Νεοελληνική Γλώσσα Γ' Λυκείου - 2ο κριτήριο προσομοίωσης



Η απόλαυση του παιχνιδιού
Νομίζω ότι το ποδόσφαιρο υπήρξε πάντοτε ένα παιχνίδι και είναι μέχρι σήμερα ένα πολύ όμορφο παιχνίδι. Νομίζω επίσης ότι είναι ένα παιχνίδι που έχει μια δική του φιλοσοφία. Είναι πολλά τα στοιχεία που το συνθέτουν και που του προσδίδουν την ομορφιά του, τη σαγήνη του: το ποδόσφαιρο είναι αγώνας, είναι πάλη δύο ομάδων, αλλά και πάλη ενός παίκτη εναντίον ενός άλλου. Είναι επίσης και αναπαράσταση, προσποίηση, προσομοίωση. Ο παίκτης κατευθύνεται προς τον αντίπαλο ή προσποιείται ότι κατευθύνεται προς αυτόν, για να τον ξεπεράσει, για να του ξεφύγει. Όλα είναι προσποίηση και προσομοίωση. Αυτό το θεατρικό στοιχείο συμβάλλει ουσιαστικά στη δημιουργία της σαγήνης του ποδοσφαίρου.
Το ποδόσφαιρο παύει να είναι παιχνίδι από τη στιγμή που στο παρασκήνιο κάποιος το χρησιμοποιεί για άλλους σκοπούς, το ελέγχει, το χειραγωγεί, το αλλοιώνει. Είναι σαφές ότι ένα στημένο παιχνίδι δεν είναι πλέον παιχνίδι. Από μιαν άποψη, το ποδόσφαιρο είναι κάτι περισσότερο από παιχνίδι, είναι επιθυμία για παιχνίδι, όνειρο για παιχνίδι, που το ονειρεύονται τα παιδιά και οι μεγάλοι. Το παιχνίδι, η επιθυμία, το όνειρο, η ανάγκη για παιχνίδι είναι κάτι το θεμελιώδες.
Δεν θα ήθελα να μιλήσω γι' αυτό το θέμα ως φιλόσοφος, αλλά γιατί να μην αναφέρουμε κάτι που μας δίδαξαν οι μεγάλοι φιλόσοφοι του παρελθόντος, ξεκινώντας από τον Αριστοτέλη; Ο άνθρωπος γεννιέται παίκτης, μιμείται, μαθαίνει και έπειτα κάνει ό,τι κάνει στη ζωή του, αλλά μόνον αν έχει παίξει όταν ήταν παιδί. Ένα παιδί που δεν παίζει είναι ένα παιδί πολύ δυστυχισμένο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παίζουμε μόνον όταν είμαστε παιδιά, επειδή το παιχνίδι είναι κάτι το θεμελιώδες. Δεν είναι μίμηση κάποιου άλλου πράγματος, δεν είναι πάνω απ' όλα το σύμβολο κάποιου πράγματος. Ισχύει μάλλον το αντίθετο, το ότι δηλαδή τα σύμβολα και οι μεταφορές πηγάζουν από το παιχνίδι και από την απόλαυση του παιχνιδιού, όπως το νερό πηγάζει από μια πηγή. Επομένως αυτή η απόλαυση είναι κάτι βαθιά θετικό, που πρέπει να διασώζεται με κάθε τίμημα.
Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά το ποδόσφαιρο είναι ένα κοινωνικό γεγονός που έχει θεμελιώδη σημασία. Είναι το παιχνίδι που ίσως καλύτερα από κάθε άλλο κατορθώνει να υποκινεί πάθη, φαντασία, ικανότητα αναπαράστασης και αυτοαναπαράστασης. Με δυο λόγια, είναι αληθινά μια θαυμαστή κινητήρια δύναμη. Το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο είναι όλα αυτά έχει ως αποτέλεσμα η πολιτική να το οικειοποιείται και να το υποτάσσει στους δικούς της σκοπούς. Είμαι πεπεισμένος ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι τόσο ο καθρέφτης της κοινωνίας, αυτού που συμβαίνει στην κοινωνία, αλλά ότι μάλλον προαναγγέλλει μερικές φορές αυτό που έπειτα συμβαίνει στην κοινωνία.
Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η πιο ανησυχητική όψη είναι ο εκφυλισμός του παιχνιδιού. Και ο εκφυλισμός γίνεται με πολλούς τρόπους. Αν ένας πρόεδρος μιας ποδοσφαιρικής ομάδας είναι και πολιτικός, τότε είναι δύσκολο η ομάδα να μην αποτελεί το όχημα για πολιτικές επιδιώξεις. Αυτή όμως είναι μια διαστρέβλωση, είναι μια εργαλειακή ή ιδεολογική χρήση του ποδοσφαίρου, που το μετατρέπει όχι μόνον σε επιχείρηση, σε πηγή κέρδους, αλλά και σε εργαλείο για τη δημιουργία συναίνεσης. Και η συναίνεση δημιουργείται και με την κινητοποίηση φανατικών οπαδών γύρω από ορισμένα σύμβολα.
Προκειμένου να αποκαταστήσουμε τον χαρακτήρα του παιχνιδιού, πρέπει το ποδόσφαιρο να μην είναι πηγή κέρδους για κανέναν. Οι ποδοσφαιρικές ομάδες έχουν γίνει ανώνυμες εταιρείες ή και μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες παράγουν αντικείμενα και γεγονότα που αποβλέπουν στη δημιουργία πλούτου. Όλα αυτά συμβάλλουν στον εκφυλισμό του παιχνιδιού. Και αυτή η διαστρέβλωση του παιχνιδιού συνδέεται στενά με την πολιτική εργαλειοποίηση του ποδοσφαίρου. Στη βάση αυτού του εκφυλισμού υπάρχει κάτι που πρέπει να εξαλειφθεί από τη ρίζα του: το ποδόσφαιρο ως στοιχείο αυτής της κοινωνίας του θεάματος, η οποία μετατρέπει κάθε γεγονός σε χρήμα.
(Σέρτζιο Τζιβόνε, εφημ. Ελευθεροτυπία, 20/6/2010, ελαφρώς διασκευασμένο)
Θέματα
Α.      Να πυκνώσετε το δημοσίευμα σε ένα δικό σας κείμενο 120 λέξεων.
Β1.    «Ο άνθρωπος γεννιέται παίκτης, μιμείται, μαθαίνει και έπειτα κάνει ό,τι κάνει στη ζωή του, αλλά μόνον αν έχει παίξει όταν ήταν παιδί. Ένα παιδί που δεν παίζει είναι ένα παιδί πολύ δυστυχισμένο»: Να αναπτύξετε σε μία παράγραφο 100 λέξεων το περιεχόμενο του αποσπάσματος.
Β2.    Πολλές φορές ένα άρθρο προσεγγίζει το αποδεικτικό δοκίμιο. Ποια στοιχεία επιβεβαιώνουν την παραπάνω διαπίστωση;
Β3.    α. Με ποια συλλογιστική πορεία οργανώνεται το υλικό της 1ης παραγράφου; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.
          β. Να γράψετε τα δομικά στοιχεία και δύο τρόπους ανάπτυξης της 5ης παραγράφου («Αυτό δεν αναιρεί… σύμβολα»).
Β4.    Να επισημάνετε τη σύνταξη των παρακάτω προτάσεων και να τις ξαναγράψετε με την αντίθεση σύνταξη.
- Επομένως αυτή η απόλαυση είναι κάτι βαθιά θετικό, που πρέπει να διασώζεται με κάθε τίμημα.
- Και η συναίνεση δημιουργείται και με την κινητοποίηση φανατικών οπαδών γύρω από ορισμένα σύμβολα.
Β5.    Να γράψετε από ένα συνώνυμο των λέξεων: σαγήνη, θεμελιώδες, καθρέφτης, αναιρεί, μεταβάλλει.
Γ.      «Οι αγώνες του Μουντιάλ φανερώνουν όλη την αμφισημία του ποδοσφαίρου: σύμβολο της υπέρβασης των συνόρων και της ειρηνικής συνάντησης των λαών, το πιο δημοφιλές άθλημα στον κόσμο είναι ταυτόχρονα και όχημα επιβεβαίωσης της εθνικής ταυτότητας»: με βάση αυτή τη διαπίστωση του Θανάση Γιαλκέτση στην παρουσίαση του παραπάνω άρθρου, να γράψετε ένα δικό σας κείμενο για την εφημερίδα του σχολείου σας, με αφορμή ένα αφιέρωμα για το επικείμενο Μουντιάλ ποδοσφαίρου στη Βραζιλία, με σκοπό να εξηγήσετε τους λόγους της μεγάλης δημοφιλίας του ποδοσφαίρου και να προτείνετε τρόπους εξυγίανσης του ποδοσφαίρου από τα εκφυλιστικά φαινόμενα που το ταλανίζουν.

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Η Μαρία Στασινοπούλου γράφει για τις "δημόσιες ιστορίες" στην "Εφημερίδα των Συντακτών"



Δημόσια κατόπτευση, ανθρώπινος τόνος

Της Μαρίας Στασινοπούλου

Ο περίπου πενηντάχρονος Δημήτρης Χριστόπουλος εμφανίζεται πρώτη φορά στη διηγηματογραφία με δεκαέξι «Δημόσιες ιστορίες», κοινού ενδιαφέροντος και συλλογικού αντικρίσματος. Πρωτοπρόσωπες και τριτοπρόσωπες αφηγήσεις σε δουλεμένη παραδοσιακή αλλά και νεωτερική γραφή (με παράλληλες συγχρονικές αφηγήσεις), για όσα ζούμε και μας ταλανίζουν. Ξενοφοβία και ρατσισμός που διευκολύνουν την πατριδοκαπηλική ιδεολογία· παγκοσμιοποίηση και παραγωγικός ανταγωνισμός· ευμάρεια (με ρόλεξ, μπόνους, off shore, γκάτζετ και μεζονέτες), μεταπολιτευτική ευκολία αλλά και η συνακόλουθη πτώση· χρηματιστήριο, συνδικαλιστικό ξεπούλημα και ανεργία· μοναξιά και αδιέξοδη ζωή, η ερημιά της πόλης και τα φαντάσματα του παρελθόντος είναι μερικά από τα θέματα που απασχολούν ή χαρακτηρίζουν τους ήρωές του. 

Στην αφήγηση του Χριστόπουλου περισσότερο βάρος δίνεται στον ιστορικό και κοινωνικό χαρακτήρα της καθημερινότητας. «Μια ζωή λογαριασμούς πληρώνω […] Μεγάλωσα με τη συμβουλή πως οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Φίλους δεν έχω, αν και πάντα φρόντιζα να τακτοποιώ εγκαίρως τους λογαριασμούς μου» (σ. 25).
Για λόγους οικονομίας χώρου θα περιοριστώ μόνο σε δύο ιστορίες που θεωρώ περισσότερο αντιπροσωπευτικές. Στο τρίτο διήγημα, με τίτλο «501», ένας ηλικιωμένος πατέρας, συνταξιούχος μαθηματικός, ενώ περιμένει στον γκισέ του ταχυδρομείου τη σειρά του, παρατηρώντας τα νούμερα που προηγούνται του δικού του, θυμάται, συνδέει, αναπολεί. Στ’ αλήθεια αμφιταλαντεύεται αν πρέπει να στείλει στα τρία του παιδιά, που έχουν εξακτινωθεί σε Αυστραλία, Αμερική και Ιαπωνία (συνάρτηση τόσο της παγκοσμιοποίησης όσο και της ανεργίας) από ένα πακέτο ανεπίδοτα γράμματα που τους ετοίμαζε για χρόνια. Ο συνειρμός και η μνήμη είναι που μετρούν εδώ.
Εξυπνάδα και πρωτοτυπία πιστώνονται στο έκτο διήγημα «Χεριών αφηγήσεις» με την πολλαπλή αξιοποίηση της λέξης ‘χέρι’ (σύνθετα και παράγωγα, πολυσημίες, αλληγορικές χρήσεις και μεταφορές) για να μιλήσει για τα οικονομικά σκάνδαλα και τον χορό των εκατομμυρίων που έφερε στο φως η επιχείρηση «καθαρά χέρια». Εξαιρετική η έκπληξη του τέλους, παρά το γεγονός ότι εξαγγέλλεται κρυπτικά και μετωνυμικά από τις πρώτες κιόλας αράδες.
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος, πραγματώνοντας ο ίδιος το μότο από τον Μπαλζάκ που προτάσσει στο βιβλίο του: «Οι εποχές ξεβάφουν πάνω στους ανθρώπους που τις διανύουν», αποδίδει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής μας, με τρόπο εύστοχο και διεισδυτικό, με στοχαστική μελαγχολία και αίσθημα δικαιοσύνης, χωρίς να αφαιρεί λογοτεχνικότητα, ευαισθησία και ανθρωπιά, τόσο από τη γραφή όσο και από τους ήρωές του.
(Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ / 22-23 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014)