Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

Το παιδί που είμαστε


Γιάννης Παλαβός,

«Το παιδί»,  

Νεφέλη, 2019

   

της Ελένης Πατσιατζή

   
Πέρασαν επτά χρόνια κυοφορίας από την έκδοση του προηγούμενου βιβλίου του Γ. Παλαβού. Η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Αστείο» είχε ξεχωρίσει το 2012 και βραβεύθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος αλλά και το αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού «ο αναγνώστης». Ήταν από τις λίγες φορές που ακόμη και όσοι/ες εξετάζουν με καχυποψία κάθε θεσμό διάκρισης, ιδίως στο λογοτεχνικό πεδίο, δεν είχαν να αντιτάξουν κάποιο αρνητικό σχόλιο για τη συγκεκριμένη επιλογή. Τα διηγήματα ήταν, κατά κοινή παραδοχή, εξαιρετικά και δημιούργησαν πολλές προσδοκίες για τη συνέχεια. O Γ. Παλαβός, στο επόμενο διάστημα, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μετάφραση (τελευταία δουλειά του το πρόσφατο  «Ο αχυρώνας φλέγεται», του Ου. Φώκνερ, εκδ. Κίχλη). 

Στη νέα αυτή, πολυαναμενόμενη, συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Το παιδί», ο Γ. Παλαβός πατάει πάνω στα στέρεα, δοκιμασμένα  υλικά της προηγούμενης συλλογής του. Η μακεδονική ενδοχώρα, η τεχνητή λίμνη, τα ρυάκια, τα τοπία με τις ροδακινιές, τα ξωκλήσια συνυφαίνουν ένα διακριτό σκηνικό, γνώριμο πια, όπου εκτυλίσσεται η δράση. Οι ήρωες και οι ηρωίδες ενηλικιώνονται εντός του αργού, κυκλικού, μεσογειακού χρόνου. Υποδειγματικά διηγήματα από άποψη πλοκής, ρυθμού, ατμόσφαιρας, γλώσσας. Οι ανατροπές συχνές, τείνουν να γίνουν δομικό στοιχείο της προσωπικής του γραφής. Στο εξώφυλλο, όπως και στην προηγούμενη συλλογή, μας καλωσορίζει στο λογοτεχνικό σύμπαν του Παλαβού ένα έργο του συντοπίτη του, ναΐφ καλλιτέχνη,  Τάκη Γιαννούσα, με χρώματα που σαφώς παραπέμπουν στο υγρό στοιχείο, αν και εναρμονίζονται με αποχρώσεις του ροζ και του κίτρινου. Χρώματα που κυριαρχούν και στη συλλογή (ανθισμένες ροδακινιές, χείμαρροι, λίμνη, χωράφια, βράχοι στο χρώμα της σκουριάς). 

Ο τίτλος «Το παιδί» μας προετοιμάζει, ίσως, για μια παιγνιώδη διάθεση (όπως και ο τίτλος «Αστείο» της προηγούμενης συλλογής, όπου, όμως, δεν είχαν θέση επιπόλαιες θεωρήσεις της ζωής). Είναι η παιδική ηλικία, όντως, μια ηλικία όπου κυριαρχεί το παιχνίδι ή κι αυτό συνιστά μια στερεοτυπική παραδοχή; Το ομότιτλο διήγημα είναι αυτό που κλείνει τη συλλογή, ωστόσο το «παιδί», ως ηλικιακή φάση αλλά και ως κατάσταση κυριαρχεί σε όλα τα κείμενα. Παιδιά με τραύματα (ψυχικά και σωματικά), παιδιά βίαια, παιδιά ευαίσθητα, ενήλικοι που παρέμειναν τα «παιδιά» των γονέων τους, παιδιά-γεννήματα αγάπης αλλά και παιδιά που έπρεπε να πεθάνουν πριν γεννηθούν, παιδιά γεμάτα ζωή αλλά και παιδιά νεκρά. Διαρκές το παιχνίδι με την ενηλικίωση και την παιδικότητα, διαρκές και το παιχνίδι με το κατεξοχήν «παιδί», τον Χρόνο («Αἰὼν παῖς ἐστι παίζων») καθώς όλα μοιάζει άλλοτε να ρέουν ταχύτατα, όπως οι χείμαρροι, κι άλλοτε να μένουν στάσιμα, όπως το νερό της λίμνης, αντανακλώντας συγκεκριμένες ψυχικές καταστάσεις. Οι αντικατοπτρισμοί συχνοί. Οι ήρωες των διηγημάτων, άνθρωποι που ζουν κοντά στη φύση κι όχι σε αστικά κέντρα,  μοιάζουν να είναι οι αντανακλάσεις πλασμάτων που ζουν κοντά τους (π.χ. παιδί-ελάφι, κυνηγός-λύκος). Οι ρόλοι αντιστρέφονται, η ανάγκη της επιβίωσης άλλοτε κάνει τον άνθρωπο θηρίο κι άλλοτε αρωγό της φύσης. Στη μικροκλίμακα της κοινοτικής ζωής, όπου ο χρόνος κυλά με βάση τις αγροτικές εργασίες, συμβαίνουν όλα όσα μας απασχολούν στην μακροκλίμακα της σύγχρονης πλανητικής κλιματικής αλλαγής. Ο άνθρωπος άλλοτε συμπάσχει με τα πλάσματα της φύσης κι άλλοτε, αισθανόμενος απειλή, λειτουργεί κι εκείνος κατακτητικά. Όπως και στην κοινωνική του ζωή, άλλοτε συμπάσχει με τον πλησίον του κι άλλοτε επιθυμεί τη συντριβή του. 


 Duane Michals The Bewitched Bee, 1986

Τον συγγραφέα μοιάζει να τον απασχολεί ιδιαίτερα το ερώτημα ποια στάση ζωής είναι εκείνη που εξανθρωπίζει, πώς γίνεται να ενηλικιωθούμε διατηρώντας την αθωότητα της παιδικότητας. Νομίζω πως απαντά με το κατα(π)ληκτικό ομότιτλο κείμενο του τέλους της συλλογής. Ένα κείμενο όπου τα όρια φανταστικού και πραγματικού συμφύρονται, όπου το κοινωνικό και το ατομικό ενοποιούνται σε μια στάση ζωής όπου ο ανθρωπισμός, η αλληλεγγύη, η ενσυναίσθηση καταξιώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη.  

Ο Γ. Παλαβός αφηγείται ιστορίες του τόπου του με τον δικό του, διακριτό πια τρόπο, συνεχίζοντας μια, επίσης διακριτή, τάση της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που εμπνέεται από τον γενέθλιο τόπο και τη νοσταλγία για την εποχή της χαμένης αθωότητας, την εποχή των χαμένων παραδείσων. Ο παράδεισος, ως γνωστόν, ανήκει στα παιδιά (Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με, τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. [Ματθ. ιθ' 14]), οπότε εμείς, οι ενήλικοι αναγνώστες, δεν έχουμε παρά να απολαμβάνουμε τους καρπούς των λογοτεχνικών αφηγήσεων, τον δικό μας παράδεισο.

 Narrator, Paul Delvaux, 1937

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Δημόσια ομολογία

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ,
Η ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΜΟΥ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ,
εκδ. ΚΙΧΛΗ, 2018
σελ. 170




«Είναι κάποιοι συγγραφείς που απλώς τους διαβάζεις με μικρότερη, μεγαλύτερη και ακόμη μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Κάποιους άλλους τους μελετάς ξανά και ξανά ή τους αντιγράφεις απροκάλυπτα, συγκαλυμμένα ή δημιουργικά. Και είναι κάποιοι άλλοι που σε αρπάζουνε απ’ τον λαιμό, σε σηκώνουν στον αέρα και σου σφίγγουν το λαρύγγι, ώσπου να ενδώσεις…»

Να, ένα απόσπασμα που θα ήθελε, πιστεύω, να έχει γράψει κάθε αναγνώστης της «Ιδιωτικής Αντωνυμίας» για τον συγγραφέα αυτού του βιβλίου. Γιατί το ζήτημα, πιστέψτε με, δεν είναι τι θέλει να «πει» ο «ποιητής» με αυτές τις ιστορίες αλλά τι πετυχαίνει. Πώς τα μικρά αυτά πεζά -που τα περισσότερα στην πρώτη τους μορφή τα διαβάσαμε στο ηλεκτρονικό artinews του Γιώργου Παπασωτηρίου, και τώρα ολοκληρωμένα τα απολαύσαμε στην άψογη για άλλη μια φορά έκδοση της Κίχλης- μπορούν όχι μόνο να προσφέρουν αναγνωστική απόλαυση αλλά να μετατοπίσουν τον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνώστη, να θρυμματίσουν τις βεβαιότητές του, να σμπαραλιάσουν τις νοσταλγικές εμμονές του, την εξιδανίκευση της ελληνικής επαρχίας, την ίδια τη λογοτεχνία ως αδιάκοπο μουρμουρητό που ενίοτε οδηγεί σε βαθύ χασμουρητό.

«Μικρά πεζά»: Ο συγγραφέας από το εξώφυλλο προβαίνει σε μια ειδολογική κατάταξη των 145 κειμένων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Τι σημαίνει άραγε «μικρά πεζά»; Μικρά σε μέγεθος; Κείμενα σύντομης αφήγησης; Και ποιο είναι το κριτήριο; Ο αριθμός των λέξεων;

Ο εντοπισμός και η εξέταση αυτών των κριτηρίων φωτίζει τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που αναγνωρίζουμε ως «σύντομη αφήγηση» ή “short story” και σε εκείνο που χαρακτηρίζουμε ως «αφηγηματική συντομία». Η επίγνωση αυτή αναδεικνύει τη βραχύτητα ή τη συντομία της αφήγησης από ποσοτικό μέτρο σε συνθετική αρχή της αφήγησης. Η συντομία συνεπάγεται ορισμένα χαρακτηριστικά:
·         - οριακή οικονομία εκφραστικών μέσων
·         - υποδήλωση
·        -  γενίκευση
·         - υπογράμμιση σημαντικών λεπτομερειών
·         - παράλειψη και όχι επέκταση
·         - εκμαίευση της ευγλωττίας της αποσιώπησης.
Με τον τρόπο αυτό η αφηγηματική συντομία αναδεικνύεται σε μια ιδιαίτερη ποιητική της αφήγησης, τα βασικά χαρακτηριστικά της οποίας είναι:
·         - η γραμμική δομή
·         - η ενότητα
·         - η πυκνότητα
·        -  η ένταση.
Και τα κύρια αποτελέσματα της αφηγηματικής εφαρμογής αυτών των χαρακτηριστικών είναι:
·         - η εστίαση της αφήγησης σε ένα περιστατικό ή σε έναν χαρακτήρα
·        -  η δημιουργία μιας ενιαίας εντύπωσης.

Ο πρώτος διδάξας αλλά και μελετητής της μικρής φόρμας, ο Πόε, περιέγραψε, διαμόρφωσε και εφάρμοσε στα διηγήματά του τις βασικές αρχές της σύντομης πεζής αφήγησης, συσχετίζοντας τους στόχους του συγγραφέα απευθείας με τη βραχύτητα της φόρμας. Σε αυτή την προσπάθεια εφάρμοσε στην πεζογραφία αυτό που είχε θεωρήσει σταθερό κανόνα της ποιητικής δημιουργίας: υποστήριξε πως στην ποίηση η ενότητα του αποτελέσματος ή της εντύπωσης γινόταν δυνατή μόνο σε έργα που μπορούσαν να διαβαστούν με μια ανάσα. Όπως ένα σύντομο ποίημα, έτσι και ένα διήγημα διαβάζεται σε μία συνεχή ανάγνωση, για να μπορέσει να μεταδώσει υψηλές διεγέρσεις και βαθιά αποτελέσματα που μόνο με εκείνα της λυρικής ποίησης είναι δυνατό να συγκριθούν.

Αυτή ακριβώς την αίσθηση αποκομίζει ο αναγνώστης της «Ιδιωτικής Αντωνυμίας. Όποιο κι αν είναι το θέμα, ο αναγνώστης οδηγείται προς εκείνη τη μοναδική στιγμή κατά την οποία ανακαλύπτει πως έχει αποτυπωθεί στον νου του μια εντύπωση ταυτόσημη με εκείνη που είχε συλλάβει ο συγγραφέας πριν αρχίσει να αφηγείται. Για να γίνει αυτό, το συνολικό σχέδιο υπηρετείται από την πρώτη κιόλας πρόταση, αλλά και κάθε λέξη συμβάλλει στη δημιουργία του μοναδικού αποτελέσματος.

Ο Χατζημωυσιάδης αξιοποιώντας το χαρακτηριστικό της βραχύτητας, προτείνει μια ειδικού τύπου αναγνωστική απόλαυση που δεν εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο η πλοκή είναι συναρπαστική, αλλά από την εμπειρία της κατάστασης ολοκλήρωσης της φόρμας. Η ιδέα της ιστορίας μπορεί να παρουσιαστεί σαν μια καλά επεξεργασμένη ενιαία εικόνα που, αντίθετα από το μυθιστόρημα, είναι δυνατό να δοθεί χωρίς κενά, διακοπές και ψεγάδια. Με τον τρόπο αυτό, η σύντομη αφήγηση του Χατζημωυσιάδη έχει τη δυνατότητα να προβληθεί ως ολοκληρωμένη μορφή, και με αυτή την ιδιότητά της να δημιουργήσει στον αναγνώστη μια ήρεμη και στοχαστική ικανοποίηση που αναπληρώνει ισάξια την απόλαυση που του προσφέρει μια συναρπαστική πλοκή που καθηλώνει.

Ο Henry James προς το τέλος του 19ου αι. δελεάστηκε από το ευρύ φάσμα και την ποικιλία του διηγήματος, διαπιστώνοντας πως κάνοντας μικρά πράγματα μπορούσε να κάνει πολλά: να πραγματευτεί πολλά θέματα, να φύγει σε πολλούς τόπους, να χειριστεί πολλές πλευρές της ζωής. Με βάση αυτό το σκεπτικό, ο Χατζημωυσιάδης  δεν έγραψε απλώς μια εξαιρετικά καλή συλλογή μικρών πεζών που ξεχωρίζουν στην εκδοτική παραγωγή του 2018, αλλά ανανεώνει την ίδια τη φύση της αφηγηματικής φόρμας, καθιστώντας εφικτό:
- τον συνδυασμό της πολλαπλότητας με τη συνοπτικότητα,
·         - τη συγκρότηση του πολύπλοκου μέσω του σύντομου και του διαυγούς,
·         - την έκφραση του σύνθετου μέσα από αυτό που φαινομενικά είναι απλό και οικείο

Και όλα τα παραπάνω τα πετυχαίνει με τρεις βασικά τρόπους:
(α) με το ρητορικό σχήμα της μετωνυμίας που συχνά φθάνει στα όρια της αλληγορίας: Ενώ η μεταφορά βασίζεται στην ομοιότητα και την αναλογία, η μετωνυμία βασίζεται σε έναν συσχετισμό που θεωρούμε ότι υπάρχει ανάμεσα σε δύο έννοιες: βάσει αυτού του συσχετισμού, χρησιμοποιούμε μια έννοια προκειμένου να αναφερθούμε σε μια άλλη την οποία θεωρούμε κοντινή της πρώτης.


(β) με μια γλώσσα «τόσο-όσο»: μια γλώσσα ποιητικής πρόζας και ανάλογου ήθους, που η κατάκτησή της μέσα στο σύστημα της χρηστικής γλώσσας είναι το μόνιμο και διαρκές διακύβευμα του συγγραφέα, όπως άλλωστε αποδεικνύεται αν κανείς έχει υπόψη του το σύνολο έργο του. Ενός γλωσσικού ήθους που προσωπικά μου θυμίζει τη γραφή του Ιωάννου και του Χάκκα, «μια μοναχική ανάβαση στις πιο απάτητες κορφές» (σ. 28) ή σαν εκείνους «τους τσακισμένους χαρταετούς που παίρνουν συνέχεια ύψος και πετάνε επιτέλους στον αέρα» (σ. 24).   
(γ) με την εικονιστική δύναμη του λόγου του, που φθάνει σε σπουδαίες κορυφώσεις χάρη στη σημασία που αποκτά το σκηνικό στη συγκρότηση της ιστορίας, που μπορεί να είναι μια χωρική δομή, ωστόσο ο Χατζημωυσιάδης   την φορτίζει με μια λειτουργία χρονικής διαδοχής, προσδίδοντας στον χώρο έναν μεταβατικό χαρακτήρα, προκειμένου αυτός να λειτουργήσει σαν μια μεταφορά της μεταβατικότητας. 



Λένε πως η διηγηματογραφία γίνεται για τους περισσότερους συγγραφείς μια τέχνη υπό προθεσμία ή ένα στάδιο μαθητείας πριν περάσουν στη μυθιστοριογραφία. Στην περίπτωση του Χατζημωυσιάδη  τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά: έχοντας θητεύσει ο συγγραφέας σε όλα τα είδη της πεζογραφίας, φθάνει με την «Ιδιωτική Αντωνυμία» –νομίζω- σε ένα κρίσιμο σκαλοπάτι λίγο πριν από την πλήρη συγγραφική του ωριμότητα. Ο Χατζημωυσιάδης ανήκει σίγουρα σ’ εκείνους τους λίγους συγγραφείς που το γραφείο τους βρίσκεται στην άκρη ή στο υπόγειο του σπιτιού τους και όχι στη μέση. Θέλω να πω πως με την τέχνη του υπηρετεί τη ζωή κι όχι το αντίστροφο, που συνηθίζεται πολύ στις μέρες μας.


Βιβλιογραφία
Αθανασόπουλος Β., Οι ιστορίες του κόσμου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2005.
Abrams, M.H., Λεξικό λογοτεχνικών όρων, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2005.
Κιοσσές Σπ., Εισαγωγἠ στη Δημιουργική Ανάγνωση και Γραφή του πεζού λόγου, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2018.
Συλλογικό, Το Διήγημα στην ελληνική και τις ξένες λογοτεχνίες, επιμέλεια-εισαγωγή: Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, Σοφία Ντενίση, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2009.