Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2020

Ένοχος λόγω βλακείας


του φιλόλογου Σπύρου Γιαννακόπουλου

Jerome Bosch «Εξαγωγή της πέτρας της ηλιθιότητας»

Στην ταινία «Ένας βλάκας και μισός», ένας καλοκάγαθος άνθρωπος (τον ερμηνεύει μοναδικά ο αείμνηστος Χρήστος Ευθυμίου), παρασυρμένος από τον έρωτά του για μια όμορφη γυναίκα, δικάζεται για ψευδορκία και συμμετοχή σε ασφαλιστική απάτη. Ο συνήγορός του προσπαθεί να τον αθωώσει με το επιχείρημα ότι ο πελάτης του ήταν βλάκας και δεν είχε επίγνωση των πράξεών του. Ο κατηγορούμενος, στην αξέχαστη απολογία του, παραδέχεται πως είναι βλάκας, ομολογεί συντετριμμένος την ενοχή του και, τελικά, κρίνεται αθώος λόγω βλακείας.
    
Αν κάποιος μελετήσει προσεκτικά τη σκηνή τής απολογίας του Χ. Ευθυμίου, θα βρει πολλές αναλογίες με τη συμπεριφορά τού Νεοέλληνα ψηφοφόρου. Ίσως μάλιστα να μπορούσε να την παραφράσει ως «απολογία τού Νεοέλληνα ψηφοφόρου». Με μία κεφαλαιώδη διαφορά ωστόσο: ο Νεοέλληνας ψηφοφόρος δεν είναι αθώος, αλλά ένοχος λόγω βλακείας.
    
Οι βλάκες, παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, είναι πολλαπλώς χρήσιμοι στο συλλογικό βίο. Όπως έχει εύστοχα παρατηρήσει ο Ευάγγελος Λεμπέσης στη μελέτη του «Ἡ τεράστια κοινωνικὴ σημασία τῶν βλακῶν ἐν τῷ συγχρόνῳ βίῳ» (1941), οι βλάκες αποτελούν βασικό πυλώνα τού κοινωνικού διαφορισμού και η ύπαρξή τους συντελεί καθοριστικά στην αέναη εξέλιξη του πολιτισμού: Η παρουσία τους στο συλλογικό γίγνεσθαι καταδεικνύει την υπεροχή των ευφυών και στην άξια ανάρρησή τους στα ανώτερα αξιώματα της πολιτείας. Κάθε άστοχη ενέργειά τους δεν πρέπει να καταδικάζεται, αφού είναι a priori άτομα μειωμένης νοητικής αντίληψης και, ως εκ τούτου, συγχωρητέα. (Μία τέτοια αντίληψη, μάλιστα, θα συνέβαλε στην ήπια αντιμετώπιση πρακτικών ζητημάτων της καθημερινότητας. π.χ. η τοποθέτηση του γράμματος Β[λάκας] στο πίσω μέρος των τροχοφόρων θα βοηθούσε στην έγκαιρη προειδοποίηση των άλλων εποχουμένων πως ο συγκεκριμένος οδηγός είναι αμβλύνους και δυνάμει επικίνδυνος για την οδική ασφάλεια). 
    
 Αν ανατρέξει κανείς στο «Αντιλεξικόν» του Θ. Βοσταντζόγλου, θα διαπιστώσει πως στη νεοελληνική γλώσσα υπάρχει πλήθος συνωνύμων για τη βλακεία, ορισμένα εκ των οποίων λειτουργούν μάλλον ως ευφημισμοί. Έτσι, η βλακεία αποκαλείται και ευπιστία, αφέλεια, αθωότητα, αγαθοπιστία, αγαθοσύνη, αγαθότητα, απλοϊκότητα, παιδικότητα, μωροπιστία κ.ά. Σε όλες τις περιπτώσεις η έννοια «βλάκας» προσεγγίζεται με καλοπροαίρετη διάθεση, αφού θεωρείται είτε καλοκάγαθος είτε φύσει νοητικά ελλιποβαρής. Ως εκ τούτου, οι πράξεις του πρέπει να αντιμετωπίζονται με κατανόηση και συγκαταβατικότητα και ο ίδιος ως φύσει και θέσει «αθώος», διαθέτοντας ένα οιονεί «προνόμιο του απυρόβλητου».
   
Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, η βλακεία δεν αποτελεί πλέον τεκμήριο αθωότητας, αλλά (συν)ενοχής. Ειδικά στην πολιτική συμπεριφορά των Νεοελλήνων, η βλακεία τείνει από άλλοθι να μετατραπεί σε αποδεικτικό στοιχείο της συμμετοχής πολλών συμπολιτών μας σε μία αέναη (;) διαδι-κασία πολιτικής συναλλαγής. 
    
Αυτό εκ πρώτης όψεως φαντάζει οξύμωρο ως παράδοξο. Η βλακεία, όμως, στην πολιτική της εφαρμογή δεν ταυτίζεται με κανένα από τα προαναφερθέντα εξωραϊστικά συνώνυμα, αλλά με την περίφημη «κουτοπονηριά», που – στερεοτυπικά ίσως – μας χαρακτηρίζει ως λαό. Ο Νεοέλληνας θεωρεί εαυτόν ως πανέξυπνο (ή και ευφυή), παμπόνηρο (κοινώς «γάτα», πεταλωμένη ή μη), παντογνώστη (κοινώς «ξερόλα»), σε αντίθεση με εκπροσώπους άλλων λαών (Κουτόφραγκους, Αμερικανάκια κ.ά.). Τα «προσόντα του» αυτά θέλει, φυσικά, να τα εξαργυρώσει στην καθημερινή του ζωή, προσωπική, επαγγελματική, κοινωνική και, βέβαια, πολιτική.
    
Η κουτοπονηριά του Νεοέλληνα βρίσκει λαμπρό πεδίο δόξης στις εκάστοτε εκλογικές – βουλευτικές, δημοτικές, περιφερειακές κ.ά. Εκεί ο τυπικός Ελληναράς ψηφοφόρος αναπτύσσει την περιβόητη «πελατειακή σχέση» με τους ποικιλώνυμους υποψηφίους: Σου δίνω την ψήφο μου (συχνά και την επιρροή μου σε πρόσωπα του κύκλου μου) κι εσύ μου κάνεις μία εκδούλευση (κοινώς «ρουσφέτι»), όπως είναι π.χ. ο διορισμός στο Δημόσιο, η ανεύρεση θέσης εργασίας, η μεσολάβηση για την επίλυση προσωπικών προβλημάτων και υποθέσεων (μεταθέσεις, προαγωγές, αναθέσεις έργων, μετεγγραφές νομικές αντιδικίες) κ.λπ. Φυσικά, θα ήταν υποκριτικό κι άδικο να παραγνωρίσουμε το ρόλο του δεύτερου σκέλους σε αυτήν την ανέντιμη σχέση, των πολιτικών προσώπων και των πολιτικών παρατάξεων. Πρόκειται για συνειδητούς συνεταίρους σε ένα νοσηρό φαινόμενο, που δηλητηριάζει για αιώνες (από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους!) την πολιτική ζωή του τόπου μας. Ο κουτοπόνηρος Έλληνας πιστεύει πως με αυτήν την τακτική διασφαλίζει τα μικροσυμφέροντά του με ένα αντίτιμο – την ψήφο του – ασήμαντο ή και αδιάφορο.
     
Η ενοχή του Νεοέλληνα ψηφοφόρου είναι σύμφυτη με την ανηθικότητα (Λεμπέσης «ἡ ἀνηθικότης εἶναι ἀποκλειστικόν προϊόν τῶν βλακῶν») και εξυφαίνεται σε δύο φάσεις, την προεκλογική και τη μετεκλογική. Στην πρώτη, η βλακεία ταυτίζεται με την κουτοπονηριά (με έμφαση στο δεύτερο συνθετικό) και αποτελεί το υπόστρωμα της πολιτικής σκέψης πολλών Νεοελλήνων. Η βλακεία εδώ καμουφλάρεται κάτω από το μανδύα τής πανουργίας και το πέπλο τής παντογνωσίας. Αυτό, όμως, είναι μόνο η κορυ-φή του παγόβουνου. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Διονύσης Χαριτόπουλος: «Η ατιμία τού βλάκα είναι δεδομένη – πίσω από τη μνησικακία, την κακοήθεια, τον φθόνο, τη συκοφαντία, τη ρουφιανιά, την εμπάθεια, τη χυδαιότητα, την κολακεία, τη δουλικότητα, την έπαρση, τη μικροπρέπεια κρύβεται πάντα ένα μεγάλο κουσούρι· αν δεν είναι κάτι εμφανές σωματικό ή ψυχικό, τότε πρόκειται ασφαλώς για ηλιθιότητα που μετέρχεται τα μόνα μέσα που διαθέτει». Εξάλλου, όπως επισημαίνει και ο Ναπολέων Βοναπάρτης, «Στην πολιτική, η βλακεία δεν είναι μειονέκτημα».
     
Στη δεύτερη φάση, όμως, μετά τις εκλογές, όμως, όταν οι προεκλογικές υποσχέσεις των πολιτικών διαψεύδονται, όταν τα προεκλογικά προγράμματα ακυρώνονται, όταν οι κυβερνήσεις (που εξελέγησαν χάρη στις πελατειακές σχέσεις με τους «αθώους» ψηφοφόρους τους) και στρέφονται κατά των μικροκαιροσκοπισμών και των μωροφιλοδοξιών των «αγαθών» πολιτών, η βλακεία επανεμφανίζεται, με έμφαση, αυτή τη φορά στο πρώτο συνθετικό τής κουτοπονηριάς. Ο Νεοέλληνας ψηφοφόρος παρουσιάζεται ως εξαπατημένος, αφελής, ευκολόπιστος, αδαής περί των πολιτικών τεχνασμάτων, καλοπροαίρετα επιρρεπής σε παραπλανητικά συνθήματα που εμπορεύονται ελπίδα και λαϊκισμό. Ελπίζουν πως οι άλλοι θα τους συγχωρέσουν και θα τους δουν ως δήθεν θύματα των ανάλγητων μεθόδων των πολιτικών («Ο sancta simplicitas... Ω ιερή απλότητα, ω αγία αφέλεια», Jan Hus). Υπόσχεται πως έγινε από «παθός μαθός» και θα τιμωρήσει τους δημαγωγούς πολιτικούς (με τους οποίους προεκλογικά «τα κάνανε πλακάκια») αλαλάζοντας ενώπιον τηλεοπτικών φακών τον αυτοχαρακτηρισμό «κοψοχέρης». Μέχρι να τα ξαναβρούν με τους πρώην πολιτικούς παρό-χους ρουσφετιών ή να βρουν καινούριους. Η υποκρισία και ο αμοραλισμός σε όλο τους το μεγαλείο.
     
«Κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει ένα λάθος. Μόνο ένας βλάκας συνεχίζει να κάνει το ίδιο λάθος» (Κικέρων). Αλλά στην περίπτωση του Νεοέλληνα ψηφοφόρου δεν πρόκειται για λάθος. πρόκειται για μια συνειδητή πράξη συμμετοχής και συνενοχής σε ένα ανήθικο πολιτικό παιχνίδι. Όπως υπογραμμίζει ο Τζων Στάινμπεκ: «Καμιά φορά, ο άνθρωπος θέλει να εμφανίζεται ως βλάκας, αν αυτό του επιτρέπει να κάνει πράγματα που η κοινή λογική το απαγορεύει». Και, δυστυχώς, χρειάζεται μία μείζων κρίση, ό-πως αυτή που διέρχεται – ακόμη – η πατρίδα μας, για να αντιληφθεί το μέγεθος της ευθύνης του («Νηπίοισιν οὐ λόγος, ἀλλά ξυμφορή γίνεται διδάσκαλος: Για τους ανόητους, δάσκαλος δεν είναι η λογική, αλλά η συμφορά», Δημόκριτος).
    
Μπορούμε τουλάχιστον να ελπίζουμε πως, μετά τη συμφορά και την ομολογία τής ενοχής, θα υπάρξει ειλικρινής μεταμέλεια και συνειδητοποίηση από την πλευρά των βλακών στη χώρα μας; Οι προοπτικές δεν είναι ευ-οίωνες. όπως έχει παρατηρήσει εδώ και αιώνες ο Σιμωνίδης ο Κείος: «Τῶν γάρ ἠλιθίων ἀπείρων γένεθλα» (Απειράριθμη η γενιά των ηλιθίων). Και δυστυχώς, σύμφωνα με τον Φρίντριχ Σίλερ: «Μπροστά στη βλακεία, ακόμη και Θεοί είναι ανίσχυροι».

Κυριακή, 31 Μαΐου 2020

Η κουλτούρα τού αντίχειρα


   του φιλόλογου Σπύρου Γιαννακόπουλου

 Στις αρένες της ρωμαϊκής εποχής, όταν ένας μονομάχος κατέβαλλε τον αντίπαλό του, στρεφόταν προς το «φιλοθέαμον» κοινό και ζητούσε να αποφασίσει εκείνο τη μοίρα τού ηττημένου. Αν οι θεατές άπλωναν το χέρι τους με τον αντίχειρα προτεταμένο προς τα πάνω, σήμαινε πως δεν είχαν μείνει ικανοποιημένοι από την «αγωνιστική επίδοση» του ηττημένου και ζητούσαν από το νικητή να τον αποκεφαλίσει και να υψώσει ψηλά το κρανίο του – ίσως και ως απόδειξη πως η μονομαχία δεν ήταν σκηνοθετημένη. Αν ο αντίχειρας ήταν στραμμένος προς τα κάτω, σήμαινε πως αναγνώριζαν τη γενναιότητα και την αγωνιστικότητά του και ζητούσαν από το νικητή να καρφώσει το όπλο του στο έδαφος και να του χαρίσει τη ζωή.
    

Η συμβολική αυτή χρήση τού αντίχειρα διατηρήθηκε, αλλά με την πάροδο των χρόνων η σημασία του άλλαξε άρδην: Προτεταμένος προς τα πάνω δηλώνει πλέον επιδοκιμασία, θαυμασμό, ενθουσιασμό, ενώ προτεταμένος προς τα κάτω δηλώνει αποδοκιμασία, απόρριψη, απογοήτευση. Οι σημειολόγοι επισημαίνουν πως ο αντίχειρας αποτέλεσε και αποτελεί ένα σύμβολο διαδραστικής επικοινωνίας ανάμεσα στον πομπό και τους δυνητικούς δέκτες, ένα σύμβολο ευδιάκριτο και δηλωτικό ευαρέσκειας ή απαρέσκειας.
   
Στην ψηφιακή εποχή μας, όμως, ο προτεταμένος αντίχειρας, πέρα από τη σημειολογική του διάσταση, έχει αποκτήσει μία επιπλέον: την υπαρξιακή. Εκατομμύρια – κυριολεκτικά –  χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αδημονούν καθημερινά να δουν κάτω από τις αναρτήσεις τους (κείμενα, φωτογραφίες κ.ά.) τον ανορθωμένο αντίχειρα και το πολυπόθητο like («Μου αρέσει» η ελληνική απόδοση), συνοδευόμενο ή μη από ευμενή σχόλια. Ο ευσεβής – μέχρι ενός σημείου – αυτός πόθος, όμως, έχει εξελιχθεί – δυστυχώς – σε μανία που συχνά αγγίζει τα όρια της ψύχωσης (ατομικής και συλλογικής).
   
 Για ένα τεράστιο αριθμό χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης η επίτευξη όσο το δυνατόν περισσότερων like κάτω από τις αναρτήσεις τους έχει αποκτήσει αξία υπαρξιακή. Καταδεικνύει την αναγνώρισή τους, την αποδοχή τους, την καταξίωσή τους, την επιβράβευσή τους. Χάρη στους ανορθωμένους αντίχειρες (πιστεύουν πως) αυτοεπιβεβαιώνονται, αποκτούν προσωπική και κοινωνική υπόσταση, κερδίζουν φήμη και αναγνωρισιμότητα. Στην προσπάθειά τους επιστρατεύουν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο. Καταφεύγουν σε φίλτρα επεξεργασίας εικόνας, για να απαλείψουν κάθε υποψία φυσικού «ελαττώματος» στο σώμα τους και να δώσουν προς τα έξω μία τελειοποιημένη εικόνα τού εαυτού τους. Προβαίνουν σε λογοκλοπές γνωστών ή λιγότερο γνωστών διανοητών (ή απλώς σκεπτόμενων ανθρώπων), για να δώσουν την εντύπωση «πνευματωδών» και «βαθυστόχαστων» ατόμων. Ειδοποιούν με μαζικά μηνύματα τους διαδικτυακούς «φίλους» και «ακολούθους» τους (το κατά πόσο είναι φίλοι τους είναι άλλης τάξεως θέμα) να σπεύσουν να δουν «αυθόρμητα» την ανάρτησή τους και, φυσικά, να υψώσουν προς τα πάνω τον οπτικοποιημένο αντίχειρά τους. Έχει διαπιστωθεί, μάλιστα, πως πολλοί χρήστες κατασκευάζουν μέσω ειδικών λογισμικών (ρομπότ) πλαστούς λογαριασμούς (profile) που ανήκουν σε ανύπαρκτα πρόσωπα (zombies) και μοναδικό σκοπό έχουν να αυξάνουν ψευδώς τα like και τους ανορθωμένους αντίχειρες κάτω από τις αναρτήσεις τους. Τα ίδια προγράμματα «μεριμνούν» να στέλνουν αντίχειρες προτεταμένους προς τα κάτω και αντίστοιχα «Δε μου αρέσει» (dislike) σε αναρτήσεις ατόμων που θεωρούνται δυνάμει «εχθρικά» ή «αντίπαλοι».

  
 Η εναγώνια αυτή αναζήτηση «ευμενών ανταποκρίσεων» έχει πλέον αποκτήσει διαστάσεις μαζικής υστερίας σε σημείο τέτοιο που πολλοί μελετητές να την θεωρούν στοιχείο τής σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας. Όπως επισημαίνουν, ζούμε στον «πολιτισμό της διασημότητας», που συνδέεται με τη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη της αγοράς και τις απεριόριστες (;) δυνατότητες για εμπορική εκμετάλλευση που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες. Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτισμικό περιβάλλον η αναγνωρισιμότητα και η δημόσια εικόνα εν γένει είναι ο ακρογωνιαίος λίθος όχι μόνο για την ανάδειξη ενός προσώπου αλλά και για τον προσπορισμό συχνά τεράστιων χρηματικών οφελών για τον ίδιο και για το μέσο κοινωνικής δικτύωσης που τον χρησιμοποιεί ανερυθρίαστα ως καταναλωτικό προϊόν. Και οι ανορθωμένοι αντίχειρες συνιστούν έναν μετρήσιμο ποσοτικό δείκτη δημοφιλίας και κοινωνικής απήχησης, δηλαδή τον κινητήριο μοχλό τής διαφήμισης. Ο αριθμός τους, επομένως, ισοδυναμεί με ένα κοινό δυνητικά δεκτικό σε πάσης φύσεως επηρεασμούς (εμπορικούς, πολιτικούς κτλ).       
   
Οι ανθρωπολόγοι υποστηρίζουν πως η εξελικτική πορεία τού ανθρώπου που τον διαχώρισε από τα άλλα πρωτεύοντα – πέρα από την (αφηρημένη) σκέψη – ήταν ο αντιτακτός αντίχειρας, δηλαδή η δυνατότητά του να αγγίζει σφιχτά καθένα από τα υπόλοιπα δάχτυλα του χεριού του. Χάρη στη συγκεκριμένη ικανότητά του ο άνθρωπος κατόρθωσε να αξιοποιήσει τα προϊόντα της διανοίας του και να αναπτύξει πολιτισμό. Φαίνεται, όμως, πως στην εποχή τής τεχνολογικής επανάστασης και της τεχνητής νοημο-σύνης ο αντίχειρας τείνει να μετατραπεί σε εργαλείο μηχανιστικής – αν όχι αντανακλαστικής – συμπεριφοράς τού ανθρώπου. Ο αντίχειρας ίσως να αποτελέσει κεφάλαιο ενός νέου λεξικού. τού λεξικού τής Νέας (Ψηφιακής) Ομιλίας. Μιας Ομιλίας που δε θα ερείδεται στον Λόγο (τη Γλώσσα), αλλά σε εικονιστικά σύμβολα ψυχικών καταστάσεων σημαντικά. Ίσως σήμερα να βιώνουμε την επόμενη φάση τής εξέλιξης του ανθρώπου: Από τον homo sapiens στον homo likens.

Τρίτη, 26 Μαΐου 2020

Το ερμηνευτικό σχόλιο σε ένα αλληγορικό ποίημα


Προσγειώσεις [1]

Ο Τίτος Πατρίκιος (1928- ) είναι από τους βασικούς εκπροσώπους της Α’ Μεταπολεμικής γενιάς ποιητών.

Σε λίγο θα προσγειωνόμουν
κι ετοιμάστηκα για κάθε ενδεχόμενο
αφού τα περισσότερα ατυχήματα
γίνονται στις προσγειώσεις
άλλωστε η προσγείωση η δική μου
είχε ήδη αναγγελθεί
στο τελευταίο μου ποίημα.
Είχα πια βαρεθεί να περιίπταμαι
να εποπτεύω από ψηλά τα όσα συμβαίνουν
ήθελα τώρα το χώμα με τα χέρια μου να πιάσω
ακόμα και πάνω του να συρθώ, να ψάξω
να το γνωρίσω για τα καλά από την αρχή.
Προσγειώθηκα χωρίς κανένα πρόβλημα
μα μόλις πάτησα στο έδαφος
άλλαξα γνώμη, άλλαξαν και τα σχέδια
χρειάστηκαν κάποια τρεχάματα
γι’ ανεφοδιασμό με τρόφιμα
για να γεμίσουν καύσιμα οι δεξαμενές
και πάλι απογειώθηκα.
Είπα μου φτάνει
όσο ζυμώθηκα ώς τώρα με το χώμα
όσο κατάφερα από κοντά τον κόσμο να γνωρίσω
καλύτερα είναι να περιίπταμαι
να εποπτεύω από τους ουρανούς τα πάντα
σχολιαστικά, χωρίς και πολλές ευθύνες.
Το αεροπλάνο πήρε μεγάλο ύψος
αλλά καθώς έβλεπα γι’ άλλη μια φορά
τους ανθρώπους να μικραίνουν και να χάνονται
τους τόπους να μισοσβήνουν
τελικά να εξαφανίζονται
τρόμαξα κάποια στιγμή που δεν είχα
τίποτα από τη γη ν’ αγγίξω
κανέναν να πούμε δύο κουβέντες
να τον δεχτώ, να με δεχτεί, να τον απαρνηθώ
να μ’ αποδιώξει εκείνος.
Ώσπου επιθύμησα ξανά
συνωστισμούς και ρήξεις και συναρμογές
σωμάτων, αισθημάτων, ιδεών
νοστάλγησα ακόμα και το χιλιοπατημένο χώμα.
Ελπίζω τα καύσιμα να κρατήσουν
ώς το επόμενο αεροδρόμιο
κι η νέα προσγείωση να είναι ομαλή.

ΘΕΜΑ Γ
Με βάση διάφορα κειμενικά στοιχεία, ποια είναι η κοινωνική αποστολή του ποιητή σύμφωνα με το αλληγορικό αυτό ποίημα; Η απάντησή σας να μην υπερβεί τις 160 λέξεις.
                                                                                                                                   

Α. Κειμενικό γένος: μοντέρνα ποίηση
Β. Κειμενικό είδος: ποίημα ποιητικής ή ποίημα για την ποίηση
Τι μας «λέει» για τα ποιήματα ποιητικής το σχολικό βιβλίο «Νεοελληνική Λογοτεχνία»;
Η συνομιλία των ποιητών με την τέχνη της ποίησης δεν ενδιαφέρει μόνο τους δημιουργούς ή τους μυημένους στα μυστικά της ποιητικής τέχνης, δεδομένου ότι η ποίηση, στην πρωτογενή της έκφραση, είναι ο μαγικός εκείνος χώρος, στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό. Εξάλλου, όλοι οι αληθινοί ποιητές είχαν και έχουν υψηλή συνείδηση του χρέους τους απέναντι στην εποχή τους και στην τέχνη τους — ένα χρέος που το ξεπληρώνει ο καθένας, είτε υπηρετώντας την υψηλή είτε τη χαμηλόφωνη ποίηση, με τον δικό του τρόπο.
Γ. Βασικός λεκτικός τρόπος (σχήμα λόγου με βάση τη σημασία των λέξεων): Αλληγορία
Τα λογοτεχνικά κείμενα (ποιητικά και πεζά) που βασίζονται σε αυτόν τον λεκτικό τρόπο κατασκευάζονται έτσι ώστε τα διάφορα πρόσωπα, τα γεγονότα ή τα αντικείμενα που περιέχουν, να διαθέτουν, πέρα από το κυριολεκτικό νόημά τους, και ένα άλλο, δεύτερο νόημα, υπόρρητα δοσμένο.[2]
Τι μας «λέει» για την αλληγορία το «Λεξικό Λογοτεχνικών όρων»;

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγίσουμε και να κατανοήσουμε την έννοια της αλληγορίας. Ένας πρώτος τρόπος είναι ο καθαρά ετυμολογικός. Σύμφωνα, λοιπόν, με την ετυμολογία της λέξης, η αλληγορία είναι ένας μεταφορικός εκφραστικός τρόπος, ο οποίος κρύβει νοήματα διαφορετικά από εκείνα που φανερώνουν οι χρησιμοποιούμενες συγκεκριμένες λέξεις. Όλες λ.χ. οι παροιμίες κρύβουν νοήματα διαφορετικά από εκείνα που άμεσα τουλάχιστον δηλώνουν και εκφράζουν οι λέξεις. Άλλα δηλαδή λένε και άλλα εννοούν. Από την άποψη αυτή, όλες οι παροιμίες συνιστούν έναν αλληγορικό και, επομένως, μεταφορικό τρόπο έκφρασης. Η παροιμία π.χ. Το ένα χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο στη λεκτική της επιφάνεια μιλάει για την καθημερινή διαδικασία της ατομικής καθαριότητας και υγιεινής. Στο νοηματικό της όμως υπόστρωμα, η παροιμία κρύβει και, τελικά, υποδηλώνει ένα διαφορετικό νόημα: μιλάει για την ανάγκη και την αξία της αλληλοσυμπαράστασης, της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης και της συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων. Και επειδή με την παροιμία μεταφερόμαστε από το επίπεδο μιας καθημερινής ασχολίας σε ένα άλλο και διαφορετικό επίπεδο εννοιών και αξιών, γι’ αυτό ακριβώς η αλληγορία της παροιμίας συνιστά ένα μεταφορικό εκφραστικό τρόπο.
Ύστερα από αυτή την πρώτη προσέγγιση, φαίνεται καθαρά ότι η αλληγορία είναι μια εκφραστική τεχνική με την οποία επιδιώκεται και επιτυγχάνεται η απόκρυψη του πραγματικού νοήματος. Συνεπώς, οπουδήποτε λειτουργεί η έννοια της αλληγορίας, χρειάζεται και απαιτείται μια ειδική ανάγνωση για την αποκωδίκευση και την κατανόηση του πραγματικού νοήματος. Αυτή η ειδική ανάγνωση προϋποθέτει την ικανότητα να διαβάζουμε ένα αλληγορικό κείμενο «κάτω από τις λέξεις», για να αποκαλύψουμε τα κρυμμένα ή, έστω, τα δυσδιάκριτα νοήματα.
Στον χώρο τώρα της λογοτεχνίας, η αλληγορία είναι μια ιδιαίτερα συχνή συγγραφική τεχνική. Συγκεκριμένα, ο πεζογράφος ή ο ποιητής, για να προσδώσει στα νοήματά του μεγαλύτερη υποβλητικότητα και για να τα καταστήσει περισσότερο αισθητά και, επομένως, ζωντανά, καταφεύγει συχνά στην τεχνική και στους τρόπους της αλληγορίας.
Ο ποιητής π.χ. Αλκαίος, τον 6ο αι. π.Χ., θέλησε να μιλήσει για τις οδυνηρές συνέπειες που προκαλούνται από τις εμφύλιες διαμάχες. Δεν μίλησε όμως για το θέμα αυτό με τρόπο άμεσο, ευθύ και ανοικτό· αντίθετα, χρησιμοποίησε τον τρόπο της ποιητικής αλληγορίας. Συγκεκριμένα, περιέγραψε μια κατάσταση άγριας βαρυχειμωνιάς και θαλασσοταραχής (=κοινωνικές αναταραχές, πολιτικές διαμάχες, εμφύλιες συρράξεις, έλλειψη σύμπνοιας και ομοψυχίας)· έγραψε για ένα καράβι που θαλασσοδέρνεται και τσακίζεται (=η ταραγμένη πολιτεία που κινδυνεύει να καταποντισθεί)· για τους ναύτες που επίσης θαλασσοδέρνονται, κινδυνεύουν και πνίγονται (ναύτες = οι πολίτες). Με αυτό το σχήμα αλληγορίας, ο Αλκαίος, στην επιφάνεια της ποιητικής γραφής μοιάζει να μιλάει για μια κατάσταση θαλασσοταραχής. Με αυτή δηλαδή την αλληγορική περιγραφή και εικόνα «απέκρυψε» τα πραγματικά και τα κρυμμένα νοήματα. Αυτή, ακριβώς, η αλληγορική απόκρυψη κατέστησε, τελικά, τα νοήματα πιο υποβλητικά και, παράλληλα, απέτρεψε τον κίνδυνο να μετατραπεί το ποίημα σε πολιτική και αγοραία ρητορεία.

1ο στάδιο: Συσχέτιση σημαινόντων - σημαινομένων
Σημαίνον
Συμβατική σημασία
Αλληγορική σημασία
περιίπταμαι, εποπτεύω…
Ο επιβάτης-οδηγός ενός αεροπλάνου που διαρκώς ταξιδεύει και ελέγχει όσα συμβαίνουν στη γη.
Ο χώρος του ποιητή είναι ο χώρος του ουρανού, των πνευματικών αξιών και ιδανικών, εκεί από όπου μπορεί να βλέπει τα ανθρώπινα, καθώς ο ουρανός τού επιτρέπει να έχει καθολική / γενική εποπτεία.
προσγειώθηκα, ανεφοδιασμό, για να γεμίσουν καύσιμα οι δεξαμενές…
Η ανάγκη του επιβάτη-οδηγού ανά τακτά χρονικά διαστήματα να προσγειώνεται για τον απαραίτητο ανεφοδιασμό.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αποκοπεί από την εποχή του και την κοινωνική ζωή, αυτή είναι που τον τροφοδοτεί, εάν δεν ανεφοδιάζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, η τέχνη του κινδυνεύει να αποστειρωθεί…
όσο ζυμώθηκα ώς τώρα με το χώμα / όσο κατάφερα από κοντά τον κόσμο να γνωρίσω… ευθύνες.

Η επιθυμία του ανθρώπου που ταξιδεύει στους ανοιχτούς ουρανούς να μην αποκοπεί από τους ανθρώπους.
Η παραμονή του στη γη /χώμα και ο συγχρωτισμός του με τους ανθρώπους και τα προβλήματά τους υπενθυμίζει διαρκώς την ευθύνη του.
Τρόμαξα … εκείνος.
Ο φόβος του ταξιδιώτη των ουρανών μήπως χάσει την επαφή του με τον κόσμο.
Ο φόβος που νιώθει συχνά ο δημιουργός όταν κλεισμένος στον κόσμο της ποίησης, κινδυνεύει να αποκοπεί από την ίδια τη ζωή.
Ώσπου … χώμα.
Η νοσταλγία για τη γη και τους ανθρώπους.
Η νοσταλγία που νιώθει ο ποιητής όταν απομακρύνεται για μεγάλο διάστημα από τη ζύμωσή του με τον κόσμο.
Και η νέα προσγείωση να είναι ομαλή.
Οι δυσκολίες της προσγείωσης.
Οι δυσκολίες που συναντά ο ποιητής όταν κάνει δημόσιες εμφανίσεις ή παρεμβάσεις, γιατί είναι μαθημένος να ίπταται…

2ο στάδιο: Η δομή του ποιήματος
α. Η αλληγορική ιστορία-μήνυμα: ο ποιητής, όπως κάνει πάντα, έτσι και τώρα περιίπταται (ως ο μοναδικός επιβάτης και οδηγός ενός αεροπλάνου), προκειμένου να πραγματώσει το χρέος του (να εποπτεύει από ψηλά τους ανθρώπους), αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα προσγειώνεται στη γη, ώστε να ανεφοδιαστεί και μετά να συνεχίσει την πτήση του.

β. Η σκηνική διάρθρωση: Το ποίημα αποτελείται από τρεις διαδοχικές σκηνές:
       «Σε λίγο … από την αρχή»
       «Προσγειώθηκα … ευθύνες»
      «Το αεροπλάνο … ομαλή»

γ. Οι χώροι δράσης του ποιητή
  1.   Ο ουρανός στον οποίο εντοπίζεται η αποστολή του ποιητή-επιβάτη-οδηγού ενός αεροπλάνου.
  2.  Η γη από όπου θα ανεφοδιαστεί και στη συνέχεια θα απογειωθεί ο ποιητής-επιβάτης-οδηγός.
3ο στάδιο: Ενδεικτική διατύπωση του ερμηνευτικού σχολίου
Υποθέτω ότι η κοινωνική αποστολή του ποιητή, σύμφωνα με το κείμενο, είναι κινούμενος μεταξύ ουρανού και γης να «παρατηρεί» («να εποπτεύω από ψηλά τα όσα συμβαίνουν») τις ανθρώπινες καταστάσεις, χωρίς να αποκόπτεται από τη ζωντανή πραγματικότητα και τις ευθύνες που επωμίζεται («χωρίς και πολλές ευθύνες»). Ειδικότερα, το ποιητικό υποκείμενο –με τον τρόπο της αλληγορικής εικονοποιίας- παραδέχεται τις δυσκολίες και τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η δημόσια προβολή και ο κοινωνικός συγχρωτισμός («τα περισσότερα ατυχήματα/ γίνονται στις προσγειώσεις»). Ωστόσο, η επιθυμία του να αίρεται («περιίπταται») από τα ανθρώπινα πάθη και η αποκλειστική ενασχόλησή του με την ποίηση (ιδεατή ζωή) καθώς και οι πνευματικές του «πτήσεις» ενέχουν τον κίνδυνο να αποξενωθεί από την κοινωνική ζωή με τις αντιφατικές και συχνά επώδυνες ανθρώπινες σχέσεις («τρόμαξα κάποια στιγμή… χώμα»), οι οποίες άλλωστε τροφοδοτούν το ποιητικό του έργο («γι’ ανεφοδιασμό με τρόφιμα/ για να γεμίσουν καύσιμα οι δεξαμενές»).


[1] ηλ. περ. oanagnostis.gr
[2] περισσότερες πληροφορίες για την αλληγορία, βλ. στο Abrams, Μ.Η. (2012). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Αθήνα: Πατάκης.