Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Για τη βιόλα μου







 της Π. Στεφανή (μαθήτριας της Γ' Λυκείου στο Ράλλειο Λύκειο Θηλέων Πειραιά)

Ήντα2’παθες κοπέλι3 μου, ήντα ’παθες γλυκιά μου,
απού4 θωρώ5 σε να γεννάς εδά6 τη ’χμαλωσιά μου.
Αιχμάλωτ’ ήμουνα κι εγώ, κι εσύ ξανά ντελόγο7,
ούτε γλακάς8, ούτε γροικάς9, κι ούτενε βγάζεις λόγο.
Μελίτακας10 κατέληξες, ετσά11 θωρώ σε τώρα,
τα δάκρυά σου να κρουβγάς12, που’ν των μαθιών13 σου η μπόρα.
Άντε καρδιά μου, βγάλε το, πάτησε το κουμπούρι14,
για τσι ζωές που χάνονται σαν το μικρό φλαμούρι15.
Γιάντα16’γινες έν’ άγαλμα με χέρια που ’ν δεμένα,
κι είν ’η ζωή σου σκοτεινή σαν άστρα που ’ν σβησμένα;
Πού είν’ οι μαργαρίτες σου, πού ’ναι τα γιασεμιά σου,
πού είναι η χαρούμενη κι η πιο γλυκιά μιλιά σου;
Μα πράμα17 πλέον δεν έμεινε απ’ τη μοσχοβολιά σου,
ο γλύπτης ετσά σ’ έφτιαξε, κατέχει18 το η θωριά σου.
Γιάντα μουγκρίζ’ η θάλασσα, γιάντα σφυρίζει ο αγέρας;
Είν’ από το παράπονο ετούτης δω τση μέρας.
Πώς εγυρίσεν η χαρά σε δάκρυ μιαν ημέρα,
και πώς σκορπίσαν τα καλά σα σκόνη στον αιθέρα.
Βάλε τα μαύρα Κρήτη μου, θάψε τα σχολινά σου,
μια κοπελιά ψημιθευτή19 πενθεί η αστροφεγγιά σου.
Εζήλεψέ μου η ψυχή το βουλισμένο20 Άδη,
απού κρατεί στσ’ αγκάλες του γυνή χωρίς ψεγάδι.
Γιατί τ’ αγάλματα δε ζουν, κι οι κοπελιές που δείχνουν,
νεκρές είναι κι αιχμάλωτες απού ποτέ δε σμίγουν.
Δε σμίγουν με τον έρωτα, τση λευτεριάς τα στάχυα,
αλλά σαλεύν21’ολονυχτίς στα Κάτω μονοπάθια22.
Οψάργας23 σε φαντάστηκα σ’ ηλιοβρεγμένο κήπο,
ένα λουλούδι μου’ δωκες στου θρήνου μου το χτύπο.
Λάλιε24 παιδί μου, τρέχανε, ξοπίσω μην κοιτάξεις,
μα δεν μπορείς, όσο κι αν θες, τη μοίρα σου ν’ αλλάξεις.



1. βιόλα: η όμορφη κοπέλα 2. ήντα: τι 3. κοπέλι: το παιδί 4. απού: που 5. θωρώ: βλέπω 6. εδά: εδώ 7. ντελόγο: αμέσως 8. γλακώ: τρέχω 9. γροικώ: ακούω 10. μελίτακας: μυρμήγκι 11. ετσά: έτσι 12. κρούβγω: πνίγω 13. μάθια: μάτια 14. κουμπούρι: πιστόλι 15. φλαμούρι: το τίλιο 16. γιάντα: γιατί 17. πράμα: τίποτα 18. κατέχω: ξέρω, γνωρίζω 19. ψιμυθευτός: ο στολισμένος με ψιμύθια, ο πολύ προσεκτικά φτιαγμένος 20. βουλισμένος: εκείνος που είθε να βουλιάξει, να καταστραφεί 21. σαλεύω/σαλεύγω: βαδίζω 22. μονοπάθια: μονοπάτια 23. οψάργας: χθες το βράδυ 24. λάλιε: φύγε.




Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Στον κόσμο μας



διήγημα
του Κώστα Γεωργάκη

Έβρεχε πολύ κείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα. Καθισμένος στο γραφείο του πλάι στο καλοριφέρ διόρθωνε τα γραφτά του για την επαρχιακή εφημερίδα που δούλευε. Διάβαζε μεγαλόφωνα μια παράγραφο κοντά στο τέλος:
«… περίοδος των τελευταίων πενήντα ετών κατά την οποίαν ο άνθρωπος κατόρθωσε να εξαπολύει ους πυραύλους τους εις το διάστημα, να καταδύεται διά των υποβρυχιών του εις τα απύθμενα βάθη, μπορεί να ονομαστεί “χρυσή εποχή” της ανθρώπινης ιστορίας».
Ένα κουδούνισμα τον διέκοψε.
Βγήκε στον διάδρομο και κοίταξε από το «μάτι» της πόρτας. Στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε η έκπληξη.
Άνοιξε και βρέθηκε μπροστά σ’  ένα τσιγγανάκι 7-8 χρονών. Φορούσε κάτι κουρέλια σκισμένα εδώ κι εκεί…  βρώμικο. Στάθηκε λίγη ώρα σιωπηλός καθώς το τσιγγανάκι τον κοιτούσε παρακλητικά με την παλάμη απλωμένη.
-  «Πεινάω κύριε», κι αυτός άκουγε αυτό το «πεινάω κύριε» σαν «γιατί κύριε»; Ήταν η προδιάθεση. Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα και του το έδωσε.
-  Το παιδί τον κοίταζε σαν να είχε κάνει να κάνει με τρελό. Έπειτα ψέλλισε ένα «ευχαριστώ πολύ»  και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες της πολυκατοικίας.
-  Στάθηκε για λίγο στο κατώφλι της πόρτας. Έπειτα μπήκε στο γραφείο του. Πήρε τα  γραφτά του και τα πέταξε στο δρόμο… στη βροχή. Χρειάζεται πολύ νερό για να καθαριστούνε –σκέφτηκε- κι έκλεισε το παράθυρο. 

(αναδημοσίευση από το περ. "πόρφυρας", τεύχος 163-164)