Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαΐου 2015

Η παρομοίωση και ο ρόλος της

Μερικές σκέψεις του Κωστή Παπαγιώργη, σταχυολογημένες από το βιβλίο του "Λάδια ξίδια" (Καστανιώτης, 1996), με αφορμή σχετική ερώτηση στα θέματα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.



Η ανάγκη της παρομοίωσης εμφανίζεται σαν έλλειψη. Έχουμε μια ζωηρή παράσταση, ένα βίωμα, και, στην προσπάθειά μας να το βαφτίσουμε, μας λείπει απογοητευτικά η ακριβής του ονομασία.
Το «σαν» είναι σαν γέφυρα –αλλά προς τα πού; Το «σαν» είναι παράθυρο –αλλά βλέπει προς τα πού;
Το ερώτημα στο οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε είναι διπλό: από τη μια, πρέπει να μάθουμε γιατί χρειαζόμαστε το «σαν», και, από την άλλη, τίνι τρόπω βρίσκουμε το δεύτερο σκέλος. Η μια απάντηση είναι λειτουργική, η άλλη αφορά την αιτία, το βαθύτερο κίνητρο.
Το «σαν» όπως και κάθε σχήμα εφευρίσκεται για να καλύψει εκ των ενόντων την έλλειψη μιας ορισμένης λέξης. Οι τρόποι χρησιμοποιούνται για να καλύψουν τις ελλείπουσες λέξεις.
Το βασικό κίνητρο είναι η ομοίωση με κάτι δεδομένο, η οποία φωτίζει αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε.
Το βιωμένο έχει έναν αβάπτιστο χαρακτήρα που ζητά ένα όνομα, ένα «σαν» για να ονομαστεί. Έχουμε ανάγκη την ομοίωση με κάτι, γιατί η ζωή υπερτερεί απέναντι στο ήδη οικείο, όπως το άπειρο απέναντι στο περατό.
Ο οιοσδήποτε ψυχισμός δεν μπορεί να αισθανθεί ερμηνευμένη ψυχικά μια κατάσταση, αν δεν βρει κάτι όμοιο μέσα στην πρότερη ζωή του. Αυτός είναι ο τρόπος να εσωτερικεύει και να ερμηνεύει. Ουσιαστικά οικειωνόμαστε το βίωμα όχι με την αναγνώριση αλλά με την αυθόρμητη αναγωγή σε κάτι πρότερο. Αποκλείεται να έρθουμε σε βάθους κοινωνία με κάτι, αν δεν βρούμε το κλειδί της ομοιότητας.
Η παρομοίωση, επεξηγηματική, κυριολεκτική, εικονική, χειροπιαστή, δίνει στον ακροατή της εποχής την άνεση να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα χωρίς να σπαζοκεφαλιάζει για τα λεγόμενα της αφήγησης.

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Θέματα λογοτεχνίας - γιατί η εικόνα δεν είναι σχήμα λόγου



 Νικήτας Παρίσης (πηγή: ΦΙΛΟΓΝΩΣΙΑ)
Η σύγχυση γύρω από θέματα λογοτεχνικών όρων και εννοιών συνεχίζεται. Η ΚΕΕ (= Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων), με επείγουσα οδηγία προς όλα τα βαθμολογικά κέντρα, διευκρινίζει ότι η εικόνα είναι σχήμα λόγου και επικαλείται, για να πείσει, το Π.Δ. 319/2000. Παραλογισμός στο μέγιστο! Αν είναι δυνατόν θέματα και όροι των λογοτεχνικών κειμένων να ρυθμίζονται με Προεδρικά Διατάγματα!

Να μιλήσουμε όμως σοβαρά. Η εικόνα, ως εκφραστικό μέσο ή, έστω, ως εκφραστικός τρόπος, ανήκει στο είδος της περιγραφής. Κάθε περιγραφή, σύντομη ή εκτενής, απεικονίζει μια πραγματικότητα ή ένα πρόσωπο ή ένα αντικείμενο· ακόμη και μια ιδέα, δηλαδή μια νοητή εικόνα. Το πρώτο μας, λοιπόν, συμπέρασμα είναι ότι η εικόνα, σε όποιο είδος και αν ανήκει (= στατική, δυναμική, εξελισσόμενη, μεικτή / οπτική, ακουστική, οσφρητική κλπ.), συνιστά μια μορφή περιγραφής (έκφραση έλεγαν οι παλαιότεροι, ειδικά για τις περιγραφές έργων τέχνης).

Η εικόνα, όμως, ως ένθετη περιγραφική διαδικασία στη νοηματική ροή ενός λογοτεχνικού κειμένου, δε συνιστά σχήμα λόγου. Το γιατί: τα σχήματα λόγου διαχειρίζονται τις λέξεις με ειδικούς και συγκεκριμένους τρόπους:
α)     τροποποιούν τη διάταξη (= τη σειρά) των λέξεων μέσα σε ένα προτασιακό σύνολο (π.χ. το πρωθύστερο: ήπιαν κι έφαγαν
β)      παραβιάζουν τη γραμματικο–συντακτική συμφωνία των λέξεων, δηλαδή τη συντακτική λογική μιας πρότασης (π.χ. το σχήμα κατά σύνεση: ο κόσμος χτίζουν εκκλησιές
γ)      συρρικνώνουν ή διαστέλλουν το λεκτικό ανάπτυγμα μιας πρότασης (π.χ. το σχήμα του πλεονασμού: εσύ σώπα και μη μιλάς
δ)      τροποποιούν τις σημασίες των λέξεων (π.χ. το σχήμα της μεταφοράς: κατέβαινε ένας βαρύς ουρανός πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών).

Ερώτημα:     η εικόνα, ως εκφραστικό μέσο, ταυτίζεται με καμιά απ’ αυτές τις τέσσερις λειτουργίες; Ανήκει, βέβαια, στα λογοτεχνικά αυτονόητα ότι μια εικόνα μπορεί να περιέχει και κάποιο σχήμα λόγου. Αυτό, όμως, δεν ταυτίζεται με την εικόνα.

Εξάλλου, μια εικόνα, ως περιγραφική διαδικασία, αναστέλλει ή διακόπτει τη ροή του λογοτεχνικού μύθου, ιδιαίτερα όταν είναι κάπως εκτενής. Κανένα όμως σχήμα λόγου δε λειτουργεί ως αναστολή ή διακοπή του μύθου. Ακόμα και οι εκτενείς παρομοιώσεις στον Όμηρο δεν ανακόπτουν τη ροή της δράσης, γιατί αποτελούν αποσαφηνιστικό και συμπληρωματικό σχόλιο στην ίδια τη δράση.

Πού καταλήγουμε; Φυσικά, στο αυτονόητο: η διδασκαλία δηλαδή – και τα περί τη διδασκαλία – είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και θα ήταν παράλογο να την αναθέσουμε σε Προεδρικά Διατάγματα.

26 Μαΐου 2013
Ν. Παρίσης

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Σχήματα λόγου και εκφραστικά μέσα στη Λογοτεχνία

Τα εκφραστικά μέσα είναι μια γενική κατηγορία (έννοια γένους) με πολλές υποκατηγορίες. Τα σχήματα λόγου (έννοια είδους) είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο: "παιχνίδια" με τις λέξεις π.χ. παρομοίωση, μεταφορά, επαναφορά, κλιμακωτό σχήμα, πρωθύστερο σχήμα, υπαλλαγή κ.τ.λ. Είναι δηλαδή μια υποκατηγορία. Εκφραστικό μέσο είναι π.χ. μία οπτική εικόνα, η οποία όμως δεν είναι σχήμα λόγου, ή και ένα επίθετο. Εκφραστικό μέσο μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και η περιγραφή, η λυρική γλώσσα ή η στιχομυθία, από τη στιγμή που με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας θέλει να εκφράσει κάτι.
Ο δραματικός ενεστώτας δεν είναι σίγουρα σχήμα λόγου.
Επίσης, κατά τη γνώμη μου, οι εικόνες δεν αποτελούν σχήματα λόγου αλλά εκφραστικά μέσα. Παρόλ' αυτά το Π.Δ 319/2000 (ΦΕΚ 261 27-11-2000) εντάσσει καταχρηστικά τις εικόνες (κακώς) στα σχήματα λόγου.

Διαγραμματική παρουσίαση των σχημάτων λόγου (εδώ)

Η άποψη του φιλολόγου - συγγραφέα κ. Νικήτα Παρίση (πηγή: ΦΙΛΟΓΝΩΣΙΑ)
Εκφραστικά μέσα και σχήματα λόγου. Αποσαφήνιση των όρων
Το μάθημα της λογοτεχνίας «πάσχει» από ένα είδος ρευστότητας. Αυτό το χαρακτηριστικό προκαλεί αρκετά προβλήματα και στους μαθητές και στους διδάσκοντες. Τα περισσότερα και τα μάλλον δυσκολότερα σχετίζονται με θέματα όρων και γενικά ορολογίας. Εύκολα δηλαδή κάποιοι όροι, συγγενικοί μεταξύ τους και με κάποια κοινά σημεία ομοιότητας ή συνάφειας, συγχέονται μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: οι μαθητές, χωρίς να έχουν κατά νου σαφή και διαυγή την έννοια των όρων, δυσκολεύονται να απαντήσουν σε σχετικές ερωτήσεις. Παράλληλα, από την άλλη πλευρά, και οι διδάσκοντες – τουλάχιστον οι πιο άπειροι - αντιμετωπίζουν κάποια προβλήματα διδακτικής καθαρότητας και σαφήνειας.


Η συνέχεια (εδώ)

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Λογοτεχνία και Κρίση, ένας ατέρμων κοχλίας


Πώς η λογοτεχνία ενσωματώνει την κρίση; Θεματοκεντρικά, ιδεολογικά ή γλωσσοκεντρικά; Πώς οι συγγραφείς αποφεύγουν την παγίδα της επικαιρότητας ή της δημοσιογραφικής γραφής (αν την αποφεύγουν) όταν πραγματεύονται τη σημερινή δυστοπία; Η κρίση είναι υπόθεση των τελευταίων ετών ή μήπως έχει βάθος και διάρκεια (από το 1974); Καταλήφθηκε εξαπίνης η πεζογραφία μας ή μήπως μέσα από την παρωδία και τον ατομοκεντρισμό των δεκαετιών ’80 και ’90 απεικόνισε αυτοπαθώς την επερχόμενη κατάρρευση; Από την άλλη πλευρά, η πρόσφατη αναζωπύρωση του ιστορικού μυθιστορήματος, που συχνά υπονομεύει την εθνική αυτοεικόνα ή την αριστερή αγιογραφία συλλογικών μύθων, εισακούστηκε στον βαθμό που έπρεπε;
Αυτά και άλλα συναφή ερωτήματα ενδεχομένως να πέσουν στο τραπέζι τεσσάρων ερεθιστικών θεματικών συζητήσεων, που οργανώνονται από τη δραστήρια «Σχόλη» (εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής των εκδόσεων Πατάκη).

Η νέα λογοτεχνία πρέπει να αναδείξει τα βαθύτερα αίτια της ήττας
Του Χρήστου Οικονόμου

Οι βίαιες αλλαγές που έχει υποστεί ο ελληνικός κόσμος τα τελευταία τρία χρόνια καθιστούν επιτακτική την ανάγκη να αναδυθεί μια νέα, μεταπολεμική λογοτεχνία. Λέω «μεταπολεμική» επειδή είμαι από εκείνους που υποστηρίζουν την - όχι ιδιαίτερα δημοφιλή και, ίσως, όχι τόσο ηττοπαθή όσο φαίνεται - άποψη ότι ο πόλεμος δεν συνεχίζεται αλλά έχει χαθεί ήδη. Και το πλέον τραγικό είναι ότι, με ευθύνη κυρίως της πολιτικής ηγεσίας, ο πόλεμος αυτός χάθηκε χωρίς να πέσει ούτε μια ντουφεκιά.
Η νέα λογοτεχνία, λοιπόν, πρέπει να στοχαστεί και να αναδείξει τα βαθύτερα αίτια της ήττας, χωρίς, βέβαια, να παραβλέψει τις συντριπτικές της συνέπειες: τις στρατιές των ανέργων και των ανθρώπων που εργάζονται χωρίς να πληρώνονται, την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και του κοινωνικού κράτους, την έξαρση της βίας, το όνειδος του νεοφασισμού. Η νέα λογοτεχνία οφείλει, πάνω απ όλα, να πραγματώσει τις αγωνίες τού σήμερα και να εμψυχώσει την ελπίδα για το αύριο.
Η συνέχεια: εδώ

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου


Ξεκινώντας με οδηγό τον αφορισμό του Ντανιέλ Πενάκ: "Το ρήμα 'διαβάζω' δεν έχει προστακτική", καλούμαστε από φέτος να υλοποιήσουμε τη φιλόδοξη προσπάθεια να μοιραστούμε με τους μαθητές μας (του Β4 Ζαννείου Π.Π. Λυκείου) την αναγνωστική απόλαυση ενός εξαιρετικού βιβλίου: "Κάτι θα γίνει, θα δεις", του Χρήστου Οικονόμου, το οποίο έλαβε το Κρατικό Βραβείο καλύτερου διηγήματος-νουβέλας, το 2010. Πρόκειται για ένα βιβλίο που οι ιστορίες του διαδραματίζονται στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, όπου μένουν οι μαθητές. Επομένως, η ανάγνωση σύγχρονων λογοτεχνικών κειμένων, και μάιστα όταν αυτά περιγράφουν μια πόλη που γνωρίζουν καλά οι μαθητές, αποτελεί την πρώτη φιλοπερίεργη αφορμή ανάγνωσης.
Πιστεύουμε πως η αποσπασματικότητα στη διδασκαλία της λογοτεχνίας:
α) Είναι ανεπίτρεπτη παρέμβαση πάνω στο λογοτεχνικό έργο, αδιανόητη για άλλες μορφές τέχνης.
β) Κατατάσσει αυθαίρετα τα έργα σε ‘θεματικές’ ενότητες, προκρίνοντας τη θεματολογία, δηλαδή το περιεχόμενο, σε βάρος άλλων παραμέτρων.
γ) Καλλιεργεί μοιραία το διδακτισμό, την ηθικολογία και την επιφανειακή προσέγγιση.
δ) Δημιουργεί κάποιες φορές παρανοήσεις για το έργο,
ε) Δεν αναδεικνύει, συνήθως, το μυθολογικό και ιδεολογικό σύμπαν του δημιουργού,
στ) Καθιστά ευκαιριακή μόνο τη σχέση του μαθητή με τη λογοτεχνία και
ζ) Σε συνδυασμό με τη χρήση του μοναδικού εγχειριδίου καθιστά «σχολικά» τα κείμενα και ματαιώνει εξαρχής τη σχέση των μαθητών με αυτά. Καταργεί την αναγνωστική απόλαυση.
Είναι ανάγκη, λοιπόν, το ακέραιο λογοτεχνικό βιβλίο να μπει δυναμικά στο ελληνικό σχολείο, ουσιαστικά αξιοποιημένο από έναν δάσκαλο συναναγνώστη και σύμβουλο του μαθητή. Τα «προγράμματα ή εργαστήρια ανάγνωσης», οι «κύκλοι μελέτης» και τα δίκτυα αναγνώσεων που λειτουργούν εδώ και χρόνια σε άλλες χώρες, είναι ανάγκη να μπουν στη διδασκαλία μας.
Πολύτιμοι αρωγοί στην προσπάθεια αυτή στάθηκαν οι οδηγοί της κας Γεωργιάδου και του κου Καρτσάκη (εδώ)

To σχέδιο διδασκαλίας: εδώ

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η "πρωταρχή" της μυθοπλασίας


Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β' Λυκείου

Ως "πρωταρχή της μυθοπλασίας" νοείται το βασικό στοιχείο της μυθοπλασίας που λειτουργεί ως πυρήνας ή έναυσμά της. Τα τρία αφηγηματικά στοιχεία στα οποία αναζητείται η "πρωταρχή" είναι:
1) η πλοκή
2) οι χαρακτήρες
3) το σκηνικό

Στα πλαίσια της διδακτικής ενότητας "Λογοτεχνικοί χαρακτήρες", ιδιαίτερα χρήσιμα μπορούν να αποβούν για τον διδάσκοντα τα στοιχεία που δίνονται:

Σκηνικό (εδώ)
Λογοτεχνικοί χαρακτήρες (εδώ)

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Η διδακτική της νεοτερικής ποίησης

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την πρόταση του φιλολόγου-συγγραφέα κ. Νικήτα Παρίση για τη διδασκαλία της νεοτερικής ποίησης, την οποία κατέθεσε το 1978, σε σεμινάριο που οργανώθηκε από τα εκπαιδευτήρια Ζηρίδη. Ολόκληρη η πρότασή του βρίσκεται στο βιβλίο "Κριτικές δοκιμές" εκδ. Δόμος 1986.
Σύμφωνα με τον κ. Παρίση, η στοχοθεσία της εξοικείωσης των μαθητών με τη μοντέρνα ποίηση αποβλέπει:
  1. Να φωτιστεί πρώτα ο μοντέρνος ποιητικός λόγος γενετικά-εξελικτικά, που σημαίνει ότι αναζητούνται οι πρόδρομες μορφές του.
  2. Να καθοριστούν τα πρώτα φανερώματα της νεότερης ποίησης στον ελληνικό χώρο.
  3. Να προσδιοριστούν τα στοιχεία, όχι μόνο τα εξωτερικά αλλά κυρίως τα εσωτερικά, που διαφοροποιούν τη σύγχρονη ποίηση από την παραδοσιακή.
  4. Τέλος, να αναζητηθούν στη νεότερη ποίηση οι διαφορετικοί προσανατολισμοί που δημιούργησαν μια καινούργια θεματική.
Συγκεκριμένα, και μέσα πάντα στη ροή ενός σχολικού χρόνου, η διδασκαλία του ποιητικού λόγου, σε ευθύγραμμο συνοπτκό σχεδιασμό που απόληξή του θα έχει τη σύγχονη ποίηση, μπορεί να συναρθρωθεί στις ακόλουθες φάσεις, που θα παρακολουθούν τη βαθμιαία μεταστροφή της ποίησης, και ως γλώσσας και ως θεματικής, στην ιστορική της διεξέλιξη.
Φάση πρώτη
Ο παραδοσιακός ποιητικός λόγος στις μεγάλες του στερνές κορυφώσεις (αναφορά στις Πατρίδες του Παλαμά και στο Θαλερό του Σικελιανού).
Φάση δεύτερη
Η ξαφνική εισβολή του καβαφικού λόγου ως όρθωμα ποιητικής αυθάδειας και ύβρεως στην πανίσχυρη κυριαρχία του παλαμικού κατεστημένου - το πρώτο ράγισμα της ποιητικής παράδοσης (αναφορά σε ποιήματα του Καβάφη).
Φάση τρίτη
Η περίπτωση του Καρυωτάκη ως δεύτερη πρωτοφανέρωση του μοντέρνου ποιητικού λόγου (αναφορά σε ποιήματα).
Φάση τέταρτη
Η σεφερική "Στροφή" του 1931 ως η αρχή του τέλους για την ποιητική παράδοση - η χρονιά του 1935: το δίδυμο ξεκίνημα, την ίδια χρονιά δημοσιεύεται το Μυθιστόρημα του Σεφέρη και η Υψικάμινος του Εμπειρίκου (αναφορά στο ποίημα του Σεφέρη Καλλιγράφημα και σε ποιήματα του Ελύτη, προκειμένου να καταφανεί η νέα ταυτότητα του ποιητικού λόγου στην Ελλάδα).

Πιστεύω πως στα περιορισμένα χρονικά όρια του Β' τετραμήνου, η παραπάνω πρόταση μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο διδακτικό "οδοδείκτη" για τους διδάσκοντες το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στη φετινή Α' Λυκείου.