Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα Γ΄ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα Γ΄ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Ένοχος λόγω βλακείας


του φιλόλογου Σπύρου Γιαννακόπουλου

Jerome Bosch «Εξαγωγή της πέτρας της ηλιθιότητας»

Στην ταινία «Ένας βλάκας και μισός», ένας καλοκάγαθος άνθρωπος (τον ερμηνεύει μοναδικά ο αείμνηστος Χρήστος Ευθυμίου), παρασυρμένος από τον έρωτά του για μια όμορφη γυναίκα, δικάζεται για ψευδορκία και συμμετοχή σε ασφαλιστική απάτη. Ο συνήγορός του προσπαθεί να τον αθωώσει με το επιχείρημα ότι ο πελάτης του ήταν βλάκας και δεν είχε επίγνωση των πράξεών του. Ο κατηγορούμενος, στην αξέχαστη απολογία του, παραδέχεται πως είναι βλάκας, ομολογεί συντετριμμένος την ενοχή του και, τελικά, κρίνεται αθώος λόγω βλακείας.
    
Αν κάποιος μελετήσει προσεκτικά τη σκηνή τής απολογίας του Χ. Ευθυμίου, θα βρει πολλές αναλογίες με τη συμπεριφορά τού Νεοέλληνα ψηφοφόρου. Ίσως μάλιστα να μπορούσε να την παραφράσει ως «απολογία τού Νεοέλληνα ψηφοφόρου». Με μία κεφαλαιώδη διαφορά ωστόσο: ο Νεοέλληνας ψηφοφόρος δεν είναι αθώος, αλλά ένοχος λόγω βλακείας.
    
Οι βλάκες, παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, είναι πολλαπλώς χρήσιμοι στο συλλογικό βίο. Όπως έχει εύστοχα παρατηρήσει ο Ευάγγελος Λεμπέσης στη μελέτη του «Ἡ τεράστια κοινωνικὴ σημασία τῶν βλακῶν ἐν τῷ συγχρόνῳ βίῳ» (1941), οι βλάκες αποτελούν βασικό πυλώνα τού κοινωνικού διαφορισμού και η ύπαρξή τους συντελεί καθοριστικά στην αέναη εξέλιξη του πολιτισμού: Η παρουσία τους στο συλλογικό γίγνεσθαι καταδεικνύει την υπεροχή των ευφυών και στην άξια ανάρρησή τους στα ανώτερα αξιώματα της πολιτείας. Κάθε άστοχη ενέργειά τους δεν πρέπει να καταδικάζεται, αφού είναι a priori άτομα μειωμένης νοητικής αντίληψης και, ως εκ τούτου, συγχωρητέα. (Μία τέτοια αντίληψη, μάλιστα, θα συνέβαλε στην ήπια αντιμετώπιση πρακτικών ζητημάτων της καθημερινότητας. π.χ. η τοποθέτηση του γράμματος Β[λάκας] στο πίσω μέρος των τροχοφόρων θα βοηθούσε στην έγκαιρη προειδοποίηση των άλλων εποχουμένων πως ο συγκεκριμένος οδηγός είναι αμβλύνους και δυνάμει επικίνδυνος για την οδική ασφάλεια). 
    
 Αν ανατρέξει κανείς στο «Αντιλεξικόν» του Θ. Βοσταντζόγλου, θα διαπιστώσει πως στη νεοελληνική γλώσσα υπάρχει πλήθος συνωνύμων για τη βλακεία, ορισμένα εκ των οποίων λειτουργούν μάλλον ως ευφημισμοί. Έτσι, η βλακεία αποκαλείται και ευπιστία, αφέλεια, αθωότητα, αγαθοπιστία, αγαθοσύνη, αγαθότητα, απλοϊκότητα, παιδικότητα, μωροπιστία κ.ά. Σε όλες τις περιπτώσεις η έννοια «βλάκας» προσεγγίζεται με καλοπροαίρετη διάθεση, αφού θεωρείται είτε καλοκάγαθος είτε φύσει νοητικά ελλιποβαρής. Ως εκ τούτου, οι πράξεις του πρέπει να αντιμετωπίζονται με κατανόηση και συγκαταβατικότητα και ο ίδιος ως φύσει και θέσει «αθώος», διαθέτοντας ένα οιονεί «προνόμιο του απυρόβλητου».
   
Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, η βλακεία δεν αποτελεί πλέον τεκμήριο αθωότητας, αλλά (συν)ενοχής. Ειδικά στην πολιτική συμπεριφορά των Νεοελλήνων, η βλακεία τείνει από άλλοθι να μετατραπεί σε αποδεικτικό στοιχείο της συμμετοχής πολλών συμπολιτών μας σε μία αέναη (;) διαδι-κασία πολιτικής συναλλαγής. 
    
Αυτό εκ πρώτης όψεως φαντάζει οξύμωρο ως παράδοξο. Η βλακεία, όμως, στην πολιτική της εφαρμογή δεν ταυτίζεται με κανένα από τα προαναφερθέντα εξωραϊστικά συνώνυμα, αλλά με την περίφημη «κουτοπονηριά», που – στερεοτυπικά ίσως – μας χαρακτηρίζει ως λαό. Ο Νεοέλληνας θεωρεί εαυτόν ως πανέξυπνο (ή και ευφυή), παμπόνηρο (κοινώς «γάτα», πεταλωμένη ή μη), παντογνώστη (κοινώς «ξερόλα»), σε αντίθεση με εκπροσώπους άλλων λαών (Κουτόφραγκους, Αμερικανάκια κ.ά.). Τα «προσόντα του» αυτά θέλει, φυσικά, να τα εξαργυρώσει στην καθημερινή του ζωή, προσωπική, επαγγελματική, κοινωνική και, βέβαια, πολιτική.
    
Η κουτοπονηριά του Νεοέλληνα βρίσκει λαμπρό πεδίο δόξης στις εκάστοτε εκλογικές – βουλευτικές, δημοτικές, περιφερειακές κ.ά. Εκεί ο τυπικός Ελληναράς ψηφοφόρος αναπτύσσει την περιβόητη «πελατειακή σχέση» με τους ποικιλώνυμους υποψηφίους: Σου δίνω την ψήφο μου (συχνά και την επιρροή μου σε πρόσωπα του κύκλου μου) κι εσύ μου κάνεις μία εκδούλευση (κοινώς «ρουσφέτι»), όπως είναι π.χ. ο διορισμός στο Δημόσιο, η ανεύρεση θέσης εργασίας, η μεσολάβηση για την επίλυση προσωπικών προβλημάτων και υποθέσεων (μεταθέσεις, προαγωγές, αναθέσεις έργων, μετεγγραφές νομικές αντιδικίες) κ.λπ. Φυσικά, θα ήταν υποκριτικό κι άδικο να παραγνωρίσουμε το ρόλο του δεύτερου σκέλους σε αυτήν την ανέντιμη σχέση, των πολιτικών προσώπων και των πολιτικών παρατάξεων. Πρόκειται για συνειδητούς συνεταίρους σε ένα νοσηρό φαινόμενο, που δηλητηριάζει για αιώνες (από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους!) την πολιτική ζωή του τόπου μας. Ο κουτοπόνηρος Έλληνας πιστεύει πως με αυτήν την τακτική διασφαλίζει τα μικροσυμφέροντά του με ένα αντίτιμο – την ψήφο του – ασήμαντο ή και αδιάφορο.
     
Η ενοχή του Νεοέλληνα ψηφοφόρου είναι σύμφυτη με την ανηθικότητα (Λεμπέσης «ἡ ἀνηθικότης εἶναι ἀποκλειστικόν προϊόν τῶν βλακῶν») και εξυφαίνεται σε δύο φάσεις, την προεκλογική και τη μετεκλογική. Στην πρώτη, η βλακεία ταυτίζεται με την κουτοπονηριά (με έμφαση στο δεύτερο συνθετικό) και αποτελεί το υπόστρωμα της πολιτικής σκέψης πολλών Νεοελλήνων. Η βλακεία εδώ καμουφλάρεται κάτω από το μανδύα τής πανουργίας και το πέπλο τής παντογνωσίας. Αυτό, όμως, είναι μόνο η κορυ-φή του παγόβουνου. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Διονύσης Χαριτόπουλος: «Η ατιμία τού βλάκα είναι δεδομένη – πίσω από τη μνησικακία, την κακοήθεια, τον φθόνο, τη συκοφαντία, τη ρουφιανιά, την εμπάθεια, τη χυδαιότητα, την κολακεία, τη δουλικότητα, την έπαρση, τη μικροπρέπεια κρύβεται πάντα ένα μεγάλο κουσούρι· αν δεν είναι κάτι εμφανές σωματικό ή ψυχικό, τότε πρόκειται ασφαλώς για ηλιθιότητα που μετέρχεται τα μόνα μέσα που διαθέτει». Εξάλλου, όπως επισημαίνει και ο Ναπολέων Βοναπάρτης, «Στην πολιτική, η βλακεία δεν είναι μειονέκτημα».
     
Στη δεύτερη φάση, όμως, μετά τις εκλογές, όμως, όταν οι προεκλογικές υποσχέσεις των πολιτικών διαψεύδονται, όταν τα προεκλογικά προγράμματα ακυρώνονται, όταν οι κυβερνήσεις (που εξελέγησαν χάρη στις πελατειακές σχέσεις με τους «αθώους» ψηφοφόρους τους) και στρέφονται κατά των μικροκαιροσκοπισμών και των μωροφιλοδοξιών των «αγαθών» πολιτών, η βλακεία επανεμφανίζεται, με έμφαση, αυτή τη φορά στο πρώτο συνθετικό τής κουτοπονηριάς. Ο Νεοέλληνας ψηφοφόρος παρουσιάζεται ως εξαπατημένος, αφελής, ευκολόπιστος, αδαής περί των πολιτικών τεχνασμάτων, καλοπροαίρετα επιρρεπής σε παραπλανητικά συνθήματα που εμπορεύονται ελπίδα και λαϊκισμό. Ελπίζουν πως οι άλλοι θα τους συγχωρέσουν και θα τους δουν ως δήθεν θύματα των ανάλγητων μεθόδων των πολιτικών («Ο sancta simplicitas... Ω ιερή απλότητα, ω αγία αφέλεια», Jan Hus). Υπόσχεται πως έγινε από «παθός μαθός» και θα τιμωρήσει τους δημαγωγούς πολιτικούς (με τους οποίους προεκλογικά «τα κάνανε πλακάκια») αλαλάζοντας ενώπιον τηλεοπτικών φακών τον αυτοχαρακτηρισμό «κοψοχέρης». Μέχρι να τα ξαναβρούν με τους πρώην πολιτικούς παρό-χους ρουσφετιών ή να βρουν καινούριους. Η υποκρισία και ο αμοραλισμός σε όλο τους το μεγαλείο.
     
«Κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει ένα λάθος. Μόνο ένας βλάκας συνεχίζει να κάνει το ίδιο λάθος» (Κικέρων). Αλλά στην περίπτωση του Νεοέλληνα ψηφοφόρου δεν πρόκειται για λάθος. πρόκειται για μια συνειδητή πράξη συμμετοχής και συνενοχής σε ένα ανήθικο πολιτικό παιχνίδι. Όπως υπογραμμίζει ο Τζων Στάινμπεκ: «Καμιά φορά, ο άνθρωπος θέλει να εμφανίζεται ως βλάκας, αν αυτό του επιτρέπει να κάνει πράγματα που η κοινή λογική το απαγορεύει». Και, δυστυχώς, χρειάζεται μία μείζων κρίση, ό-πως αυτή που διέρχεται – ακόμη – η πατρίδα μας, για να αντιληφθεί το μέγεθος της ευθύνης του («Νηπίοισιν οὐ λόγος, ἀλλά ξυμφορή γίνεται διδάσκαλος: Για τους ανόητους, δάσκαλος δεν είναι η λογική, αλλά η συμφορά», Δημόκριτος).
    
Μπορούμε τουλάχιστον να ελπίζουμε πως, μετά τη συμφορά και την ομολογία τής ενοχής, θα υπάρξει ειλικρινής μεταμέλεια και συνειδητοποίηση από την πλευρά των βλακών στη χώρα μας; Οι προοπτικές δεν είναι ευ-οίωνες. όπως έχει παρατηρήσει εδώ και αιώνες ο Σιμωνίδης ο Κείος: «Τῶν γάρ ἠλιθίων ἀπείρων γένεθλα» (Απειράριθμη η γενιά των ηλιθίων). Και δυστυχώς, σύμφωνα με τον Φρίντριχ Σίλερ: «Μπροστά στη βλακεία, ακόμη και Θεοί είναι ανίσχυροι».

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Η κουλτούρα τού αντίχειρα


   του φιλόλογου Σπύρου Γιαννακόπουλου

 Στις αρένες της ρωμαϊκής εποχής, όταν ένας μονομάχος κατέβαλλε τον αντίπαλό του, στρεφόταν προς το «φιλοθέαμον» κοινό και ζητούσε να αποφασίσει εκείνο τη μοίρα τού ηττημένου. Αν οι θεατές άπλωναν το χέρι τους με τον αντίχειρα προτεταμένο προς τα πάνω, σήμαινε πως δεν είχαν μείνει ικανοποιημένοι από την «αγωνιστική επίδοση» του ηττημένου και ζητούσαν από το νικητή να τον αποκεφαλίσει και να υψώσει ψηλά το κρανίο του – ίσως και ως απόδειξη πως η μονομαχία δεν ήταν σκηνοθετημένη. Αν ο αντίχειρας ήταν στραμμένος προς τα κάτω, σήμαινε πως αναγνώριζαν τη γενναιότητα και την αγωνιστικότητά του και ζητούσαν από το νικητή να καρφώσει το όπλο του στο έδαφος και να του χαρίσει τη ζωή.
    

Η συμβολική αυτή χρήση τού αντίχειρα διατηρήθηκε, αλλά με την πάροδο των χρόνων η σημασία του άλλαξε άρδην: Προτεταμένος προς τα πάνω δηλώνει πλέον επιδοκιμασία, θαυμασμό, ενθουσιασμό, ενώ προτεταμένος προς τα κάτω δηλώνει αποδοκιμασία, απόρριψη, απογοήτευση. Οι σημειολόγοι επισημαίνουν πως ο αντίχειρας αποτέλεσε και αποτελεί ένα σύμβολο διαδραστικής επικοινωνίας ανάμεσα στον πομπό και τους δυνητικούς δέκτες, ένα σύμβολο ευδιάκριτο και δηλωτικό ευαρέσκειας ή απαρέσκειας.
   
Στην ψηφιακή εποχή μας, όμως, ο προτεταμένος αντίχειρας, πέρα από τη σημειολογική του διάσταση, έχει αποκτήσει μία επιπλέον: την υπαρξιακή. Εκατομμύρια – κυριολεκτικά –  χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αδημονούν καθημερινά να δουν κάτω από τις αναρτήσεις τους (κείμενα, φωτογραφίες κ.ά.) τον ανορθωμένο αντίχειρα και το πολυπόθητο like («Μου αρέσει» η ελληνική απόδοση), συνοδευόμενο ή μη από ευμενή σχόλια. Ο ευσεβής – μέχρι ενός σημείου – αυτός πόθος, όμως, έχει εξελιχθεί – δυστυχώς – σε μανία που συχνά αγγίζει τα όρια της ψύχωσης (ατομικής και συλλογικής).
   
 Για ένα τεράστιο αριθμό χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης η επίτευξη όσο το δυνατόν περισσότερων like κάτω από τις αναρτήσεις τους έχει αποκτήσει αξία υπαρξιακή. Καταδεικνύει την αναγνώρισή τους, την αποδοχή τους, την καταξίωσή τους, την επιβράβευσή τους. Χάρη στους ανορθωμένους αντίχειρες (πιστεύουν πως) αυτοεπιβεβαιώνονται, αποκτούν προσωπική και κοινωνική υπόσταση, κερδίζουν φήμη και αναγνωρισιμότητα. Στην προσπάθειά τους επιστρατεύουν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο. Καταφεύγουν σε φίλτρα επεξεργασίας εικόνας, για να απαλείψουν κάθε υποψία φυσικού «ελαττώματος» στο σώμα τους και να δώσουν προς τα έξω μία τελειοποιημένη εικόνα τού εαυτού τους. Προβαίνουν σε λογοκλοπές γνωστών ή λιγότερο γνωστών διανοητών (ή απλώς σκεπτόμενων ανθρώπων), για να δώσουν την εντύπωση «πνευματωδών» και «βαθυστόχαστων» ατόμων. Ειδοποιούν με μαζικά μηνύματα τους διαδικτυακούς «φίλους» και «ακολούθους» τους (το κατά πόσο είναι φίλοι τους είναι άλλης τάξεως θέμα) να σπεύσουν να δουν «αυθόρμητα» την ανάρτησή τους και, φυσικά, να υψώσουν προς τα πάνω τον οπτικοποιημένο αντίχειρά τους. Έχει διαπιστωθεί, μάλιστα, πως πολλοί χρήστες κατασκευάζουν μέσω ειδικών λογισμικών (ρομπότ) πλαστούς λογαριασμούς (profile) που ανήκουν σε ανύπαρκτα πρόσωπα (zombies) και μοναδικό σκοπό έχουν να αυξάνουν ψευδώς τα like και τους ανορθωμένους αντίχειρες κάτω από τις αναρτήσεις τους. Τα ίδια προγράμματα «μεριμνούν» να στέλνουν αντίχειρες προτεταμένους προς τα κάτω και αντίστοιχα «Δε μου αρέσει» (dislike) σε αναρτήσεις ατόμων που θεωρούνται δυνάμει «εχθρικά» ή «αντίπαλοι».

  
 Η εναγώνια αυτή αναζήτηση «ευμενών ανταποκρίσεων» έχει πλέον αποκτήσει διαστάσεις μαζικής υστερίας σε σημείο τέτοιο που πολλοί μελετητές να την θεωρούν στοιχείο τής σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας. Όπως επισημαίνουν, ζούμε στον «πολιτισμό της διασημότητας», που συνδέεται με τη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη της αγοράς και τις απεριόριστες (;) δυνατότητες για εμπορική εκμετάλλευση που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες. Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτισμικό περιβάλλον η αναγνωρισιμότητα και η δημόσια εικόνα εν γένει είναι ο ακρογωνιαίος λίθος όχι μόνο για την ανάδειξη ενός προσώπου αλλά και για τον προσπορισμό συχνά τεράστιων χρηματικών οφελών για τον ίδιο και για το μέσο κοινωνικής δικτύωσης που τον χρησιμοποιεί ανερυθρίαστα ως καταναλωτικό προϊόν. Και οι ανορθωμένοι αντίχειρες συνιστούν έναν μετρήσιμο ποσοτικό δείκτη δημοφιλίας και κοινωνικής απήχησης, δηλαδή τον κινητήριο μοχλό τής διαφήμισης. Ο αριθμός τους, επομένως, ισοδυναμεί με ένα κοινό δυνητικά δεκτικό σε πάσης φύσεως επηρεασμούς (εμπορικούς, πολιτικούς κτλ).       
   
Οι ανθρωπολόγοι υποστηρίζουν πως η εξελικτική πορεία τού ανθρώπου που τον διαχώρισε από τα άλλα πρωτεύοντα – πέρα από την (αφηρημένη) σκέψη – ήταν ο αντιτακτός αντίχειρας, δηλαδή η δυνατότητά του να αγγίζει σφιχτά καθένα από τα υπόλοιπα δάχτυλα του χεριού του. Χάρη στη συγκεκριμένη ικανότητά του ο άνθρωπος κατόρθωσε να αξιοποιήσει τα προϊόντα της διανοίας του και να αναπτύξει πολιτισμό. Φαίνεται, όμως, πως στην εποχή τής τεχνολογικής επανάστασης και της τεχνητής νοημο-σύνης ο αντίχειρας τείνει να μετατραπεί σε εργαλείο μηχανιστικής – αν όχι αντανακλαστικής – συμπεριφοράς τού ανθρώπου. Ο αντίχειρας ίσως να αποτελέσει κεφάλαιο ενός νέου λεξικού. τού λεξικού τής Νέας (Ψηφιακής) Ομιλίας. Μιας Ομιλίας που δε θα ερείδεται στον Λόγο (τη Γλώσσα), αλλά σε εικονιστικά σύμβολα ψυχικών καταστάσεων σημαντικά. Ίσως σήμερα να βιώνουμε την επόμενη φάση τής εξέλιξης του ανθρώπου: Από τον homo sapiens στον homo likens.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019

Δειγματικό Κριτήριο στο μάθημα των Νέων Ελληνικών




Κείμενο 1: Το σχολείο «τότε» και «τώρα»
Εισαγωγικό σημείωμα
Ο Νίκος Τσούλιας, εκπαιδευτικός και συγγραφέας, εξετάζει το σχολείο του παρελθόντος και το σχολείο του παρόντος επισημαίνοντας τις διαφορές τους.
Το αλλοτινών καιρών σχολείο ήταν μέσα στην ψυχή μας. Το αγαπούσαμε. Γιατί νιώθαμε ότι θα μάς άλλαζε τη ζωή. Φοβόμαστε το δάσκαλο, αλλά νιώθαμε ότι ό,τι κάνει είναι για το καλό μας και δεν θυμώναμε. Το λατρεύαμε. Γιατί ήταν το μόνο υπαρκτό στοιχείο της ζωής μας που συνδεόταν με τα όνειρά μας και με τις τόσες και τόσες φιλοδοξίες μας. Το προσέχαμε. Γιατί εκεί μαθαίναμε γράμματα και νιώθαμε στης ψυχής μας τα ενδότερα ότι ακονίζουμε τη σκέψη μας, ότι γλυκαίνει η καρδιά μας, ότι απελευθερώνεται το πνεύμα μας, ότι η γλώσσα μας μάς ταξιδεύει σε κόσμους μακρινούς, ότι η ελευθερία της γνώσης συνταίριαζε με τους πιο μυστικούς τόπους της φαντασίας μας.
Πρώτον, το σχολείο του «τότε» ήταν παιδαγωγικο-κεντρικό, ενώ το σχολείο του «τώρα» είναι γνωσιο-κεντρικό. Τα βιβλία και πιο ειδικά τα Αναγνωστικά του παλιού σχολείου αποσκοπούσαν πριν από καθετί στην διαπαιδαγώγηση. Το αξιακό πρόταγμα ήταν πανίσχυρο. Η καλλιέργεια των αξιών ήταν έκδηλη σε κάθε κεφάλαιο, σε κάθε σελίδα μαθήματος. Σήμερα το σχολείο είναι φορτωμένο με γνώσεις που κατατείνουν στην πληροφορία και όχι στην αγωγή. Το ότι συνέβαινε αυτό ή το άλλο ανάμεσα στις δύο εποχές ήταν αποτέλεσμα των επιλογών του συγκείμενου, του όλου πολιτισμικού περιβάλλοντος, των κοινωνικών προτεραιοτήτων.
Δεύτερον, το σχολείο του «τότε» δεν οδηγούσε εύκολα στο Γυμνάσιο, γιατί η Δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν επιλεκτική. Και αυτό έχει την αξία του, γιατί το σχολικό σύστημα και ο δάσκαλος γνώριζε αυτή την απλή πραγματικότητα και έπρεπε να το λάβουν υπόψη τους. Το σχολείο του «σήμερα» οδηγεί σχεδόν όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες στο Γυμνάσιο και σαφώς και στο Λύκειο και ακόμα πιο πέρα. Σήμερα η Δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι μαζική, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για όλα τα επιμέρους σημεία αξιολόγησής της.
Τρίτον, το περιεχόμενο του παλιού σχολείου ήταν μικρότερης έκτασης σε σύγκριση με το σημερινό και δινόταν έμφαση στην εμβάθυνση και στην αφομοίωση. Η έννοια της Βασικής /Γενικής Παιδείας έχει μετασχηματιστεί ανάμεσα στο σχολείο του χθες και του τώρα. Σήμερα η εκμάθηση μάλλον δύο Ξένων γλωσσών είναι συστατικό στοιχείο κάθε μάθησης, αφού έχουμε δημιουργήσει και ένα μικρό φροντιστηριακό σχολείο δίπλα στο θεσμικό σχολείο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το πεδίο των νέων Τεχνολογιών, όπου τα παιδιά προπορεύονται από τους γονείς τους με έναν εντυπωσιακά εύκολο τρόπο.
Ας δούμε και δύο – από τα πολλά – εξωσχολικά στοιχεία που επηρεάζουν σημαντικά όμως την όλη σχολική λειτουργία. Πρώτον, η οικογένεια έχει αλλάξει. Τότε, η οικογένεια ήταν παραδοσιακή και άκρως πυρηνική και υπήρχε η συλλειτουργία όλης της οικογένειας στο φαγητό, στο τζάκι κλπ. Τότε οι παππούδες και οι γιαγιάδες ήταν μέσα στην οικογένεια και αποτελούσαν τις σταθερές αξίες της αφήγησης, της συμβουλής και της αγωγής. Σήμερα η οικογένεια δεν περιλαμβάνει συνήθως τις τρεις γενιές, οι γονείς σπάνια διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους και η συνεύρεση είναι εικονική (κυριολεκτικά και συμβολικά) μέσω της «σύγχρονης εστίας», της τηλεόρασης σε κάθε δωμάτιο και το όλο σκηνικό της τηλεοπτικής σύλληψης του κόσμου λειτουργεί ως αντι-πνευματική τροφός, αφού κυριαρχεί σκόπιμα η χειραγώγηση της ανθρώπινης σκέψης και η βλακεία.
Δεύτερον, το περιβάλλον των παιδιών στο αλλοτινό σχολείο ήταν το φυσικό περιβάλλον και εν μέρει το αστικό. Τα παιδιά γεύονταν τον κόσμο με τις αισθήσεις τους στη φυσική πραγματικότητα. Σήμερα η περιήγηση των παιδιών στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας έχει σχεδόν αφαιρέσει τη φυσική πραγματικότητα και το διαδίκτυο αποτελεί τον μεγαλύτερο παιδότοπο που εμφανίστηκε ποτέ.
Ο κόσμος άλλαξε. Άλλο το σχολείο του «τότε» και άλλο το σχολείο του «τώρα». Υπάρχουν κοινά σημεία, αλλά υπάρχουν και διαφορετικά. Τα διαφορετικά σημεία εισβάλλουν στο σχολείο από το κοινωνικό περιβάλλον και το σχολείο τα υιοθετεί με έναν σχετικό μετασχηματισμό τους.
Ο κόσμος συνεχίζει ν’ αλλάζει. Δεν γίνεται διαφορετικά. Αυτή είναι η ροή της ιστορίας. Το ζήτημα δεν είναι και ποτέ δεν θα είναι αν ο κόσμος θα μένει σταθερός, αλλά αν «περιλαμβάνει» την αυθεντική ζωή του ανθρώπου, τις πραγματικές και διαχρονικές ουμανιστικές αξίες του, τα όνειρα και τις φαντασιώσεις των παιδιών, τις φιλοδοξίες των νέων. Και το σχολείο; Σε κάθε περίπτωση, οφείλει να δίνει τον αγώνα τον καλό, τον αγώνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των κοινωνικών αγώνων, της καλλιέργειας του πνεύματος και της ελευθερίας, της προαγωγής της αγάπης και της γνώσης, της διαρκούς ανάδειξης της παιδείας και της μόρφωσης.
 (Νίκος Τσούλιας, από το διαδίκτυο)

Κείμενο 2: Όταν ο Δάσκαλος βοηθά τον έφηβο να δει διαφορετικά τον κόσμο

Εισαγωγικό σημείωμα
Το κείμενο είναι μια νοσταλγική ανάκληση των μαθητικών βιωμάτων του κριτικού λογοτεχνίας Αλέξη Ζήρα, με αφορμή ένα αφιέρωμα στον Ζακύνθιο δάσκαλό του που έπαιξε, όπως αναφέρει ο ίδιος, καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του: «[…]ήταν από τους λίγους ανθρώπους που με βοήθησαν στο γύρισμα της εφηβείας να αρχίσω να βλέπω διαφορετικά τον κόσμο[…]».

Δεν ήξερα ότι ο Παναγιώτης Μπελούσης, ο παλιός μου δάσκαλος κι ένας από τους λίγους ανθρώπους για τους οποίους δεν έπαψα να παραδέχομαι ότι επηρέασαν βαθύτατα με τη διδασκαλία τους τα ενδιαφέροντά μου, είχε τόσο πολύριζη σχέση με την κοινωνία της Ζακύνθου. Γι’ αυτό και όταν ξεφύλλισα κατά τύχη ένα πρόσφατο τεύχος του περιοδικού Ραπόρτο και τον αναγνώρισα στη φωτογραφία ενός άρθρου, ανακάλεσα αμέσως μια από τις πιο αγαπητές μορφές των πρώιμων νεανικών μου χρόνων. Ασφαλώς και θυμόμουν ότι είχε ζακυνθινή καταγωγή· και να θέλαμε εμείς οι μαθητές του να το αγνοήσουμε τότε, στα πρώτα χρόνια του ΄60, ήταν αδύνατο. Μας το θύμιζε διαρκώς ο σχεδόν μουσικός ρυθμός της ομιλίας του, ο χαρακτηριστικά επτανησιακός. Τα αυθόρμητα ανεβοκατεβάσματα της φωνής του όταν προπάντων χρησιμοποιούσε ιδιωματικές εκφράσεις στις παραδόσεις των φιλολογικών μαθημάτων αλλά και στα πάμπολλα θέματα της τότε πολιτικής επικαιρότητας που δεν παρέλειπε να τα χρησιμοποιεί ως παραδείγματα, για να μας κάνει πιο παραστατική την πεποίθησή του ότι στο βάθος η φύση των ανθρώπων είναι η ίδια. Εννοείται ότι αυτή η σύνδεση του άλλοτε με το τώρα, της αρχαιότητας με τον σύγχρονο κόσμο, των καταστάσεων που περιέγραφαν οι πλατωνικοί διάλογοι ή ο Θουκυδίδης και η μεταφορά τους, μέσω της διδασκαλίας, στην πολιτική κρίση του 1963, είχε το χάρισμα να καταργεί στην εφηβική φαντασία μας την απόσταση αιώνων! Κάτι που αργότερα αντιληφθήκαμε, όσοι το αντιληφθήκαμε, ότι αποτελεί την πεμπτουσία της τέχνης, καθώς η σπουδαία τέχνη μένει πάντοτε νέα και ανοιχτή σε νέα ερωτήματα.
Βοηθούσε σ’ αυτά, το αδιάπτωτο και πληθωρικό, ζακυνθινό χιούμορ του Μπελούση. Τη ζούσε τη διδασκαλία, ή μπορεί την ώρα που δίδασκε να ζούσε αυτό που μας περιέγραφε σαν να ήταν αυτόπτης μάρτυρας! Συνήθως δεν βολευόταν στην καρέκλα· όρθιος ή μισοκαθισμένος στη γωνία του τραπεζιού συνόδευε τα όσα έλεγε με απλωτές κινήσεις των χεριών του, με στιγμές σιωπής όταν κοίταζε αφηρημένα κάπου πέρα, μέσα από το παράθυρο της αίθουσας. Έπειτα, σαν να ξυπνούσε απότομα από ένα παροδικό όνειρο, μας επανέφερε στον παρόντα χρόνο με τη βροντερή φωνή του, προτιμώντας πολλές φορές, σαν εισαγωγή σε όσα σοβαρά ήθελε να πει, να ελαφραίνει την ατμόσφαιρα της τάξης με χωρατά από τη ζωή των επτανήσιων σατιρικών ποιητών ή με ελευθερόστομα αστεία. Δεν τα είχε μόνο στο αίμα του, τα χρησιμοποιούσε και ως μαιευτικούς τρόπους για να μας δείξει ότι το γέλιο είναι ο πιο αποτελεσματικός πρόλογος για να ξελαμπικάρει ο νους και να υποδεχθεί τις σοβαρότερες σκέψεις. […]
Ο Μπελούσης, παρ’ ότι ο πιο ηλικιωμένος απ’ όλους τους διδάσκοντες, μου άρεσε από την αρχή γιατί ακριβώς αδιαφορούσε για τα δεσμά που επέβαλλε η προγραμματισμένη διδακτέα ύλη. Το βιβλίο, γι’ αυτόν τον αφοσιωμένο στον επτανησιακό δημοτικισμό που είχε το χάρισμα να μεταδίδει πέρα από το γράμμα τη συγκίνηση του κειμένου, ήταν πάντοτε η κινητήρια και μόνο αφορμή. […] Γιατί είχε το έμφυτο χάρισμα της διαλογικής και διαλεκτικής επικοινωνίας, το ασκημένο μετά από χρόνια παραμονής στις αίθουσες των σχολείων πάρε-δώσε ανάμεσα στον δάσκαλο και στον μαθητή, που χωρίς αυτή την ανταλλαγή η γνώση (η κάθε γνώση) παραμένει εγκιβωτισμένη και τις περισσότερες φορές απρόσιτη.
Με όλα αυτά θέλω να πω ότι δεν θυμάμαι κάποιον δάσκαλο που να μπορούσε να σαγηνεύει με τον εμπνευσμένο προφορικό του λόγο, όπως ο Μπελούσης. Σε τέτοιο σημείο ώστε η διδασκαλία ας πούμε των Λόγων του Λυσία ή του Επιτάφιου του Περικλέους, όπως επίσης και η διδασκαλία των τραγωδιών να είναι κάτι περισσότερο από ερμηνευτική προσπάθεια. Τον ενδιέφερε ο χυμός τους, η πνοή των κειμένων, αυτό που τα κάνει (αν τα κάνει) ζωντανά και ζωτικά.  Και τούτο γιατί φαινόταν να ζει τα κείμενα ως αξιακό και παραδειγματικό παρόν. Προσανατολισμένος κατά κύριο λόγο στο πώς μπορεί να αποκτήσει ενδιαφέρον για τις δικές μας προσλαμβάνουσες, ένα πανάρχαιο κείμενο, στεγνωμένο από αιώνων φιλολογικές αναλύσεις, ο Μπελούσης ανέπτυσσε ευρηματικούς τρόπους που μόνο ένας παθιασμένος με τη διδασκαλία μπορούσε να εφεύρει. […] Να πω εν τέλει ότι οφείλω στον δάσκαλό μου τον Μπελούση, τα μέγιστα για τα όσα με την πείρα του κατάλαβε σε μένα, συμβουλεύοντάς με για αυτά που θεώρησε πως είναι πλησιέστερα στα ενδιαφέροντά μου.
Να πω ότι παρά την δική μου ισχυρογνωμοσύνη και παρά την εύλογη απόσταση των νοοτροπιών μας, με αντιμετώπισε με την εμπιστοσύνη που χρειαζόμουν εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ας πω, κι ας μη θεωρηθεί υπερβολή, ότι ήταν από τους λίγους ανθρώπους που με βοήθησαν στο γύρισμα της εφηβείας να αρχίσω να βλέπω διαφορετικά τον κόσμο. Πράγμα που δεν ήταν λίγο. 
Ζήρας, Α. (2007). «Ο Δάσκαλός μου, Παναγιώτης Μπελούσης». 
Ραπόρτο Ζακύνθου. τχ. 54. 23.

Κείμενο 3: Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο του Ν. Καζαντζάκη, «Αναφορά στον Γκρέκο»
Στην Τρίτη Τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τ’ αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:
Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.
Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.
Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:
Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!


 ΘΕΜΑΤΑ

ΘΕΜΑ Α
Να παρουσιάσετε συνοπτικά σε ένα δικό σας κείμενο περίπου 100 λέξεων το παιδαγωγικό πορτρέτο του Μπελούση σαν να επρόκειτο να το παρουσιάσετε στη σχολική σας τάξη.

Εναλλακτικά
Στο κείμενο 1 ο συγγραφέας στις παραγράφους 2-4 συγκρίνει το σχολείο τού χθες με το σχολείο τού σήμερα. Αποδώστε περιληπτικά αυτές τις διαφορές σε ένα δικό σας κείμενο 70-80 λέξεων.
(Μονάδες 10)
ΘΕΜΑ Β
Β1. Επιλέξτε (Σ) ή (Λ) και δικαιολογήστε τις επιλογές σας με βάση το κείμενο 3:
α. Τα παιδιά ενοχλούνταν από τις φωνές του δρόμου.
β.  Ο δάσκαλος μιλούσε αποκλειστικά θεωρητικά για την αξία της καθαριότητας.
γ. Η διδασκαλία της γλώσσας γινόταν τυπολατρικά.
δ.  Ο διάλογος ήταν η κύρια διδακτική μέθοδος.
ε. Ο δάσκαλος ασκούσε σωματική βία στα παιδιά.
(Μονάδες 15)
Β2. α) Στα κείμενα 1 και 3 χρησιμοποιείται το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Γιατί το επιλέγουν οι συγγραφείς; (7 μον.)
β) Παρατηρήστε τον βασικό τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται οι περισσότερες παράγραφοι του κειμένου 1. Ποια πρόθεση του συγγραφέα εξυπηρετεί ο συγκεκριμένος τρόπος; (8 μον.)
(Μονάδες 15)

Β3. Στην τελευταία παράγραφο του κειμένου 3 («Μια μέρα… το δάχτυλο») να βρείτε: α) τρεις εικόνες (μια οπτική, μια ακουστική, μια οσφρητική) και β) μια μεταφορά (10 μον.) και να εξηγήσετε τη λειτουργία τους. (5 μον.)
(Μονάδες 15)
ΘΕΜΑ Γ
Να συγκρίνετε τα κείμενα 2 και 3 ως προς:
α) την πρόθεση των δημιουργών τους·
β) τη συμπεριφορά των δασκάλων απέναντι στα παιδιά.
(συνολική ανάπτυξη 200 περίπου λέξεων)

Εναλλακτικά
Το κείμενο 3 ολοκληρώνεται με τη φράση ενός παιδιού:
Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!
Να αναπτύξετε σε ένα δικό σας κείμενο 150 περίπου λέξεων το περιεχόμενο του παραπάνω αποσπάσματος.
(Μονάδες 15)
ΘΕΜΑ Δ
Αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα 1 και 2, να παρουσιάσετε σε ένα κείμενο 400 περίπου λέξεων που προορίζεται για τη μαθητική σας εφημερίδα, τις προσδοκίες που έχουν οι σημερινοί μαθητές από τους δασκάλους τους και τις προσδοκίες των δεύτερων από τους πρώτους.
 (Μον. 30)