Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

Στον κόσμο μας



διήγημα
του Κώστα Γεωργάκη

Έβρεχε πολύ κείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα. Καθισμένος στο γραφείο του πλάι στο καλοριφέρ διόρθωνε τα γραφτά του για την επαρχιακή εφημερίδα που δούλευε. Διάβαζε μεγαλόφωνα μια παράγραφο κοντά στο τέλος:
«… περίοδος των τελευταίων πενήντα ετών κατά την οποίαν ο άνθρωπος κατόρθωσε να εξαπολύει ους πυραύλους τους εις το διάστημα, να καταδύεται διά των υποβρυχιών του εις τα απύθμενα βάθη, μπορεί να ονομαστεί “χρυσή εποχή” της ανθρώπινης ιστορίας».
Ένα κουδούνισμα τον διέκοψε.
Βγήκε στον διάδρομο και κοίταξε από το «μάτι» της πόρτας. Στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε η έκπληξη.
Άνοιξε και βρέθηκε μπροστά σ’  ένα τσιγγανάκι 7-8 χρονών. Φορούσε κάτι κουρέλια σκισμένα εδώ κι εκεί…  βρώμικο. Στάθηκε λίγη ώρα σιωπηλός καθώς το τσιγγανάκι τον κοιτούσε παρακλητικά με την παλάμη απλωμένη.
-  «Πεινάω κύριε», κι αυτός άκουγε αυτό το «πεινάω κύριε» σαν «γιατί κύριε»; Ήταν η προδιάθεση. Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα και του το έδωσε.
-  Το παιδί τον κοίταζε σαν να είχε κάνει να κάνει με τρελό. Έπειτα ψέλλισε ένα «ευχαριστώ πολύ»  και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες της πολυκατοικίας.
-  Στάθηκε για λίγο στο κατώφλι της πόρτας. Έπειτα μπήκε στο γραφείο του. Πήρε τα  γραφτά του και τα πέταξε στο δρόμο… στη βροχή. Χρειάζεται πολύ νερό για να καθαριστούνε –σκέφτηκε- κι έκλεισε το παράθυρο. 

(αναδημοσίευση από το περ. "πόρφυρας", τεύχος 163-164)

Σάββατο 26 Αυγούστου 2017

Λεωφορείο ο κόσμος




Στο λεωφορείο για την Καισαριανή συνάντησα τον Μάριο Χάκκα. Δεν έχασα ευκαιρία και του ’πιασα κουβέντα. Για ένα διήγημα που έγραψε όταν γεννιόταν η αφεντιά μου. Για κείνο, ντε, το λεωφορείο που το έλεγε «Λεωφορείο ο κόσμος» και που όταν το είχα διαβάσει κάπου στην άγουρη εφηβεία μου το ’80, ταυτίστηκα, τ’ ομολογώ, με τους συνομήλικους ήρωές του. Μάλιστα τον ρώτησα αν τους γνώριζε και πώς τους λέγανε και τι ν’ απογίνανε άραγε στη ζωή τους. Εγώ μέχρι τότε μόνο το "Λεωφορείον ο Πόθος" ήξερα και, όσο να 'ναι, άλλα περίμενα και άλλα βρήκα.

Κούνησε το κεφάλι και σκεφτικός έβαλε τα χέρια στις τσέπες. «Τι να κάνουμε…» είπε και κατέβηκε στην επόμενη στάση.

Σημασία δεν έχει πώς ξεκινά και πώς τελειώνει η ιστορία. Αυτό θα το καταλάβαινα πολύ αργότερα. Σημασία έχουν όσα διαμείβονται την ίδια ώρα μέσα στο λεωφορείο, δίχως οι δεκαεξάχρονοι να έχουν αντιληφθεί το παραμικρό.

Όταν άφησα το λεωφορείο, πήγα γραμμή για τον Άγιο Γεώργιο τον Κουταλά. «Κουταλάδες» -από την κουτάλη- ονομάζεται ολόκληρη η περιοχή. Το ρόπαλο με το οποίο ο Ηρακλής, λέει ο μύθος, σκότωσε ένα λιοντάρι κάπου στον Κιθαιρώνα. Μια εκδοχή που ομολογώ δεν την πολυπιστεύω. Όπως σταδιακά έπαψα να πιστεύω και στους άλλους μύθους, κάτι επαναστατικά παραμύθια με τα οποία για χρόνια βαυκαλίστηκε η γενιά μας.  

Μέσα στο μισοκαμένο δάσος, παίρνω το μονοπάτι για το βυζαντινό ξωκλήσι. Μπας και βρω την απάντηση στο "Τι να κάνουμε" για όλα αυτά τα ενεστώτα που μας πληγώνουν. Για δυο βήματα μπρος και κανένα πίσω. Πάντως, ρόπαλα τούτη τη φορά δεν μας χρειάζονται ούτε ροπαλοφόροι Ἡρακλεῖς...


____________________________________________________________________________

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΗΤΑΝ ΚΙΟΛΑΣ ΓΕΜΑΤΟ. Κατειλημμένες όλες οι θέσεις καθήμενων, φισκαρισμένος ο χώρος ορθίων.
Στις ειδικές θέσεις για πρόσωπα που χρήζαν βοήθεια, δυο δεκεξάχρονοι νέοι είχανε στημένη ψιλή κουβεντούλα, αδιάφοροι για το συνταξιούχο κύριο που είχε σταθεί επιδειχτικά από πάνω τους κι εκδήλωνε την αγανάκτησή του μ’  ένα ελαφρό τικ στο προχωρημένο προγούλι του.
- Ο Λένιν, είπε ο ένας, αυτός αν δεν πέθαινε γρήγορα, η εξέλιξη θα ’ταν άλλη. Δε θα υπήρχε εκτροπή. Δε θα πέφτανε τόσα κεφάλια.
- Μπα, του χώθηκε ο άλλος. Πάλι τα κεφάλια θα πέφτανε. Εξάλλου το είπε κι ο Τρότσκι. Ήταν μια αναγκαιότητα. Αλλιώς η επανάσταση φράκαρε.
- Ο Στάλιν το παράκανε όμως, συμπλήρωσε ο πρώτος που φαίνονταν τώρα να πλησιάζει τις απόψεις του άλλου.
- Ακούτε, ακούτε, είπε ο γηραλέος συνταξιούχος, στρέφοντας στο διπλανό όρθιο με το χαρτοφύλακα κάτω απ’ το μπράτσο.
(…)

- Τα εισιτήριά σας, προχώρησε ο ελεγκτής παρακάτω.
- Ένα βήμα μπρος, ακούστηκε η φωνή του εισπράκτορα απ’  το μεγάφωνο.
- Το «Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω» του Λένιν, σπουδαίο βιβλίο, είπε ο ένας από τους δύο νεαρούς που δε νοιάστηκαν καθόλου για όσα συνέβηκαν στο λεωφορείο.
- Και το «Τι να κάνουμε». Το «Τι να κάνουμε». Πρέπει να ξαναδιαβάσουμε.

(Μάριος Χάκκας, από τη συλλογή «Τυφεκιοφόρος του εχθρού», 1966)