Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Αιχμάλωτοι του εαυτού μας



Θεόδωρος Γρηγοριάδης, ζωή μεθόρια


Μυθιστόρημα


Εκδ. Πατάκη, 2015

Ο Γρηγοριάδης μετά «Το μυστικό της Έλλης» (Πατάκης, 2012), επανέρχεται ύστερα από τρία χρόνια με το τελευταίο μυθιστόρημά του «ζωή μεθόρια». Γυναίκες εκπαιδευτικοί και στα δύο οι πρωταγωνίστριες. Η δράση μεταφέρεται τη δεκαετία του ’80, εποχή μεταβατική και μήτρα της σύγχρονης πολλαπλής κρίσης. Η Ζωή, δευτερεύον πρόσωπο στο «Παρτάλι», επιβιώνει και γίνεται το κεντρικό πρόσωπο στο «ζωή μεθόρια».
«Ζωή, το όνομα της ηρωίδας μου, και η ζωή της στη μεθόριο, στα σύνορα, στα όρια της ζωής και του τόπου. Ο τίτλος πράγματι διαβάζεται διπλά, είτε με μικρό είτε με μεγάλο ζήτα» (από συνέντευξη του συγγραφέα στην Ελένη Γκίκα). Η Ζωή –φοιτήτρια και «Ρηγού» στα τέλη του ’70 από τη Θεσσαλονίκη- διορίζεται στο Δημόσιο και ακολουθεί τη μεθόρια διαδρομή Θεσσαλονίκη-Καβάλα-Αλεξανδρούπολη-Ορεστιάδα-Διδυμότειχο.
Αφήνοντας τον «πιασάρικο» χαρακτηρισμό του οπισθόφυλλου «μυθιστόρημα δρόμου», θα έλεγα πως πρόκειται για ένα πολιτικό μυθιστόρημα που δεν κραυγάζει, δεν πολιτικολογεί, δεν υποδεικνύει.  Ένα μυθιστόρημα για το ήθος της Αριστεράς (ένα φόρος τιμής του Γρηγοριάδη στους συνοδοιπόρους ομηλίκους του), που επιμένει αγέρωχη στα οράματά της, όπως κάποιοι άλλοι την ίδια εποχή έδιναν όρκο πίστης στην ΕΟΚ.
Η ιστορία ξεκινά με το χαλασμένο λεωφορείο έξω από την Καβάλα στο οποίο επιβαίνει η Ζωή. Οι τόποι έχουν ιδιαίτερη σημασία, λειτουργούν κι αυτοί σαν τα φυσικά πρόσωπα, συμμετέχοντας κατά κάποιον τρόπο στη δράση [«Η πόλη έχει κάτι από τον Γιάννη» (σελ. 13)], κλείνουν στην αφόρητη μοναξιά τους, βογγούν, αναστενάζουν, πνίγονται, αλλά γίνονται και χώροι φιλόξενοι για τους αιρετικούς, για τους απροσάρμοστους, γι’ αυτούς που δεν χωράνε στο κοστούμι της «Αλλαγής»: «Χτιζόταν η χώρα χωρίς κτίσματα, μπορεί και με σαθρά θεμέλια, κυκλοφορούσε χρήμα χωρίς να αξιοποιείται σωστά» (σελ. 225). Και αφού διατρέξει η ιστορία μια πορεία κορυφώσεων και υφέσεων, ερωτικών εξάρσεων και αδόκητων θανάτων (ζωή και θάνατος συνυπάρχουν), καταλήγει στη συμφιλίωση και στον θρίαμβο της συντροφικότητας/αλληλεγγύης: «Μάθαμε να μην ξεχνιόμαστε, γιατί είμαστε πρώτα απ’ όλα φίλοι και μετά επαγγελματίες και άνθρωποι καριέρας» (σελ. 264).
Κομβικό σημείο του μυθιστορήματος αποτελεί το «σκοτεινό» μυστικό της Ζωής που την καθιστά υπεύθυνη για τον θάνατο των εραστών της. Η ενοχική συνείδηση της ηρωίδας απηχεί το ενοχικό τραύμα της Αριστεράς να θεωρεί εαυτόν υπεύθυνο για τη μεταπολεμική κατάσταση της χώρας, για όσα μπορούσε να πράξει αλλά δεν έπραξε η ίδια ή δεν της άφησαν να πράξει.
Είναι το δεύτερο βιβλίο που διαβάζω τον τελευταίο καιρό (Αγγέλα Καστρινάκη, «Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση», εκδ. Κίχλη), που αναπλάθει μυθιστορηματικά τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, που ακτινογραφεί τη γενιά η οποία ενηλικιώθηκε μετά την πτώση της Δικτατορίας, που προσπαθεί να ορίσει τις συντεταγμένες της σε μια Ελλάδα όπου ηγεμονεύει ιδεολογικά ο λόγος της Αριστεράς, όχι ενιαίος, συχνά επαμφοτερίζων, αλληθωρίζων άλλοτε προς τη Δύση (Ευρωκομουνισμός) άλλοτε προς την Ανατολή («Ορθόδοξη» Αριστερά).
Η Ειρήνη στο βιβλίο της Καστρινάκη και η Ζωή του Γρηγοριάδη σπουδάζουν και ενηλικιώνονται μετά το ’74, ριζοσπαστικοποιούνται και εντάσσονται στο κίνημα μέσα από τις οργανώσεις της Ανανεωτικής Αριστεράς. Νομίζω πως και για το βιβλίο του Γρηγοριάδη ισχύει απόλυτα μια «αξιωματική» φράση από το βιβλίο της Καστρινάκη: «το προσωπικό υπήρξε και πολιτικό», σε μια εποχή πολιτικοποιημένη τα μάλα, σε μια εποχή που αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του δημόσιου αφηγήματος αλλά και την αφετηρία του ιδιωτικού οράματος στην κοινωνική, την πολιτική και τη λογοτεχνική ζωή του τόπου.
Σεξουαλική απελευθέρωση, αντικομφορμιστική συμπεριφορά (εξαιρετική η σκηνή στη ντίσκο) «απαγορευμένα» βιβλία, φλερτ με τον αντιεξουσιαστικό χώρο, απεργίες, συνελεύσεις, ασφαλίτες, «κουλτουριάρηδες», προεκλογικές συγκεντρώσεις στην πλατεία Αριστοτέλους, αυτά και άλλα πολλά συνθέτουν το πανόραμα μιας εποχής κατά την οποία οι παλιοί σύντροφοι και συναγωνιστές αρχίζουν να βολεύονται στα σκαλιά της εξουσίας του ΠΑΣΟΚ. Αξιοσημείωτη η προβολή στο αφηγηματικό μέλλον, το δικό μας παρόν: «Έχω δει τι σκατά Έλληνες είναι, τι οικογένειες θα φτιάξουν, θα δούμε πώς θα προκόψουν, το έχω δει αυτό που θα κάνουν τα παιδιά τους» (σελ. 222). «Η «Ζωή είναι η προφητεία της κρίσης και όσων επακολούθησαν» (από συνέντευξη του συγγραφέα).
Τι είναι τελικά η Ζωή; «Ήμουν σίγουρη ότι θα ήθελα να ζήσω έτσι, σαν εκείνα τα κορίτσια, πολεμώντας στις άκρες αλλά διατηρώντας τον εαυτό μου ακέραιο, απούλητο. Όμως για πόσο;» (σελ. 223)
Η ηρωίδα παρουσιάζεται με τρεις τρόπους: από έναν ετεροδιηγητικό αφηγητή μέχρι το τρίτο μέρος (σελ. 178), από την ίδια (ομοδιηγητικός αφηγητής) από το τέταρτο μέρος (σελ. 181) έως το τέλος και με τις ιδιόχειρες σημειώσεις της ίδιας της Ζωής.
Γλωσσικά, το κείμενο είναι άρτιο, χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, που, άλλωστε, θα το καθιστούσαν μελοδραματικό. Κρατώ χαρακτηριστικά τον λόγο της Πόλυς, της πόρνης που προσπαθεί να "ξεκλειδώσει" τη Ζωή, λόγος αυθεντικός και στακάτος:

"Ξέρεις τι έχουν δει τα μάτια μου; Τον δράκο είχα πελάτη, αυτό να το θυμάσαι. Πέρασε από πάνω μου ο θάνατος και ποιος ξέρει πόσοι ακόμα δολοφόνοι που δεν τους είχα μυριστεί. Γι' αυτό σου λέω, αν πάθαιναν κάτι οι άντρες σου, το ήθελε η μοίρα τους, όχι η δική σου. Άκου με, Ζωή σε είπαμε; Βρες έναν άντρα και κάτσε στο πλάι του. Θα ξεπαγώσεις, θα σ' αγαπήσει και με τον καιρό θα τον νιώσεις. Εγώ τι να πω με τόσους που πέφτουν πάνω μου κάθε μέρα; Μην ξομείνεις, φαίνεσαι καλό κορίτσι" (σελ. 191).

Γενικότερα, οι γυναικείοι χαρακτήρες (κυρίως οι δευτερεύοντες-η Βίλμα, η Ναταλία, η Χρύσα, η Φώφη, η μητέρα) πλάθονται με δεξιοτεχνία και αληθοφάνεια. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν χάρτινους ήρωες, αλλά πραγματικούς ανθρώπους με ταυτότητα, πρόσωπο και ψυχή.

Η «ζωή μεθόρια», ένα κείμενο με πολλά υποδόρια -αλλά καλά χωνευμένα- αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, αποτελεί μια δυνατή επανάκαμψη του πολιτικού στη λογοτεχνία.

Διάβασα το βιβλίο συντονισμένος με το Why can't we live together της Sade.

Δεν υπάρχουν σχόλια: