Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Η κερασιά





Τα κεράσια από μικρή τα μισούσα. Στον τόπο μας δεν υπήρχε άλλη κερασιά απ’ τη δικιά μας. Μια κερασιά που έκανε κάτι μεγάλα και σκληρά πετροκέρασα σαν χειροβομβίδες. Την έφερε, λέγανε, ο παππούς της γιαγιάς μου, όταν απ’ τα χωριά της Τριπόλεως ανηφόρισε – άγνωστο πότε – στα μέρη τα δικά μας. Στις χοντρές της κλάρες είχαμε δέσει σχοινιά κ’ αιωρούμαστε ολημερίς με τ’ αδέλφια μου. Aπ’ τα χλωρά κλωνάρια της φτιάχναμε σπαθιά. Τους γειτόνους απ’ το δικό μας δέντρο τους φιλεύαμε κάθε καλοκαίρι και οι γυναίκες κάμανε κερασόπιτα. Η θεια μου η Ασήμω τα άλεθε μια χαρά στο άδειο από δόντια στόμα της και δυο δυο μού τα κρέμαγε σκουλαρίκια στ’ αφτιά, χτυπώντας παλαμάκια όλο κέφι: Aνέβηκα στην κερασιά, Mαρί- Μαρία, Mαριγώ, να κόψω ένα κεράσι - βάι τζιγκιτζέλα, βάι τζιγκιτζό. T’ αντρόγυνο που γίνηκε, να ζήσει, να γεράσει. Nα κάνει δώδεκα παιδιά, δώδεκα παλικάρια. Nα κάνει κι ένα θηλυκό να μη χαθεί το σόι.

Πεντέξι πάνω κάτω θα ’μουνα τότε. Εκείνη τη μέρα ο ήλιος έψησε την πέτρα, ψήθηκα κ’ εγώ στον πυρετό. Ήταν ο καιρός του θερισμού. Πονούσε και η κοιλιά μου. Τούμπανο έγινε. Μόνο με κεράσια ξεγελάγαμε την πείνα μας. Άδεια τα πιάτα στο τραπέζι. Τη νύχτα με κράτησε κοντά της η καψερή, ταμπουρωμένη καλά κάτω στον καταρράκτη της καλύβας της, να μου ψιθυρίζει παραμύθια, ώσπου αποκοιμήθηκα στα χέρια της. Μια νεκρική σιωπή που έλιωνε τα σωθικά απλώθηκε τριγύρω. Ξάφνου ένας ολάκερος στρατός από κερασιές χίμηξε στο ξάγναντο του νου μου. Γιγαντόδεντρα που στα κλαδιά τους, αντί για ζουμερές άλικες μπαλίτσες, κρέμονταν σαν σκιάχτρα γυναίκες και μωρά. Χείμαρρος από κεράσια σκέπασε τον τόπο, πλημμύρισε τους δρόμους, τις μάντρες, έπνιξε τους ανθρώπους μες στα σπίτια τους. Σε λίγο όλα τυλίχτηκαν στις φλόγες.

Και είδα δεκάδες κορμιά να σέρνουν τον πύρινο χορό. Και είδα τους γονιούς μου να αιωρούνται άψυχοι στο αψηλότερο κλαρί της κερασιάς. Και είδα τ’ αδέλφια μου λογχισμένα στον κορμό της. Και είδα τις μυλόπετρες ν’ αλέθουν σαν πίτουρο την ανθρώπινη σάρκα.

Αθέριστα απομείνανε εκείνο το καλοκαίρι τα χωράφια. Κ’ ο ήλιος τ’ άλλο πρωινό, που βγήκαμε απ’ την καταπακτή, δεν έλεγε να ξημερώσει.

Εβδομήντα χρόνια κύλησαν από τότε. Κ’ εγώ καταδικάστηκα να ζω παντέρμη ανάμεσα στους αποθαμένους. Όσο θυμάμαι δεν πεθαίνω. Κι αυτό είναι βάσανο μεγάλο. Μόνο η μαύρη σκιά της κερασιάς με ακολουθεί. Οι δυο μας απομείναμε μονάχα· αυτή κ’ εγώ. Ποτέ δεν ξανάβαλα κεράσια στο στόμα μου, αν και τότε - τ’ ομολογώ – αυτά μου ’σώσαν τη ζωή. Ούτε σκουλαρίκια κρέμασα. Φίλησα σταυρό.

Nα κάνει κι ένα θηλυκό να μη χαθεί το σόι, με νανούριζε η θεια μου η Ασήμω.


  (Δ.Χ.)




1 σχόλιο:

Xrysa Vlaxou είπε...

Μια εικαστική καταγραφή, ένα πλέξιμο συναισθημάτων κι ένα καινό τοπίο.(κάθε αχρονία έχει κι ένα τέτοιο χώρο. Η αχρονία ανθίζει σε αδιέξοδες καταστάσεις.) Η κυριαρχία του κόκκινου, η χαρά των άλλων, η μονομερής διάταξη του μοιραίου, η πυρκαγιά και η απώλεια. Θέματα που προσπερνούν τη χρηστικότητα και την απόλαυση και γίνονται "πολιτικά". Ο Δημήτρης πάντα ενεργοποιεί το
"ελάχιστο" για να δυναμιτίσει μια εποχή ή μια εμπειρία.
Βλάχου Χρύσα