Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Άγγελος Σικελιανός (15 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951), "Θαλερό", 1915




Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια ἀπάνωθεν
ἐκοίταγε ἡ σελήνη -
κι ἀκόμα ὁ ἥλιος πύρωνε τὰ θάμνα, βασιλεύοντας
μὲς σὲ διπλὴ γαλήνη·

βαριὰ τὰ χόρτα, ἱδρώνανε στὴν ἀψηλὴν ἀπανεμιὰ
το θυμωμένο γάλα,
κι ἀπὸ τὰ κλήματα τὰ νιά, ποὺ τῆς πλαγιᾶς ἀνέβαιναν
μακριὰ-πλατιὰ τὴ σκάλα,

σουρίζανε οἱ ἀμπελουργοὶ φτερίζοντας, ἐσειόντανε
στον ὄχτο οἱ καλογιάννοι,
κι ἅπλων᾿ ἀπάνω στὸ φεγγάρι ἡ ζέστα ἀραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...

Στὸ σύρμα, μὲς στὸ γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ῾να ἀπὸ τ᾿ ἄλλο πίσω,
τὴν κρεμαστή τους τραχηλιὰ κουνώντας, τὸν ἀνήφορο
ξεκόβαν τὸ βουνίσο·

σκυφτό, τὴ γῆς μυρίζοντας, καὶ τὸ λιγνὸ λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στοῦ δειλινοῦ τὴ σιγαλιὰ βράχο τὸ βράχο ἐπήδαγε
ζητώντας μου τὰ χνάρια·

καὶ κάτου ἀπ᾿ τὴν κληματαριὰ τὴν ἄγουρη μ᾿ ἐπρόσμενε,
στο ξάγναντο τὸ σπίτι,
σωστὸ τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ὀμπρὸς τοῦ κρεμαστό,
το φῶς τοῦ Ἀποσπερίτη.

Ἐκεῖ κερήθρα μὄφερε, ψωμὶ σταρένιο, κρύο νερὸ
η ἀρχοντοθυγατέρα,
ὁποὖχε ἀπὸ τὴ δύναμη στὸν πετρωτό της τὸ λαιμὸ
χαράκι ὡς περιστέρα·

ποὺ ἡ ὄψη της, σὰν τῆς βραδιᾶς τὸ λάμπο, ἔδειχνε διάφωτη
τῆς παρθενιᾶς τὴ φλόγα,
κι ἀπ᾿ τὴ σφιχτή της ντυμασιὰ στὰ στήθια της τ᾿ ἀμάλαγα,
χώριζ᾿ ὁλόρτη ἡ ρώγα·

ποὺ ὀμπρὸς ἀπὸ τὸ μέτωπο σὲ δυὸ πλεξοῦδες τὰ μαλλιὰ
πλεμένα εἶχε σηκώσει,
σὰν τὰ σκοινιὰ τοῦ καραβιοῦ, ποὺ δὲ θὰ μπόρει᾿ ἡ φούχτα μου
νὰν τῆς τὰ χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη ἐκεῖ κι ὁ σκύλος π᾿ ἀγανάχτησε
στα ὀρτὰ τὰ μονοπάτια,
κι ἀσάλευτος στὰ μπροστινά, μὲ κοίταγε, προσμένοντας
μιὰ σφήνα, μὲς στὰ μάτια·

ἐκεῖ τ᾿ ἀηδόνια ὡς ἄκουγα, τριγύρα μου, καὶ τοὺς καρποὺς
γευόμουν ἀπ᾿ τὸ δίσκο,
εἶχα τὴ γέψη τοῦ σταριοῦ, τοῦ τραγουδιοῦ καὶ τοῦ μελιοῦ
βαθιά στὸν οὐρανίσκο.

Σὰ σὲ κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε ἡ ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
ποὺ ὅλο κρυφὰ πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ὡσὰν τσαμπιὰ
στὰ δέντρα ν᾿ ἀμολήσει.

Κι ἔνιωθα κρούσταλλο τὴ γῆ στὰ πόδια μου ἀποκάτωθε
καὶ διάφανο τὸ χῶμα
γιατὶ πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου ὑψωνόντανε
μ᾿ ἁδρό, γαλήνιο σῶμα.

Ἐκεῖ μοῦ ἀνοῖξαν τὸ παλιὸ κρασί, ποὺ πλέριο εὐώδισε
μὲς στὴν ἱδρένια στάμνα,
σὰν τὴ βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεῖ κατάψυχρη
νύχτια δροσιὰ τὰ θάμνα...

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἐκεῖ ἡ καρδιά μου δέχτηκε
ν᾿ ἀναπαυτεῖ λιγάκι
πὰ σὲ σεντόνια εὐωδερὰ ἀπὸ βότανα, καὶ γαλανὰ
στὴ βάψη ἀπὸ λουλάκι.


(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, B´, Ἴκαρος 1968)

Το «Θαλερό» γράφεται ανάμεσα στον Μάρτιο και τον Μάιο του 1914. Στο ποίημα αυτό ο Σικελιανός καταθέτει άμεσα βιώματά του από την παραθαλάσσια Συκιά όπου έμενε, ανηφόριζε συχνά στο κοντινό ορεινό χωριό με το όνομα Θαλερό. 

Χαρακτηριστικά φυσιολάτρης ο Σικελιανός με την κινητικότητα της ποιητικής περιγραφής διατυπώνει αρχικά την αιώνια ομορφιά του ελληνικού τοπίου. Δεν προσδιορίζει τον τόπο ούτε το χρόνο στην αφήγησή του, ορίζει όμως την εποχή. Είναι εκείνες οι μακριές ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου, που μπορεί κανείς να δει στη μια άκρη του ορίζοντα τον ήλιο να βασιλεύει, ενώ στην άλλη έχει ήδη ανατείλει η σελήνη. Αυτή είναι η κυρίαρχη εικόνα που προσλαμβάνει ο ποιητής, ο οποίος αναλαμβάνει το ρόλο οδοιπόρου, βαδίζοντας σε δρόμο ανηφορικό για να φθάσει στο σπίτι που τον περιμένει.

Εκεί αλλάζει θεματική, περνώντας στην αρχοντοθυγατέρα που τον φιλεύει μέλι, κρύο νερό και ψωμί σταρένιο. Περιγράφει τη γυναικεία παρθενική ομορφιά με τρόπο πληθωρικό και συνάμα αισθαντικό, αναδεικνύοντας τον δυνατό λαιμό, τα πλούσια στήθη, τα μακριά πλεγμένα μαλλιά. Χορτασμένος από τη φιλόξενη προσφορά και φυσικά και ψυχικά ο ποιητής ωθεί τον αναγνώστη να γίνει κοινωνός της μυστικής εμπειρίας, με την οποία βιώνει η ψυχή του τούτη τη στιγμή.

Το μεγάλο ποιητικό έργο του Σικελιανού μάς φέρνει συχνά αντιμέτωπους με το πρόβλημα της κατάταξης των ποιημάτων του σε θεματικούς κύκλους. Ο θρησκευτικός μύθος με την ευρύτερη έννοια του όρου «θρησκευτικός», η γυναίκα-έρωτας και η φύση είναι τρεις βασικοί θεματικοί άξονες του έργου του. 
Στο «Θαλερό» ο ποιητής αλλάζει χαρακτηριστικά θεματική περνώντας από τη φυσιολατρική περιγραφή στο ερωτικό, αισθαντικό πορτρέτο της νεαρής αρχοντοθυγατέρας. Η αναφορά στη βιωματική του εμπειρία είναι μάλλον αισθαντική και συνεπώς αποτελεί φυσική συνέχεια της ερωτικής-αισθαντικής θεματικής των προηγούμενων στίχων. Στο ποίημα γίνεται αναφορά στους τρεις θεματικούς κύκλους της ποίησης του Σικελιανού, τη φύση, τον μύθο, τον έρωτα, και ο ίδιος παρουσιάζεται ως χαρισματικό λυρικό υποκείμενο. Κυρίως εμφανίζονται οι δυο θεματικοί κύκλοι της φύσης και της γυναίκας, του έρωτα. Το φυσικό τοπίο γοητεύει τον Σικελιανό.

Από τον πρώτο στίχο το ποίημα είναι κυριευμένο από τη φύση και τις δυνάμεις / εικόνες της «Η σελήνη όμορφη παρακολουθεί την γη, ενώ ο ήλιος βασιλεύει ζεσταίνοντας ακόμα τη γη». Οι αισθήσεις αποθεώνονται στους παρακάτω στίχους «καθώς τα χόρτα και το γάλα αποκτούν πρόσωπο, κι όλη η φύση συμμετέχει». Είναι τόσο πολύ γοητευμένος από τη φύση ο Σικελιανός, που σχεδόν τη λατρεύει στο ποίημα. Το ποίημα μοιάζει να ανήκει στην πρώτη περίοδο δημιουργίας του ποιητή, και είναι παγανιστικό, γιατί ο ποιητής, σαν μύστης, προσκυνά το μεγαλείο της φύσης και το παρακολουθεί με θαυμασμό. Η λατρεία της φύσης συνεχίζεται και παρακάτω. Ο σκύλος, τ’ αηδόνια, οι καρποί της φύσης που γεύεται ο ποιητής, όλα δίνουν μια ξεχωριστή ηδονή στον ποιητή.

Από τον στίχο 24 εμφανίζεται και η γυναίκα, το ερωτικό στοιχείο. Η περιγραφή της δείχνει το θαυμασμό του ποιητή: αρχοντοθυγατέρα. Οπού ’χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό χαράκι ως περιστέρα. Το ερωτικό στοιχείο παρακάτω γίνεται όλο και πιο φανερό, καθώς αναφέρεται στην παρθενία και στη φυσική ομορφιά της, χωρίς όμως να γίνεται χυδαίος.

Στο ποίημα αυτό μπορούμε να συναριθμήσουμε τα βασικά γνωρίσματα της παραδοσιακής ποίησης, που έφτασε στο απόγειο αλλά και στο τέλος της με αυτή την ποιητική σύνθεση:



  • Ποίηση ιδιαίτερα φωναχτή που πάσχει, όμως, από μια πληθωρική ρυθμική ηχηρότητα.
  • Οι λέξεις δεν έχουν χάσει την καθημερινή, συμβατική τους σημασία, δηλ. δεν έχουν διαφορετική σημασία από αυτήν που ξέρουμε.
  • Λογική κατάστρωση και ανάπτυξη του θέματος με διαύγεια, χωρίς αθέατο νοηματικό υπόστρωμα.
  • Πληθωρική φροντίδα του ποιητή να υπερφορτώσει την ποιητική πρόταση με τα κοσμητικά στοιχεία της γλώσσας (π.χ. πληθωρισμός επιθέτων που απομακρύνουν το ποίημα από την τονικότητα του καθημερινού λόγου).



[Πηγή: Ε. Πατσιατζή, Δ. Χριστόπουλος, Νεοελληνική Λογοτεχνία Α' Λυκείου, εκδ. ΠΑΤΑΚΗ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: