Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Πλακάτ με σκουπόξυλο (απόσπασμα)

[Αφιερωμένο σε όσους απόψε δεν περιμένουν καμιά ανά(σ)ταση...]

... Ανήμερα μεγάλη Πέμπτη ο Πέτρος Φράγκος, ο καλύτερος φίλος του ο μοναδικός του φίλος, σκοτώθηκε σ' ένα γιαπί στην Παπαδιαμάντη, δυο βήματα απ'το παλιό νεκροταφείο της Νίκαιας. Ηλεκτροπληξία. Δεν έμεινε στον τόπο. Πέθανε δυο μέρες μετά, το μεγάλο σαββατόβραδο, στο νοσοκομείο στην εντατική του Κρατικού...
... Κάηκαν όλα μέσα του, είπαν οι γιατροί. Το δέρμα είχε ξεκολλήσει από τις πατούσες του κι έμοιαζαν λέει τα πόδια του σαν παπούτσια χωρίς σόλες. Εκείνες τις δυο μέρες ο Γιάννης μπήκε στην εντατική τρεις ή τέσσερις φορές και κάθε φορά φορούσε μάσκα γάντια και πλαστικά καλύμματα στις μπότες του - καινούργιες μπότες και ζεστές, με σόλες γερές κι απείραχτες - και κάθε φορά στεκόταν πλάι στο κρεβάτι και έβλεπε το χέρι του Πέτρου ή το πόδι του να τινάζονται ξαφνικά, δυο και τρεις φορές απανωτά και κάθε φορά ο Γιάννης βούρκωνε και για να πάρει θάρρος έλεγε από μέσα του μισόλογα από τίποτα παλιές προσευχές που τις είχε ξεχάσει. Αλλά δεν ήταν δουλειά του θεού τα τινάγματα. Ήταν το ρεύμα που τίναζε το κορμί του Πέτρου - τόσο πολύ ρεύμα είχε μείνει μέσα στο κορμί του...
... Βρήκε ένα χοντρό μαύρο μαρκαδόρο και γονάτισε στο χαλί και αναρωτήθηκε τι έπρεπε να γράψει στο χαρτόνι. Να γράψει κάτι που δείχνει θυμό ανείπωτο και μίσος και αγάπη και απόγνωση, όλα μαζί. Ή να γράψει ένα σύνθημα στεγνό, απ' αυτά που γράφουν για τα εργατικά ατυχήματα, για τους ανθρώπους που πεθαίνουν στη δουλειά. Ή να γράψει κάτι σαν αυτά που γράφουν πάνω στους τάφους των αδικοχαμένων ή εκείνων που πεθαίνουν νέοι. Κάτι για το θεό και την ψυχή κάτι για τους αγγέλους και την άλλη ζωή.
Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να γράψει κάτι όχι για τον Πέτρο μα για τον Γιάννη.
Είμαι γεμάτος  μ' ένα απίστευτο κενό.
...

[Από το βιβλίο του Χ. Οικονόμου, "Κάτι θα γίνει, θα δεις"]

Δεν υπάρχουν σχόλια: