Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Εξετάσεις Ελλήνων του Εξωτερικού - Αρχαία Ελληνικά

http://www.minedu.gov.gr/publications/docs2011/them_arx_kat_c_omog_no_1109.pdf

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ
Α. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αρετέςž κάνοντας αυτά που κάνουμε στην καθημερινή μας συνάφεια με τους άλλους ανθρώπους, άλλοι γινόμαστε δίκαιοι και άλλοι άδικοι, κάνοντας, επίσης, αυτά που κάνουμε στις επικίνδυνες και φοβερές περιστάσεις της ζωής και αποκτώντας σιγά σιγά τη συνήθεια να αισθανόμαστε φόβο ή θάρρος, άλλοι γινόμαστε ανδρείοι και άλλοι δειλοί. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σε σχέση με τις επιθυμίες και την οργήž άλλοι γίνονται σώφρονες και πράοι και άλλοι ακόλαστοι και οργίλοι, οι πρώτοι με το να συμπεριφέρονται έτσι στις περιστάσεις αυτές και οι άλλοι με τον αντίθετο τρόπο. Με δυο λόγια: οι έξεις γεννιούνται από την επανάληψη όμοιων ενεργειών. Γι’ αυτό και πρέπει να προσδίδουμε μια ορισμένη ποιότητα στις ενέργειές μαςž αφού οι έξεις είναι τελικά αντίστοιχες προς τις διαφορές που οι ενέργειες αυτές παρουσιάζουν μεταξύ τους. Δεν έχει λοιπόν μικρή σημασία να αποκτά κανείς όσο γίνεται πιο νέος αυτές ή εκείνες τις συνήθειες, αλλά ίσα ίσα έχει πολύ μεγάλη σημασία, ή μάλλον σημαίνει το παν.

Β1. Με το διαφέρει δηλώνεται το κριτήριο (τούτῳ) της αγαθής πολιτείας: η καλλιέργεια της ηθικής αρετής. Δείχνεται, επίσης, η στενή σχέση που υπάρχει µεταξύ ηθικής και πολιτικής στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης, εδώ, δε µιλά για καλά και κακά πολιτεύµατα. Γιατί όσο εξαρτάται από τους νοµοθέτες, κατά τον Αριστοτέλη, όλα τα πολιτεύµατα είναι καλά, αφού πρόθεση κάθε νοµοθέτη είναι να κάνει τους πολίτες ενάρετους. Αν τελικά διαπιστώνουµε διαφορά στα πολιτεύµατα, πρόκειται στην ουσία για διαφορά ως προς το βαθµό τελειότητας: το ένα πολίτευµα βοηθά περισσότερο τους πολίτες να ασκηθούν µε το σωστότερο τρόπο στα έργα της αρετής, ώστε να γίνουν τελικά κάτοχοί της, ενώ το άλλο απλώς επιτελεί το ίδιο έργο µε λιγότερη επιτυχία. Η φαύλη πολιτεία δε σηµαίνει το «κακό πολίτευµα» αλλά «το λιγότερο τέλειο». Η διάκριση δηλαδή των πολιτευµάτων σε ανώτερα (αγαθά) και κατώτερα (φαύλα) γίνεται µε κριτήριο τη µεγαλύτερη ή µικρότερη βοήθεια που προσφέρουν στον πολίτη οι νοµοθέτες για να κατακτήσει, µε τη δική τους καθοδήγηση, την αρετή. Κριτήριο, λοιπόν, της διάκρισης των πολιτειών αποτελεί η ευδαιμονία των πολιτών.

Β2. Υπό ένα γενικότερο πνεύμα, ο Αριστοτέλης θεωρεί αναγκαίο, η σωστή αγωγή να ξεκινά από τη μικρή ηλικία: να διαπαιδαγωγείται ο πολίτης και να αποκτά παιδεία από τα πρώτα του βήματα. Η παιδεία, επομένως, και η αγωγή είναι καθοριστικός παράγοντας για την απόκτηση της ηθικής αρετής. Όπως το είχε κάνει και ο δάσκαλός του, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης τόνισε και ξανατόνισε τη µεγάλη σηµασία που έχει η παιδεία και η αγωγή τόσο για την ιδιωτική (= την προσωπική) όσο και για τη δηµόσια (= την κοινωνική) ζωή του ατόµου. Και όλα βέβαια αυτά γιατί ο Αριστοτέλης πίστευε πως µε την παιδεία και την αγωγή, η οποία εθίζει το άτοµο σε συγκεκριµένους τρόπους συµπεριφοράς, το άτοµο βοηθιέται στην απόκτηση της αρετής (και ο µαθητής ξέρει ήδη από την Εισαγωγή στα Ηθικά Νικοµάχεια, σ. 152, ότι ο Αριστοτέλης θεωρούσε την αρετή προϋπόθεση για την ευδαιµονία του ατόµου και της πόλεως). Δύο πράγµατα λοιπόν αισθάνθηκε πως έπρεπε να τα τονίσει µε ιδιαίτερη έµφαση: α) ότι ο ίδιος αποδίδει πρωτεύουσα σηµασία στην παιδεία και στην αγωγή, και β) ότι, άρα, όσο πιο νωρίς αρχίσει η παιδεία και η αγωγή, τόσο πιο πολλές θα είναι οι ελπίδες να αποδειχτεί αυτή αποτελεσµατική και γόνιµη.
Για να τονίσει την εξαιρετικά µεγάλη σηµασία του εθισµού για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών χρησιµοποιεί τα ακόλουθα εκφραστικά µέσα:
α) το σχήµα άρσης και θέσης «οὐ µικρόν, ἀλλά πάµπολυ»,
β) την υπερβολή «τό πᾶν», και
γ) την κλιµάκωση του επιρρηµατικού προσδιορισµού «οὐ µικρόν-πάµπολυ-τὸ πᾶν».

Β3. «ἡ εὐδαιμονία ἐστὶ ψυχῆς ἐνέργειά τις κατ᾽ ἀρετὴν τελείαν». Ενέργεια λοιπόν, κατά τον Αριστοτέλη, η ευδαιμονία του ανθρώπου, όχι κατάσταση, και πάντως ενέργεια της ψυχής του, με τους κανόνες της τέλειας αρετής. Το τελευταίο μέρος του ορισμού αυτού δείχνει καθαρά τη βαθιά πίστη του Αριστοτέλη πως την ευδαιμονία τους οι άνθρωποι μόνο με την κατάκτηση της αρετής μπορούν τελικά να την εξασφαλίσουν. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Αριστοτέλης αναζήτησε με πολλή επιμονή, αλλά και με πολύν, όπως θα δούμε, ρεαλισμό τον ορισμό της αρετήςž στην πραγματικότητα τα Ηθικά Νικομάχεια είναι, σχεδόν στο σύνολό τους, μια διεξοδικότατη διερεύνηση του ενδιαφέροντος αυτού θέματος.

Β4.
αποθήκη: νομοθέτου
προσποίηση: ποιοῦσιν
διαφθορά: φθείρεται
απραξία: πράττοντες
σχήμα: εἶχεν

Γ1. Άλλωστε εγώ δεν υπήρξα ποτέ μέχρι τώρα δάσκαλος κανενόςž κι αν κάποιος, όταν μιλάω και όταν ασχολούμαι με τις προσωπικές μου υποθέσεις, επιθυμεί να με ακούει, είτε νεότερος είτε μεγαλύτερος, δεν το αρνήθηκα ποτέ μέχρι τώρα σε κανέναν, ούτε μιλάω παίρνοντας χρήματα ούτε όταν δεν παίρνω (χρήματα) δεν μιλάω, αλλά προσφέρομαι το ίδιο και στον πλούσιο και στον φτωχό να με ρωτάνε, και αν θέλει κάποιος απαντώντας μου να ακούει όσα τυχόν λέω. Και αν κάποιος από αυτούς γίνει καλός ή όχι, άδικα θα θεωρηθώ υπεύθυνος για όσα ούτε υποσχέθηκα ποτέ σε κανέναν ούτε μάθημα δίδαξαž και αν κάποιος ισχυρίζεται ότι έμαθε κάτι από μένα ή άκουσε ιδιαιτέρως, που δεν το άκουσαν και όλοι οι άλλοι, να ξέρετε καλά ότι δεν λέει την αλήθεια.

Γ2.
μου: ἡμῶν
χρήματα: χρήμασιν
πένητι: πένης
δικαίως: δικαιότερον
ἀληθῆ: ἀληθεῖ
ἐγενόμην: γενέσθαι
λέγοντος: εἰρηκότος
πράττοντος:  ἔπραξας
ἐπιθυμεῖ: ἐπεθυμοῦμεν
ἀποκρινόμενος: ἀποκρινοῖντο

Γ3.
οὐδενός: γεν. αντικειμενική στο «διδάσκαλος».
λέγοντος: συνημμένη (υποκείμενο της μτχ είναι το «μου» που είναι συγχρόνως και αντικείμενο στο «ἀκούειν»), χρονική μετοχή που δηλώνει το σύγχρονο στο παρόν.
χρηστός: κατηγορούμενο στο «γίγνεται».
ἀκοῦσαι: αντ. στο ρ. «φησι» και ειδ. απαρ., ταυτοπροσωπία.
ἀληθῆ: σύστοιχο αντ. στο ρ. «λέγει».

Δεν υπάρχουν σχόλια: