Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Ο κόσμος αλλάζει (ανεξάρτητα από το πώς νιώθουμε)...

Ρίτσαρντ Φορντ, Καναδάς (εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2014, μτφρ. Θωμάς Σκάσσης)

Το καλοκαίρι διάβασα την "Άγρια ζωή" (εκδ. Ζαχαρόπουλος), τον "Αθλητικογράφο" (εκδ. Ωκεανίδα) και το "Η χώρα, όπως είναι" (εκδ. Πατάκη). Όταν πήρα στα χέρια μου το ογκώδες μυθιστόρημα των 553 σελίδων "Καναδάς" (εκδ. Πατάκη, 2014, σε εξαιρετική μετάφραση Θωμά Σκάσση) δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα διάβαζα ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί τα τελευταία χρόνια στην Αμερική.
Ολοκληρώνοντας τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου έμεινα με την αίσθηση πως ο Ντελ Πάρσονς (ο κεντρικός ήρωας) εξακολουθεί να μου αφηγείται τη ζωή του. Πρόκειται για τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που ένας συγγραφέας έχει τη χαρά να βλέπει τους ήρωές του να εξακολουθούν να ζουν και να αναπνέουν μετά το πέρας της γραφής και της ανάγνωσης.
Ο Φορντ, 71 ετών πια και πιο ώριμος από ποτέ, γράφει έναν ύμνο για τους κατεστραμμένους ανθρώπους όπως άλλοτε ο Φόκνερ: 

Όλα αυτά τα χρόνια που έχουν περάσει, σκέφτομαι τα μάτια του (του πατέρα) και το πώς έγιναν τόσο διαφορετικά. (...) Γινόταν αυτός που έπρεπε πάντα να είναι. Μόνο που έπρεπε να τρίψει και να διαπεράσει τις άλλες επιστρώσεις, για να γίνει αυτός που ήταν πραγματικά. Το ίδιο φαινόμενο έχω παρατηρήσει και στα πρόσωπα άλλων αντρών, άστεγων αντρών, αντρών ξαπλωμένων στο πεζοδρόμιο έξω από μπαρ ή σε πάρκα ή σε σταθμούς λεωφορείων, αντρών που κάνοπυν ουρά έξω από την πόρτα ιεραποστολών, περιμένοντας να μπουν μέσα για να γλιτώσουν από τον μακρύ χειμώνα. Στα πρόσωπά τους, που πολλά ήταν όμορφα αλλά καταρρακωμένα, έχω δει τα υπολείμματα αυτού που σχεδόν κατάφεραν να είναι, αλλά απέτυχαν, πριν γίνουν τελικά ο εαυτός τους (σελ. 109,110).

Από την αρχή ο ομοδιηγητικός αφηγητής μάς ξεκαθαρίζει πως θα μας αφηγηθεί από τη δική του οπτική γωνία και με εσωτερική εστίαση την ιστορία της οικογένειάς του, όπως αυτή καθορίστηκε από μια ληστεία που πραγματοποίησαν οι γονείς του το 1960, ληστεία που ωστόσο έχει όλα τα στοιχεία της παρωδίας. Ο αφηγητής πατά γερά στα πόδια του και έχει τον απόλυτο έλεγχο της ιστορίας που θα πει, από την εναρκτήρια κιόλας φράση:

Θα μιλήσω πρώτα για τη ληστεία που διέπραξαν οι γονείς μας. Στη συνέχεια, για τους φόνους, που έγιναν αργότερα. Το πιο σημαντικό είναι η ληστεία, γιατί αυτή έκανε τη ζωή μου, καθώς και τη ζωή της αδελφής μου να πάρουν τον δρόμο που τελικά πήραν. Αν δεν ειπωθεί αυτό πρώτα, τα υπόλοιπα δεν θα βγάζουν νόημα (σελ. 13).

Επομένως, ο αναγνώστης μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από την πλοκή στην ανάγνωση και την απόλαυση της μικροδομής: λέξη λέξη, φράση φράση, αποσιωπήσεις και υπαινιγμοί, πράγματα που λέγονται και πράγματα που δεν λέγονται. Ο Φορντ, ακολουθώντας το μονοπάτι του λεγόμενου "βρόμικου ρεαλισμού" τού Κάρβερ και του Τομπάιας Γουλφ, ψυχογραφεί με μαεστρία τους ήρωες του, αφήνοντας τα ίδια τα γεγονότα να επικαθίσουν σαν σκόνη στις ψυχές, από τη στιγμή που αυτά τα πρόσωπα  αδυνατούν να υποδυθούν τους ρόλους τους:

"Πρέπει να πας κάποια μέρα" μου λέει η γυναίκα μου. "Θα έχει ενδιαφέρον. Θα σε βοηθήσει, θα κάνει τα πράγματα να καταλαγιάσουν". Λες και δεν το έχω κάνει εγώ αυτό (σελ. 552).

Η ιστορία αρχικά εκτυλίσσεται στο Γκρέιτ Φολς της Μοντάνα, μια μεθοριακή τοποθεσία, για την οποία έχει γράψει και στην "Άγρια ζωή", ενώ αργότερα το σκηνικό μεταφέρεται στο Φορτ Ρόγιαλ του Καναδά.

O Φορντ με λιτά εκφραστικά μέσα υιοθετεί στο μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης την οπτική και τη φωνή του 15χρονου εγκαταλελειμμένου ήρωα, όπως η συνείδησή του καταγράφει τον αντίκτυπο των γεγονότων που ανατρέπουν τη ζωή του, από τη στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος πρώτα με την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά των γονιών του όσο και με τη δολοφονική ενέργεια του Άρθουρ Ρέμλινγκερ, αργότερα. Βέβαια, δεν λείπει και η οπτική του ώριμου 65χρονου αφηγητή-δασκάλου που φιλτράρει με τη σοφία της εμπειρίας του τις σκέψεις και τα λόγια του έφηβου Ντελ Πάρσονς.


Στον ερχομό μας προς τη φυλακή, η Μπέρνερ κι εγώ συζητούσαμε για το τι θα λέγαμε στους γονείς μας. Όταν όμως βρεθήκαμε μέσα και η καγκελόπορτα πίσω από το γραφείο του αστυνομικού ξεκλειδώθηκε με το μαγάλο κλειδί, δεν ξαναμιλήσαμε. Η Μπέρνερ ξερόβηξε κάμποσες φορές και σάλιωσε τα χείλη της. Σκέφτηκα ότι ευχόταν να μην είχε έρθει (σελ. 258).

Ξεχωριστή θέση στο βιβλίο κατέχουν ορισμένες φράσεις με έντονο αποφθεγματικό χαρακτήρα (χωρίς ίχνος διδακτισμού), που σε αναγκάζουν να σταματήσεις την ανάγνωση και να αναστοχαστείς:

- Κυνικός σημαίνει να μην πιστεύεις ότι υπάρχει το καλό· κι εγώ θεωρώ γεγονός ότι υπάρχει. Απλώς δεν θεωρώ τίποτε δεδομένο και προσπαθώ να είμαι έτοιμος για την αλλαγή που θα έρθει σύντομα (σελ. 272). 
- Είτε μου άρεσε είτε όχι, ο κόσμος γύρω μου θα άλλαζε ανεξάρτητα από το πώς ένιωθα εγώ" (σελ. 336).

Κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο που δεν θα ξεχάσω εύκολα:
  • Υπάρχουν τα πράγματα που έκανες και τα πράγματα που δεν έκανες. Τα πράγματα που ονειρεύτηκες. Όταν περάσει πολύς χρόνος, όλα αυτά συγχέονται (σελ. 111).
  • Εκείνο που πιστεύω, όπως λέω και στους μαθητές μου, είναι ότι αυτό που βλέπεις είναι σε μεγάλο βαθμό αυτό που υπάρχει και ότι η ζωή μάς δίνεται άδεια. Ενώ, επομένως, οι σημασίε ς μάς βαραίνουν, αυτό είναι και το περισσότερο που μπορούν να κάνουν. Τα κρυφά νοήματα απουσιάζουν (σελ. 552)
  • Κι αυτό που ξέρω είναι ότι έχεις περισσότερες πιθανότητες στη ζωή –να επιβιώσεις-, αν αντέχεις τις απώλειες, αν καταφέρνεις να μη σε κάνουν κυνικό και αν υποτάσσεσαι, με τον τρόπο που το εννοούσε ο Ράσκιν, αν δεν χάνεις το μέτρο, αν συνθέτεις τα ανόμοια πράγματα σε ένα όλο που περισώζει το καλό, όσο κι αν το καλό δεν βρίσκεται, ομολογουμένως, εύκολα. Προσπαθούμε, όπως είπε και η αδελφή μου. Προσπαθούμε. Όλοι μας. Προσπαθούμε (σελ. 553).
  • Είσαι καλός μόνο όταν μπορείς να κάνεις κακό και αποφασίζεις να μην το κάνεις (σελ. 546).


Ο συγγραφέας Andre Dubus III στους The New Yok Times γράφει πως ο Καναδάς είναι μια ιστορία για το τι συμβαίνει όταν υπερβούμε τις ασφαλείς γραμμές και δεν μπορούμε να επιστρέψουμε. Μια άσκηση της λυτρωτικής δύναμης της μνήμης, καθώς και ένα αριστούργημα ενός εξαίρετου στυλίστα. Δεν μπορώ παρά να προσυπογράψω.
 

Διάβασα το βιβλίο παρέα με τη μουσική των The Walkabouts:



Δεν υπάρχουν σχόλια: