Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Παράλληλο κείμενο για το πεζογράφημα του Γ. Ιωάννου «Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς»

Εργασία: Να βρείτε τρεις (3) τουλάχιστον ομοιότητες περιεχομένου και δύο (2) τουλάχιστον κοινές αφηγηματικές τεχνικές ανάμεσα στα δύο κείμενα.

Το 1955 στην Τούμπα ήταν όλο παράγκες ξύλινες και παρόμοια χαμόσπιτα με σκεπές από τενεκέδες ή κεραμίδια και μικρές ασπρισμένες αυλές. Αστραφτοκοπούσε ο ασβέστης και η πάστρα μέσα σε κείνη τη μουντάδα. Για στολίδια είχανε γλάστρες με σκουλαρικιές, με μπιγκόνιες και με γεράνια και στο χώμα φυτεμένα λουλούδια και δέντρα. Πιο πολύ ακακίες. Ή καμιά καϊσιά με κείνα τα καΐσια τα μεγάλα, τα ζουμερά, που το άρωμά τους μας μεθούσε και τα κουκούτσια τους τα τσακίζαμε ανάμεσα στις πέτρες και τα τρώγαμε με λαχτάρα. Είχανε και μουριές για τον παχύ τους ίσκιοž το καλοκαίρι πέφτανε καταγής τα μούρα και μαυροκοκινίζανε οι αυλές και πλάκωναν οι μέλισσες που με το βουητό και τις τσιμπιές τους δεν αφήνανε σε ησυχία τον κόσμο. Μερικοί φυτεύανε και λεμονιές σε μεγάλα βαρέλια και τις κουκουλώνανε τη βαρυχειμωνιά με τσουβάλια ή με χοντρά νάυλον για να μην καούνε, μια και το ψυχρό κλίμα της Βορείου Ελλάδος δεν σήκωνε τέτοια δέντρα ευαίσθητα. Ήταν και τα λεμόνια ακριβά και πολλές φορές δυσεύρετα. Όλα φτωχικά και ταπεινά μα περιποιημένα και ανοιχτόκαρδα. Κάθε τιτίζα[1] νοικοκυρά στην αυλίτσα της ένιωθε παραπάνω από βασίλισσα. Ο κόσμος ήτανε μαθημένος σε πέντε αναγκαία πράματα, εκεί πάνω χτίζανε την καθημερινή ευτυχία τους. Έτσι ήτανε δασκαλεμένοι απ’ τους παππούδες τους. Το λίγο τούς φαινότανε πολύ. Όχι σα σήμερα που το πολύ δεν μας γεμίζει καθόλου κι όσο αυγαταίνει εκείνο τόσο αδειάζουμε εμείς. Πολλά σπίτια είχανε τσαρδάκια σκεπασμένα με σαλκίμια[2] και κληματαριές και καθόταν από κάτω ο κόσμος κι έπινε το καφεδάκι του κι έκαναν οι γείτονες μουχαμπέτι[3]. Σε σκαμνάκια, σε καρεκλάκια ψάθινα, που περνούσαν οι γύφτοι κάθε τόσο και τα διόρθωναν τραγουδώντας καθισμένοι σταυροπόδι κατάχαμα. Μουχαμπέτι, καφεδάκι, κουλουράκι το πρωί, μουχαμπέτι, καφεδάκι, κουραμπιεδάκι το απόγευμα. Τα γλυκά, όλα σπιτικά, σπάνια του ζαχαροπλαστείου, μόνο τις τρανές γιορτές οι πάστες. Σοκολατίνες επί το πλείστον, μια και η σοκολάτα ήτανε περιζήτητη. Μόλις έπαιρνε να βραδιάζει, πάλι μουχαμπέτι, μεζεδάκια και ρακί. Τραγούδια λέγανε τα δικά τους, τα προσφυγικά, όμως ακούγανε κι απ’ το ραδιόφων, ό,τι τους έβαζαν οι κρατικοί σταθμοί κι ο Ενόπλων Δυνάμεων.
[…] Έτσι την περνούσαμε. Χαμοζωή. Σπιτάκια προσφυγικά, του εποικισμού. Είχαμε, βέβαια, και μικρές πολυκατοικίες που αργότερα έγιναν μεγαλύτερες, και στο τέλος με την αντιπαροχή του Καραμανλή η περιοχή έγινε αγνώριστη, ακόμη και για μας τους καθεαυτού Τουμπιώτες. Οι πιο πολλοί δρόμοι, τι δρόμοι, τα σοκάκια, ήταν χωματόδρομοι. Μόνο οι κεντρικοί ήταν ασφαλτοστρωμένοι. Καλντερίμια δεν είχε. Όλοι οι προσφυγικοί συνοικισμοί ήταν αγροί, χωράφια ακατοίκητα…. Το κράτος δεν γύριζε να μας κοιτάξει, και τα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν αραιά και πού, λιγοστά. Κι εκείνα, όχι σαν τώρα, της κακιάς ώρας, σαραβαλάκια. Σπάνια να δεις καμιά αμαξάρα. Μόνο αν περνούσε κανένας πολιτικός, αν μας καταδεχόταν κανένας μητροπολίτης.
(Θωμάς Κοροβίνης, Ο γύρος του θανάτου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2010, σελ. 35-38)





[1] Τιτίζα (τουρκ. titiz): σχολιαστική, τυπική.
[2] Σαλκίμι (τουρκ. salkim): είδος αναρριχώμενης ακακίας με μωβ τσαμπιά.
[3] Μουχαμπέτι (τουρκ. muhabbet): κουβεντολόι.


Δεν υπάρχουν σχόλια: