Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

"Χωρίς ύπνο"

O Ελύτης στη συλλογή «Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό» (1960) περιέλαβε το ποίημα Ο ύπνος των γενναίων, που είναι εμπνευσμένο από τον πόλεμο του ’40. Ο κόσμος του Ελύτη είναι μια ανεστραμμένη πραγματικότητα. Για τον ποιητή οι νεκροί μετά θάνατον αποτελούν άυλες φιγούρες, ενός υπερκείμενου κόσμου, μέσα στον οποίο δικαιωμένοι απολαμβάνουν τη μακαριότητά τους. Η ανάσταση δεν συντελείται σ’ έναν χώρο άυλο και μεταφυσικό· η ανατροπή του υπάρχοντος κόσμου από έναν κόσμο στον οποίο θα κυριαρχούν η αλήθεια, η αθωότητα λειτουργεί  σωτήρια. Με άλλα λόγια, για τον ποιητή η σωτηρία βρίσκεται μέσα σ’ έναν κόσμο ικανό να κυριαρχείται από αξίες και απ’ την Αρετή. Μορφολογικά η Αρετή εμφανίζεται σαν μια δροσοσταλίδα: η καθαρτήρια δύναμη του νερού είναι αναγνωρίσιμη μέσα σ’ αυτή την παρομοίωση, καθώς η Αρετή έρχεται για να ξεκαθαρίσει τη σήψη. Στη συνέχεια γίνεται ένα αγοροκόριτσο, που μέσα απ’ την ορμή της νιότης του θα κληθεί να σώσει τον κόσμο και να επαναφέρει σ’ αυτόν το χαμένο φως.
Η Κύπρια συγγραφέας Τίτσα Διαμαντοπούλου στο διήγημά της με τίτλο «Χωρίς ύπνο» (που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Το μαγαζί με τα μπαχαρικά και άλλα διηγήματα», εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2011), μιλάει όχι για τον ύπνο των «γενναίων», αλλά για τη μόνιμη κατάσταση μιας φοβικής κοινωνίας που υπνώττει νυχθημερόν. Χρησιμοποιώντας τη minimal φόρμα του διηγήματος, δημιουργεί με δηκτικό τρόπο μια αλληγορική ιστορία για έναν άνδρα που πάσχει από μια σπάνια αρρώστια(;): την αγρύπνια τη διανοητική. Το περιβάλλον του μάλιστα τον κάνει να νιώθει ένοχος και μάλιστα να θεωρεί εαυτόν επικίνδυνο για τη μετάδοση του ιού της αγρυπνίας.
Νομίζω πως η συγγραφέας έγραψε ένα πολύ επίκαιρο κείμενο για τη μαζική ύπνωση της ελλαδικής κοινωνίας, που όλο και περισσότερο επιβεβαιώνει την κλινική εικόνα μιας κοινωνίας που πάσχει από το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης». Άνθρωποι υπνωτισμένοι, ψοφοδεείς, βασανισμένοι, εξαθλιωμένοι, εξαρτημένοι ωστόσο από τους «βασανιστές» τους.

              Χωρίς ύπνο
Ήταν αδύνατο να κοιμηθεί. Μήνες, ίσως και χρόνια, κοιτώντας το ίδιο σημείο, ξημερωνόταν στην ίδια θέση, άγρυπνος. Οι φήμες, επίσης, έλεγαν πως δεν αισθανόταν κούραση ή νύστα. Ο γιατρός τον υποδέχτηκε καθιστός στο γραφείο του. Έδειχνε να τον ακούει με προσοχή, αλλά στην πραγματικότητα νύσταζε. Η νύχτα που προηγήθηκε ήταν νύχτα κραιπάλης. Η νεαρή γραμματέας του γινόταν όλο και πιο απαιτητική. Σημείωνε κάτι με σοβαρότητα ψεύτικη σ’ ένα χοντρό τεφτέρι. Εκείνος ήθελε να του ανοίξει την καρδιά του, όπως θα μιλούσε σε άνθρωπο δικό του.
«Γιατρέ, το φαντάζεστε; Έχω να κοιμηθώ χρόνια».
Ο γιατρός μετατόπισε τα γυαλιά του. Η περίπτωση ήταν άκρως ενδιαφέρουσα. Σαν να  ηχούσε μέσα του ένα τεράστιο ξυπνητήρι. Από το βάθος μιας αίθουσας παιχνιδιών φάνηκε ένα κουρδιστό μανιτάρι. Τον περιεργάστηκε σαν να έβλεπε πρώτη φορά ανθρώπινο ον.
«Δεν μπορείτε να κοιμηθείτε; Και το λέτε σαν να μη συμβαίνει τίποτε;».
«Το ξέρω πως άργησα. Θα έπρεπε να έχω έλθει νωρίτερα» απολογήθηκε αυτός.
«Νωρίτερα;» εξανέστη ο γιατρός. «Μόνο νωρίτερα; Η περίπτωσή σας συνιστά κίνδυνο για όλους τους νυσταλέους, θέλω να πω τους κανονικούς ανθρώπους. Μπορεί να είναι κάτι μεταδοτικό. Δεν αποκλείεται να έχετε κιόλας μολύνει αρκετούς με αυτή την αποτρόπαιη αρρώστια».
Ζάρωσε σε μια γωνιά της πολυθρόνας. Αυτή την εξέλιξη δεν την περίμενε. Του ήταν δύσκολο να φανταστεί τον εαυτό του επικίνδυνο.
Ο γιατρός κόλλησε τα γυαλιά στη μύτη του, ενώ ίδρωνε από εκνευρισμό.
«Αμφιβάλλετε ότι συνιστάτε απειλή για την υγιώς σκεπτόμενη ανθρωπότητα; Όταν όλοι κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, εσείς ξαγρυπνάτε μηχανευόμενος ποιος ξέρει τι!».
Ως εδώ ήταν, σκέφτηκε, ενώ ο γιατρός συνέχιζε με ένα ακαταμάχητο λογύδριο. Το τσουλούφι κόλλαγε στο μέτωπο, το γεμάτο κοκκινίλες από την έξαψη.
«Γιατρέ, ησυχάστε» τόλμησε ν’ αντιτείνει. «Θέλω να γιατρευτώ. Ζητώ τη βοήθειά σας ή κάποιον, τέλος πάντων, που να μπορεί να με βοηθήσει». Απορούσε με το θάρρος του.
«Πολύ αργά, κύριε, πολύ αργά» κατέληξε ο επιστήμων, κουνώντας το κεφάλι ανάμεσα στους κυρτούς ώμους, σαν να είχαν πέσει πάνω τους όλες οι συμφορές της γης. Η στάση του γιατρού τον οδήγησε στην απελπισία.
«Η σοβαρότητα της καταστάσεώς σας, κύριε, έγκειται στο γεγονός πως αμφισβητείτε ένα θείο δώρο, αυτό του ύπνου. Πώς τολμάτε; Περιφρονείτε τον Θεό, κύριε;».
«Ποτέ δεν είχα καμία αμφιβολία για την ύπαρξη του Θεού, πιστέψτε με. Προέρχομαι, ξέρετε, από θρησκευόμενη οικογένεια. Παρόλ’ αυτά δεν μπορώ να εξηγήσω αυτή την κατάσταση στη ζωή μου».
«Τη ζωή σας! Τη ζωή σας!» εξεμάνη αυτός, τονίζοντας την τελευταία λέξη. «Τι εγωισμός! Και ποιος σας είπε ότι η «ζωή» ή αυτό που εσείς ονομάζετε «ζωή σας» σάς ανήκει; Είστε ένοχος, κύριε, ένοχος έως θανάτου!» ούρλιαξε αλλόφρων ο γιατρός, ενώ οι κοκκινίλες στο πρόσωπό του έγιναν σκούρα αιματώδη σημάδια.
«Ησυχάστε», είπε αυτός. «Θα σας απαλλάξω από την παρουσία μου. Δεν ήθελα να σας ταράξω. Τα ίδια μου λέει και η γυναίκα μου. «Κλέαρχε, είσαι ηλίθιος». Πάντα σε κάνουν οι άλλοι ό,τι θέλουν. Σαν ένα κομμάτι ζυμάρι που το πλάθουν ανάλογα με τις ορέξεις και τα συμφέροντά τους. Αυτό είμαι. Τώρα το καταλαβαίνω. Συγγνώμη. Είναι κι αυτό το πρόβλημα της κόρης μου. Υποφέρει από παιδί από μια σπάνια αρρώστια. Με συγχωρείτε και πάλι για την αναστάτωση που σας έφερα».
Ο επιστήμων είχε γείρει το κεφάλι σαν να κοιμόταν. Τα γυαλιά είχαν φύγει από τη θέση τους. Έμοιαζε περισσότερο με καρικατούρα, παρά με κανονικό άνθρωπο.
Εκείνος σηκώθηκε για να φύγει. Βγήκε στον δρόμο, όπου όλα έμοιαζαν περαστικά, φευγαλέα. Πάνω από ρυπαρούς φράχτες αργοσάλευαν ζωύφια και έντομα. Μια έντονη μυρωδιά ανθρώπινης κοπριάς κόλλησε στα ρουθούνια του. Χαιρέτησε κάποιον χωρίς να περιμένει απάντηση. Αυτός τον κοίταξε σαν να είχε δει φάντασμα. Του έλειπε το κρεβάτι του, όπου ξάπλωνε τα χρόνια της αγρύπνιας, περιμένοντας ν’ αναπαυτεί. Το σώμα απλώς υπακούει στην παντοδυναμία του μυαλού. Πλανήθηκε μέσα στο βουητό της πόλης, ώσπου διέκρινε ένα κτίσμα που του φάνηκε σαν χαμόσπιτο. Φάνηκε η μορφή του φαρμακοποιού. Ήταν γελαστός και ευκίνητος σαν διαφήμιση οδοντόκρεμας.
Φαρμακείο «Η Πανάκεια». Έβαλε στην προθήκη ένα μακρόστενο κουτί και με μεγάλα ευδιάκριτα γράμματα έγραψε: «Πωλείται θαυματουργό φάρμακο κατά της αϋπνίας».
Αυτός κοντοστάθηκε για λίγο και μετά συνέχισε τον δρόμο του χαμογελώντας αδιάφορα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: