Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Κωστής Γκιμοσούλης, Το αηδόνι στο πόδι της


Απόσπασμα από το νέο μυθιστόρημα του συγγραφέα, που μετακόμισε στον "Καστανιώτη". Μια μετακόμιση που μάλλον έφερε φρέσκο αέρα στον ροκ συγγραφέα των έργων του '90 (O Άγγελος της μηχανής, Μια νύχτα με την Κόκκινη, Ανατολή, Χέρι στη φωτιά) που με έκαναν να τον προσέξω ιδιαίτερα. Με έκτυπη την επιρροή του Κέρουακ, φευγάτος όπως πάντα, ποιητικός και συνάμα ρεαλιστής, μάς ΤΑΞΙ-δεύει με το κίτρινο αμάξι του Θωμά σε περιοχές της Αθήνας και στα διαμερίσματά της. Διαβάζεται παρέα με τη νέα δουλειά των Κατσιμιχαίων "Beat Poetry". Προς το παρόν, μια φράση που κόλλησα:
"Να κινείσαι ακίνητος... τότε θα πεθάνεις ανίκητος"





H κυρία Στάσα ήταν για χρόνια, πάνω από τριάντα, γειτόνισσα της Γιώτας. Το σπίτι της κολλητό στο δικό της, όχι όμως όμορφο όπως της Γιώτας. Είχε τζαμαρένια πόρτα, είχαν βάλει πάνω στο παλιό σπίτι και συρόμενα πλαστικά παράθυρα. Ο γιος της κυρα-Στάσας βρήκε δουλειά σε μια αυτοκινητοβιομηχανία, η κόρη της η πεταχτούλα μεγάλωσε, αρραβωνιάστηκε, κοντεύει να παντρευτεί. Η κυρα-Στάσα ήταν χήρα. Τώρα τελευταία αποφάσισε να δώσει το σπίτι της αντιπαροχή. Ο εργολάβος, που ήταν κι αρχιτέκτονας, σπουδαγμένος στην Ιταλία, ζήτησε να πάρει και της Γιώτας. Η Γιώτα αρνήθηκε. Και τώρα το σπίτι της Στάσας το γκρέμιζαν. Από μέρες έτρεμε ο τοίχος της από τις μπουλντόζες. Το σπίτι της Στάσας το ξερίζωναν σαν ένα χαλασμένο δόντι. Η ίδια η Στάσα, το διάστημα πριν εγκαταλείψει το παλιό της σπίτι για να βρει με τα λεφτά της πώλησης ένα άλλο, είχε αλλάξει πολύ. Πήγαινε συχνά στο παράθυρο της Γιώτας, της μιλούσε, της πήγαινε πού και πού φαγητό. Παλιά ήταν εύθυμη γυναίκα η Στάσα, με το χιούμορ της, με το κουτσομπολιό της. Με την πώληση βάρυνε, γέρασε ξαφνικά, μιλούσε για μοίρα, χρόνο και προορισμούς. 
- Τα παιδιά σου τα τακτοποίησες, της έλεγε η Στάσα. Τι άλλο προορισμό μπορείς να έχεις, απ’ το να κάνεις το καλό;

Ήταν και οι δύο θρησκευόμενες, φανατικές ενορίτισσες, μαγείρευαν, μάζευαν ρούχα για τους φτωχούς, πριν βέβαια η Γιώτα αποκλειστεί μέσα στο σπίτι της.

- Θέλω να τους δώσω το κεφάλαιο για μια καινούργια ζωή, έλεγε η Στάσα. Δεν μπορούμε μια ζωή να μένουμε ίδιοι, πρέπει ν’ αλλάζουμε.

Και το τελευταίο το έλεγε επιθετικά, σαν επιχείρημα εναντίον του βαθύτερου εαυτού της και της Γιώτας. Η Γιώτα όμως δεν της είχε πει ποτέ «μη δίνεις το σπίτι σου για πολυκατοικία», απλώς δεν πουλούσε το δικό της. Άκουγε τις μπουλντόζες τώρα δίπλα της να ξεθεμελιώνουν, η σκόνη έμπαινε απ’ τις γρίλιες, ένας κραδασμός γινόταν μέσα της και σταυροκοπιόταν. Με πολιορκούν, με πολιορκούν όλο κι από πιο κοντά, μονολογούσε και συσπειρωνόταν. Άνοιγε κι έκλεινε βιαστικά εκείνες τις μέρες το παράθυρό της κι έριχνε κλεφτές ματιές στο τοπίο του πολέμου.





  

Δεν υπάρχουν σχόλια: