Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει



Ο Σπύρος Γιανναράς επανεμφανίζεται με την τελευταία συλλογή διηγημάτων του «Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει» (εκδ. Άγρα, 2015). Προηγήθηκε «Ο Λοξίας» (Ίνδικτος, 2008) και «Ζωή χαρισάμενη» (Πόλις, 2011). Έντεκα ιστορίες -όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο- «πάνω στην ευθραυστότητα των ανθρώπινων σχέσεων, την αδυναμία μιας γενιάς να σχετιστεί, να διαχειριστεί τη φθορά, αλλά και να πενθήσει την απώλεια, να ξεμυτίσει απ’ τη μοναξιά της». Το βιβλίο συμπληρώνει και ένας κατατοπιστικός «επίλογος αντί προλόγου» εννέα σελίδων, στον οποίον ο Γιανναράς καταθέτει τις προγραμματικές θέσεις του για το είδος που πιστά διακονεί, το διήγημα.
Οι σελίδες αυτές παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους επιμένουν με πάθος και μεράκι να υπηρετούν αυτό το είδος λόγου, χωρίς να τρέφουν ενδεχομένως κάποιο αίσθημα «μειονεξίας» ότι το έργο τους υπολείπεται σε αξία έναντι μιας νουβέλας ή ενός μυθιστορήματος.
Πιάνοντας στα χέρια μου το βιβλίο του Γιανναρά –τ’ ομολογώ- ξεκίνησα να μελετώ με προσοχή τις παρατηρήσεις του συγγραφέα, για να εισδύσω πληρέστερα αργότερα στον κόσμο της μυθοπλασίας.
Παρατήρηση 1η: Το διήγημα είναι αυτόνομο και όχι ετερόφωτο λογοτεχνικό είδος, δεν είναι αποπαίδι του αδηφάγου λογοτεχνικού του συγγενούς, το οποίο χαρακτηρίζουν μεταξύ άλλων:
α. η οικονομία της έκφρασης,
β. η μέγιστη υπαινικτικότητα,
γ. ο προσωποκεντρικός χαρακτήρας,
δ. οι κορυφώσεις και οι πτώσεις του,
ε. οι ανατροπές,
στ. οι ηχηρές σιωπές του και
ζ. η δική του ξεχωριστή μουσική.
Παρατήρηση 2η: Αν και αυτόνομο είδος, το διήγημα «υφαρπάζει» στοιχεία και από το μυθιστόρημα και από την ποίηση. Από το πρώτο, δομές και αφηγηματικές τεχνικές, και από το δεύτερο την υπαινικτικότητα, τη συμπύκνωση και τη μουσικότητα.
Παρατήρηση 3η: Το διήγημα δεν είναι μια αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά μια τομή εντός της πραγματικότητας, από τη στιγμή που αποδίδει με τη μέγιστη οικονομία εκφραστικών μέσων ένα καταλυτικό συμβάν ή την απουσία συμβάντος, που επηρεάζει και ενδεχομένως μεταμορφώνει τον ήρωα και την κατάστασή του.
Ο Γιανναράς το παραδέχεται απερίφραστα: «το ακραία υπαινικτικό και βαθιά υπαρξιακό διήγημα που ενίοτε φλερτάρει με τον ποιητικό λόγο, το διήγημα εκείνο που κυνηγάει μια κορύφωση, ένα ζενίθ –ενίοτε σε μια μονάχα φράση ή λέξη- όπου απόδοση γραφής και νοήματος αγγίζουν τη μέγιστη τιμή τους εκλύοντας όπως στη διάσπαση του ατόμου (μέσω όμως της ένωσης αυτή τη φορά) απερινόητη ποσότητα ενέργειας, κινητοποιώντας νου και συναίσθημα, αποτελεί το όνειρο και τη μεγάλη μου αγάπη».
Τέσσερις ιστορίες γραμμένες σε α’ ενικό, δύο σε β’ πρόσωπο και πέντε σε γ’ πρόσωπο, που όλες μαζί υπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τις καταστατικές αρχές του συγγραφέα, που μόλις συνοπτικά είδαμε.
Στο δεύτερο διήγημα της συλλογής «Το κουτάλι που κολλάει», σε τρεις μόλις σελίδες ξετυλίγεται μια θλιβερή ιστορία γενεθλίων, μια ιστορία για ανθρώπους που δεν μπορούν να βρουν την ευτυχία στον έρωτα, στο συν-είναι αλλά στην απόλυτη μοναξιά.
Θεωρώ εξαιρετική την τεχνική των αντιστίξεων σε δύο ιστορίες της συλλογής: «Εντός του συρμού», μια ιστορία πραγματικό αφηγηματικό διαμάντι, και «Το ξόδι». Στο πρώτο, ο αφηγητής επιστρέφει με το τρένο στο σπίτι του ύστερα από την επίσκεψή του στο σπίτι του αδελφού του. Στο μυαλό του η ερώτηση-σφαίρα του μικρού ανιψιού του «Είναι μακριά ο παράδεισος, θείε Σπύρο;» Γύρω από τη φράση αυτή πλέκεται η ιστορία. Μια εκπάγλου καλλονής γυναίκα μαγεύει με τα θέλγητρά της τον αφηγητή, που γρήγορα όμως απογοητεύεται από τα εχθρόξενα αισθήματα που διέκρινε στα μάτια της. Σε λίγο, ωστόσο, γίνεται μάρτυρας μιας άλλης σκηνής που του δείχνει τον δρόμο για τον «παράδεισο». Μια ταλαιπωρημένη γυναίκα με θαμπωμένο βλέμμα, που φορούσε ένα τριμμένο νάυλον αθλητικό πανωφόρι με φερμουάρ, μια μαύρη φούστα και μια φτηνιάρα τσάντα πάνω στα πόδια της. Δίπλα της καθόταν ένα ψαρομάλλης άντρας με σκαμμένο πρόσωπο: «Είχε το αφύσικα πρησμένο χέρι της σκληρής χειρωνακτικής εργασίας πάνω στην παλάμη της θλιμμένης γυναίκας, που την είχε εγκαταλείψει στο γόνατό του και τη χάιδευε σιωπηλά, με άφατη τρυφερότητα, κινώντας ανεπαίσθητα τον αντίχειρά του πάνω στην αργασμένη της επιφάνεια. Κάποια στιγμή σήκωσε απαλά, μυσταγωγικά θα ’λεγε κανείς, την κοκκινισμένη της παλάμη και την έφερε στα χείλη. Τη φίλησε αθόρυβα κλείνοντας τα μάτια. Τότε διαπίστωσα έκπληκτος πως απ’ το χέρι του γέρου έλειπαν δύο σχεδόν δάχτυλα. (…) Έστρεψα απότομα τα μάτια μου καταπάνω του, σαν να με είχε τινάξει ηλεκτρικό ρεύμα, κι αντίκρισα το αγεροδαρμένο του βλέμμα που στράφηκε κι εκείνο ασυναίσθητα προς εμένα. Δεν διάβασα πόνο, αλλά την αφομοιωμένη οδύνη, την πίκρα του ανθρώπου που είχε από νωρίς παρτίδες με τον όλεθρο, την απώλεια, τον θάνατο. «Είναι μακριά ο παράδεισος, θείε;», επανέλαβε όλο απορία ο ανιψιός μέσα στο κεφάλι μου. «Θα μπορούσε να πάει και η γάτα μας;»
«Το ξόδι», η προτελευταία ιστορία της συλλογής, αφορά ένα χωρισμένο με παιδί ζευγάρι και κάπου εκεί μπλέκεται και η ιστορία με το πηγάδι του κυρ-Παναγιώτη. Και πάλι, η ανέφικτη ευτυχία, που όσο κι αν προσπαθούν, δεν μπορούν να βιώσουν τα σημερινά ζευγάρια και –σε αντίθεση- η σχέση ενός νησιώτη με τη γυναίκα του. Η Αλεξάνδρα, μια αυτόνομη και χειριστική γυναίκα, και ο αφηγητής που δεν τολμά να σηκώσει κεφάλι στο μυδραλιοβόλο στόμα της γυναίκας του, κατά την οποία όλες οι σχέσεις είναι καταδικασμένες συναλλαγές. Παρακάτω ο κυρ-Παναγιώτης αποχαιρετά τη γυναίκα του: «Φεύγει…» μου είπε, μορφάζοντας πονεμένα. «Φεύγει, σε λίγο δεν θα είναι πια εδώ». (…) Αισθάνθηκα το ερευνητικό του βλέμμα να αδειάζει γρήγορα και να γίνεται γυάλινο, το αισθάνθηκα να με διαπερνά και να καλπάζει ήδη αλαφιασμένο στην απέναντι πλαγιά στοχεύοντας τα σύννεφα. Έφερε αμίλητος τις ενωμένες παλάμες στο μικρό του στέρνο σαν να πάσχιζε να την κρατήσει στην αγκαλιά του. «Τη σκιά της μονάχα», ψιθύρισε, «τη σκιά της μονάχα να είχα και τι στον κόσμο. Τη σκιά της μονάχα», επανέλαβε μέσα σε λυγμούς, «για να μπορώ να ζω».
Ο Γιανναράς, τελικά, φλερτάροντας περισσότερο με τους τρόπους και το ύφος της ποίησης και λιγότερο με το μυθιστόρημα, υπηρετεί με απόλυτη συνέπεια την τέχνη του διηγήματος, αυτού του αναγνωστικού μονοπατιού, που όπως ομολογεί και ο ίδιος «δεν έχει τέλος· ίσως γιατί η μικρή φόρμα δεν αντιμετώπισε ποτέ ουσιαστικό πρόβλημα αυτοσυνειδησίας».

Διάβασα το βιβλίο συντροφιά με τη μουσική του Louis Thomas Hardin  (Moondog):


Δεν υπάρχουν σχόλια: