Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Νικήτας Παρίσης, Όλα τα τρώει η σκουριά (“σύμμετρο μυθιστόρημα”, εκδ. Momentum, Αθήνα 2014, σελ. 115)




Ένα από τα πλέον δημοφιλή ερωτήματα που συχνά θέτουν στους συγγραφείς είναι «γιατί γράφετε;» Ο Αιμίλιος, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου (η persona του συγγραφέα) απαντά χωρίς περιστροφές: αν «η σιωπή είναι η αρχή της ήττας», γράφουμε για να σπάσουμε τη σιωπή, γιατί η σιωπή είναι λίβανος και σμύρνα προς τους κρατούντες. Αναρωτιέται ο Αιμίλιος: «Κι αυτές οι γραφές, οι μικροαφηγήσεις και όλα τα άλλα, αυτά που κάθε μέρα, τα περνάει στο χαρτί, τι να ’ναι άραγε… Τίποτα δεν είναι! Μικρά σημάδια της ζωής μου. Οι δρόμοι που περπάτησα. Τα πρόσωπα που δέθηκα μαζί τους. Η Εταιρεία, που λίγο λίγο μ’ έσκαβε, μου ’τρωγε τα σωθικά, χωρίς να το καταλαβαίνω. Είναι και τα άλλα, αυτά που πέφτουν πάνω σ’ όλους τους ανθρώπους. Πόλεμοι και κατατρεγμοί και όρθια γουρούνια που στήνουν τον άλλο στα τρία μέτρα και σε δευτερόλεπτα τον πάνε απ’ το φως στο μαύρο σκοτάδι. Εκεί τον βυθίζουν για πάντα».

Πρόκειται για ένα κείμενο στοχαστικό αλλά και απολογητικό· ρεαλιστικό αλλά και λυρικό· νηφάλιο αλλά και σπαρακτικό. Ισορροπεί θαυμάσια και μοναδικά, γεωμετρικά γεωδαιτημένο, θα έλεγα. Ο εξομολογητικός απόλογος ενός ανθρώπου (του Αιμίλιου) αδιάφθορου και ακριβοδίκαιου, που πλήρωσε το τίμημα της αλήθειας: Περιβάλλεσθε από μετριότητες, έχετε αποθεώσει το ασήμαντο. (...) Την άλλη μέρα τον ειδοποίησαν να περάσει από το λογιστήριο. (...) Στα δυο του παιιδά είπε μόνο μια φράση: Η αλήθεια είναι ασήκωτο βάρος. Τίποτ' άλλο.

Ο ήρωας, ο Αιμίλιος (λατινικό όνομα, που σημαίνει "ανταγωνιστής" -ο ήρωας διαρκώς αναμετράται με τις αρχές και τις αντοχές του), γεννημένος το 1938 σε ένα νησί (που δεν κατονομάζεται), ζει την εκτέλεση του πατέρα του τον Αύγουστο του ’44, σπουδάζει στα τέλη του ’50 Οικονομικά και τον Ιούλιο του ’65 προσλαμβάνεται σε αμερικανική Εταιρεία. Τακτοποιείται οικονομικά, παντρεύεται τη Νατάσα και όχι την πρώτη του αγαπημένη, την Ελένη (ο «Ουρανός» μου, όπως την αποκαλεί), κάνει δύο παιδιά (τη Μάγδα και τον Πέτρο). Στην πορεία αρχίζουν οι στερήσεις, οι απώλειες: χάνει από καρκίνο τη γυναίκα του, χάνει ύστερα από τριάντα χρόνια τη δουλειά του και τις σταθερές του. Κλυδωνίζεται. Καταφυγή του, η δημιουργία, το πάθος της γραφής που λειτουργεί λυτρωτικά μέχρι το «γλυκό τέλος».

Το σύμμετρο αυτό μυθιστόρημα αποτελείται από εισαγωγή (τρεις αφηγήσεις), έναν επίλογο (μία αφήγηση), δέκα μικροαφηγήματα, εννέα κύριες ιστορίες και τρεις εμβόλιμες, όλα αυτά αναπτυγμένα μόλις σε 107 σελίδες. Ο Παρίσης δημιουργεί ένα σύμπαν στέρεο, απολύτως ρεαλιστικό αλλά και βιωματικό. Διαλέγει κάθε φορά από την πλούσια συγγραφική του σκευή τις τεχνικές εκείνες που μπορούν να υπηρετήσουν καλύτερα τις προθέσεις του. Το βιβλίο ακολουθεί καταρχήν την τεχνική του πολυδιασπασμένου θέματος και των εμβόλιμων μικροαφηγήσεων, όπου το ατομικό τέμνεται με το συλλογικό.

Χρονικά η ιστορία ξεκινά από τον θάνατο του Αιμίλιου (του ήρωα-συγγγραφέα, συνταξιούχου οικονομικού συμβούλου σε αμερικανική Εταιρεία), για να κλείσει κυκλικά με το ίδιο γεγονός. Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται ψηφίδες μνημονικών ανακλήσεων από το 1938 μέχρι την εποχή της κρίσης που βιώνουμε. Η Κατοχή, η Αντίσταση, ο Εμφύλιος, τα «αμίλητα χρόνια» του ’50 με τα γεγονότα της εκτέλεσης του Μπελογιάννη και της Κύπρου, τα Ιουλιανά το '65, η Δικτατορία του ’67, ο Φλεβάρης του ’73 στη Νομική, το Πολυτεχνείο, η Μεταπολίτευση, το Χρηματιστήριο –μείζονα ιστορικά γεγονότα που κλυδωνίζουν τον ήρωα αλλά και το περιβάλλον του, τον επιστήθιο φίλο του Μάριο, την Ελένη, τον Δημήτρη και άλλα πρόσωπα.

Παράλληλα, ο Παρίσης αξιοποιεί αρκετά τη θεατρικότητα αλλά και τη διακειμενικότητα συνομιλώντας με τον Σεφέρη, τον Τσέχωφ, τον Αισχύλο και άλλους, προκειμένου να ψυχογραφήσει δυναμικά τους ήρωές του.

Ο Παρίσης, ύστερα από δύο συλλογές διηγημάτων («Τα κόκκινα στραγάλια, Μεταίχμιο 2008 και «Θα ’ναι νύχτα και Αύγουστος, Δόμος 2010), άνθρωπος με ευρεία παιδεία, ανέσωστο πάθος για τη γλώσσα και εκλεπτυσμένες αισθήσεις, που η γλώσσα και η ματιά του έχουν εμπλουτιστεί και ακονιστεί σε πλούσια λογοτεχνικά και όχι μόνο κοιτάσματα, χτίζει σε πραγματολογική βάση ένα σύντομο πολυεπίπεδο κείμενο (μεγάλου, όμως,  αφηγηματικού πλάτους) ακριβώς όπως εκείνο το ιστορικό κτήριο στο Ναύπλιο: με μαστοριά, απλότητα και ομορφιά που δε φωνάζει. Μην ξεχνάμε πως τα βιβλία -όπως χαρακτηριστικά πιστεύει ο ήρωας- «είναι ο καθρέφτης μας … εμείς φαινόμαστε μέσα τους» είτε ως συγγραφείς είτε ως αναγνώστες, δηλ. ως συν-δημιουργοί τους.

Το βασικό θέμα του βιβλίου είναι ο Χρόνος, «η σκουριά του χρόνου που κάθεται στις κλειδώσεις και ύστερα όλα τρίζουν, έτοιμα να ραγίσουν… ο αγώνας ενάντια στη σκουριά», και άξονες-νήματα που συνέχουν τις επιμέρους ιστορίες-θραύσματα ενός βίου ατομικού και συλλογικού:
- ο φόβος και οι δονήσεις που τα γεγονότα προκαλούν μέσα μας·
- οι ματαιώσεις·
- το πείσμα να σταθεί όρθιος ο άνθρωπος που πέφτει·
- η μνήμη που είναι ευλογία και κατάρα («φωνάζει το αίμα»)·
- το ψυχικό τσαλάκωμα που προκαλεί η απόλυση·
- το κόστος της αλήθειας·
- οι πικροί συμβιβασμοί που γίνονται ανεπαισθήτως·
- το βάρος των επιλογών της ζωής…
Και στον Αιμίλιο άρεσε αυτό το ταξίδι στα παλιά. Αρρώστια, έλεγε, είναι. Να σε πονάνε εκείνα τα ασήκωτα χρόνια, κι εσύ εκεί, να τα ξύνεις, όπως τις παλιές πληγές και να νιώθεις μέσα σου γλυκό, σχεδόν ηδονικό, τον πόνο.

«Άραγε το άρωμα των βιβλίων ξεθυμαίνει με την πρώτη ανάγνωση;»
Το «σύμμετρο μυθιστόρημα» του Νικήτα Παρίση είναι σίγουρα ένα βιβλίο που δεν θα το φάει η σκουριά του χρόνου, ένα απόσταγμα σοφίας και ανθρωπιάς. Ο χρόνος, ο πανδαμάτωρ, χαρίζει πρόσθετη αξία στα καλά βιβλία, στη λογοτεχνία εκείνη που αποτελεί παυσίλυπο και αγιασμένη σταγόνα για τις πληγές και τα μεράκια μας, για τα όνειρα που ναυάγησαν, για τις αδικαίωτες ελπίδες μας. Και αν αναρωτηθεί κάποιος καλοπροαίρετα, αφού υπάρχει η επίσημη Ιστοριογραφία, τι μας χρειάζεται η λογοτεχνία, ο Αιμίλιος έχει άλλη άποψη: «Αυτός ο φόβος σημαδεύει τον άνθρωπο, του αλλάζει περπατησιά, τον σφραγίζει, τον κάνει σπαστικό με περίεργες συμπεριφορές. Αυτό μετριέται; Μπορείς να το υπολογίσεις; Έχει η ιστορία τα εργαλεία να μετρήσει το φόβο στις ψυχές των ανθρώπων; Μπορεί να μετρήσει τις ζαρωμένες νύχτες που ζούνε οι άνθρωποι;»

[κάντε κλικ για μεγέθυνση]


Διάβασα το βιβλίο συντροφιά με τις "Μπαλάντες" του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: