Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Στον @Contrabbando (Πάνο Οικονόμου)






Πέθανε από έρωτα
…μονάχα όταν τα χέρια μου σε χάνουν,
η πονεμένη φαντασία μου σε κερδίζει.

(Ντ. Χριστιανόπουλος)
Βγήκε έξω να κάνει ένα τσιγάρο. Δεν τον χώραγε ο τόπος. Χέστηκε για τις συμβουλές του γιατρού. Είχε ώρα μπροστά του.

Έσκυψε με δυσκολία και άφησε τα κλειδιά του σπιτιού κάτω απ’ το χαλάκι της εξώπορτας μαζί μ’ ένα γράμμα. Μετά τα βήματά του τον έφεραν στον κουρέα της γειτονιάς. Άντε και γαμπρός, κύριε Αρτέμη, του ευχήθηκε ο κουρέας και αμέσως δαγκώθηκε.
Το ’χε πάρει απόφαση. Όταν έχασε τη δουλειά του, δεν τον πείραξε. Ούτε σκοτίστηκε που η σύνταξη δεν φτούραγε για ολόκληρο τον μήνα. Ούτε έσκασε όταν του κλέψανε το σπίτι. Ούτε τα ’βαψε μαύρα άμα χάλασε για πάντα η υγεία του. Απεδόθη κι αυτό, έλεγε φιλοσοφώντας κάθε φορά, έτσι για να παρηγοριέται. Μετά… έμεινε μισός. Απεδόθη κι αυτή. Μαγκούφη και ιδιότροπο, τον έλεγαν. Περισσότερο τον πείραξε που δεν τήρησε την υπόσχεσή του.
Δεν κοίταξε πίσω του.

Ο περίπατος στο βουνό τον αναζωογόνησε. Αποκαμωμένος άραξε σ’ ένα παγκάκι. Η μέρα ζεστή. Ανοιξιάτικη. Άπληστο το φως πότιζε το κορμί του. Έκλεισε γαληνεμένος τα μάτια και σε μια στιγμή, ασυναίσθητα, άπλωσε το χέρι. Αφυπνίστηκε από ένα ελαφρύ τσίμπημα. Ένα άλικο τριαντάφυλλο με χυμώδη ροδοπέταλα. Το ’ξερε! Μια ζωή αυτό ήταν το σύνθημά τους. Αναθάρρεψε. Λύθηκε η γλώσσα του. Μίλησαν για τα παλιά, τα χιλιοειπωμένα, τα δικά τους. Αυτή τη φορά με κάποιες παραλλαγές. Είπαν να τα ιστορήσουν κάπως αόριστα, λες και όλα τούτα συνέβησαν σε ξένους.
Κουβέντα στη κουβέντα, κάπνισαν ολόκληρο το πακέτο. Μια κ’ έξω.
Στο τέλος τη ρώτησε για το καινούργιο σπίτι, αν είναι στενάχωρο, αν έχει υγρασία, αν χρειάζεται μερεμέτια. Τα γνωστά. Τα χέρια του έπιαναν.
Όλα καλά, του είπε. Μην σκοτίζεσαι! Μόνο… αυτές οι αϋπνίες.
Χαμογέλασε. Και μένα, της είπε, ύπνος δεν μου κολλάει.
Να ειδοποιήσεις το παιδί, τον συμβούλεψε εκείνη. Θα ανησυχήσει όσο να ’ναι...
Κούνησε συγκαταβατικά την κεφαλή του.
Πού ακούστηκε! του είπε. Η νύφη να κλέβει τον γαμπρό…
Γέλασαν με την ψυχή τους.
Σε καλό μας! του έκανε στο τέλος.

Λέγανε ιστορίες, μέχρι που έσκασε μύτη το φεγγάρι πάνω απ’ τον Υμηττό.
Έβαλε ψύχρα κι αυτή δεν είχε πάρει ούτε μια ζακέτα μαζί της. Ένιωσε την σάρκινη ανάσα της στην πληγή του, ένιωσε το τρέμουλο του ποδιού της στο δικό του. Ένα χέρι πάνω στον ώμο του.
Διψώ! του είπε.
Έβγαλε απ’ τη μέσα τσέπη του σακακιού του ένα φλασκί. Ήπιαν μια γουλιά κρασί και με το υπόλοιπο ράντισε το χώμα.
Τη νανούρισε μ’ έναν -  αγαπημένο απ’ τα παλιά - σκοπό στη φυσαρμόνικα. Ήταν το παρασύνθημα – μαρς για ύπνο - που μόνον οι δυο τους γνώριζαν.
Τον έκλεισε στην αγκαλιά της, έγειραν στο πλάι σαν τα βρέφη στην κούνια τους, και αποκοιμήθηκαν.
(Δ.Χ.)




1 σχόλιο:

casper85 είπε...

ήταν υπέροχος άνθρωπος...