Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Παραδοσιακή Ποίηση


"Η καταστροφή των Ψαρών"

Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη
περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη
μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλικάρια
καὶ στὴν κόμη στεφάνι φορεῖ
γεναμένο ἀπό λίγα χορτάρια
ποὺ εἶχαν μείνει στὴν ἔρημη γῆ.

Το έξοχο αυτό επίγραμμα[1] του Διονύσιου Σολωμού είναι κατάλληλο για να παρουσιαστούν κωδικοποιημένα τα βασικά γνωρίσματα της Παραδοσιακής Ποίησης. Ο Σολωμός το έγραψε το 1825, τον επόμενο χρόνο από την καταστροφή των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824). Θέμα του ποιήματος είναι η εξύμνηση των ηρώων που έπεσαν στα Ψαρά, και το περιεχόμενό του είναι υμνητικό και ηρωικό.
  •  Το ποίημα ξεκινά από μια «ιδέα» που γίνεται «μύθος ή ιστορία», κατοχυρώνεται από ένα «λεξιλόγιο» και χρωματίζεται από ένα «μουσικό τόνο».
  • Είναι εξάστιχο. (Γενικά στην παραδοσιακή ποίηση το ποίημα οργανώνεται σε στροφές με σταθερό αριθμό στίχωνž εδώ, επειδή είναι επίγραμμα, υπάρχει αναγκαστικά μόνο μία στροφή).
  • Το μέτρο είναι αναπαιστικό (υυ_)ž δηλ. το κάθε μετρικό πόδι αποτελείται από δύο άτονες και μια τονισμένη συλλαβή.
  • Το μέτρο δημιουργεί σταθερό ρυθμό στίχων: η επιλογή αυτού του μέτρου δεν είναι τυχαία. Μέσα στο τοπίο θανάτου, ο βαρύς, σοβαρός και συλλογισμένος βηματισμός της Δόξας «ακούγεται» ως ήχος - μέσα στην απόλυτη, νεκρική σιγή – συντονισμένος στο ρυθμό των αναπαιστικών στίχων. Κάθε αναπαιστικός στίχος παράγει τρεις τόνους-ήχους, που μοιάζουν να αισθητοποιούν τον ήχο από το βηματισμό της Δόξας στο νεκρό και σιωπηλό τοπίο.
  • Κάθε στίχος αποτελείται αυστηρά από 10 συλλαβές (εκτός από τον 4ο και τον 6ο που έχουν εννέα συλλαβές). Ο 1ος, ο 2ος, ο 3ος και ο 5ος είναι παροξύτονοι, ενώ ο 4ος και ο 6ος οξύτονοι.
  • Η ομοιοκαταληξία είναι εύηχη και μεικτή: οι δύο πρώτοι στίχοι ομοιοκαταληκτούν ζευγαρωτά, ενώ οι άλλοι τέσσερις έχουν πλεχτή ομοιοκαταληξία (αβαβ)ž ο πρώτος ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον τέταρτο.
  • Από άποψη στιχουργική, το ποίημα είναι εξαιρετικής τεχνικής, χωρίς καμιά χασμωδία και χωρίς εκθλίψεις για την αποφυγή της, ενώ απαντώνται και δύο συνιζήσεις (γεναμένο από, που είχαν).
  • Το λεξιλόγιο είναι προσεγμένο και «ποιητικό»ž δεν υπάρχουν, βέβαια, βαρύγδουπες λέξεις: «μελετά», «λαμπρά», «κόμη» (η χρήση της αρχαιοελληνικής αυτής λέξης αντί για τις καθημερινές μαλλιά ή κεφάλι προσδίδει στο «στεφάνι» - σημείο νίκης και δόξας – επισημότητα). Επίσης, είναι αξιοπρόσεκτος ο συνδυασμός ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων.
  • Οι λέξεις διατηρούν την κανονικότητα του νοήματός τους: ράχη, χορτάρια, μελετά
  • Ο λόγος είναι πυκνός νοημάτων: κάθε λέξη έχει ξεχωριστή βαρύτητα και καμιά δεν είναι περιττή. Για παράδειγμα στον πρώτο στίχο, με το επίθετο «ολόμαυρη» πυκνώνεται το γεγονός της καταστροφής των Ψαρώνž δηλ. μονολεκτικά ο λόγος αποκτά μέγιστη νοηματική πυκνότητα, καθώς αποσιωπούνται όλα τα άλλα στοιχεία της ολικής ερήμωσης.
  • Πιστή τήρηση των γραμματικών και συντακτικών κανόνων (υπερβατά δεν υπάρχουν ούτε άλλες συντακτικές ανατροπές).
  • Οι εικόνες έχουν συγκεκριμένο περίγραμμα: ολόμαυρη ράχη (γη γεμάτη αποκαΐδια), λίγα χορτάρια, έρημη γη.
  • Οι μεταφορές δεν εκπλήσσουν και δεν είναι απροσδόκητες. Τα λαμπρά παλικάρια δηλώνουν την εξαιρετική γενναιότητα (παλικαριά), εφόσον οι ηρωικοί νεκροί είναι αθάνατοι.
  • Η προσωποποίηση (εμψύχωση) της αφηρημένης έννοιας Δόξα δείχνει ότι ο θάνατος δεν είναι ολοκληρωτικός και ότι τα ιδανικά και οι αξίες παραμένουν.
  • Ο τίτλος είναι δηλωτικός του περιεχομένου.
  • Το ποιητικό θέμα είναι εμφανές και εντοπίζεται εύκολα: η εξύμνηση των ηρώων που έπεσαν στα Ψαρά.
  • Η ανάπτυξη του θέματος είναι λογική και η νοηματική αλληλουχία ακολουθεί, επίσης, λογική πορεία: για παράδειγμα, η εικόνα της καταστροφής μάς δίνεται μέσα από την περιγραφή και την απεικόνιση της προσωποποιημένης Δόξας. Η απεικόνιση αυτή κλιμακώνεται σε τρία διαδοχικά στάδια:
  • α. ως οδοιπορία-περιδιάβαση στο έρημο τοπίο («Περπατώντας η Δόξα μονάχη»)ž
    β. ως ψυχική στάση και διάθεση («Μελετά τα λαμπρά παλικάρια»)ž
    γ. ως εξωτερική παρουσίαση («Και στην κόμη στεφάνι φορεί»).
Ο Νικόλαος Γύζης και η δική του «Δόξα των Ψαρών»

Ο Νικόλαος Γύζης ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αι. της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Διακρίθηκε σε όλα τα χρόνια των σπουδών του και πήρε τα πρώτα βραβεία στην ξυλογραφία, τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αι.
Όπως ο Σολωμός εμπνεύστηκε το επίγραμμα από το γνωστό ιστορικό γεγονός, έτσι και ο Ν. Γύζης εμπνεύστηκε το σχετικό πίνακα από το ποίημα του Σολωμού.
Είναι γνωστό ότι, όταν το 1897 η εκστρατεία της Ελλάδας κατά της Τουρκίας απέτυχε, ο Νικόλαος Γύζης πληγώθηκε για την τύχη της πατρίδας του. Ως μετανάστης της σύγχρονης Ελλάδας, ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος στα εθνικά θέματα, πληγώνεται στον πατριωτισμό του, θλίβεται και ξεσπά σε μία πλημμυρίδα αγάπης για την Ελλάδα, αλλά και ταυτοχρόνως σε μία οργή προς τις μεγάλες και ισχυρές δυνάμεις της Ευρώπης. Λίγο νωρίτερα η βαυαρική κυβέρνηση τού είχε αναθέσει να φιλοτεχνήσει έναν πίνακα με θέμα «τον θρίαμβο της Βαυαρίας» για ένα βιομηχανικό μουσείο στη Νυρεμβέργη. Ο Γύζης εκτέλεσε την παραγγελία, φέρεται όμως να είπε ότι «εγώ θα ήθελα να κάνω τον θρίαμβο της Ελλάδος, όχι της Βαυαρίας». Με το προηγούμενο της εκστρατείας του 1897, ο Γύζης αποφάσισε να φτιάξει πράγματι έναν δοξαστικό πίνακα για την Ελλάδα και εμπνεύστηκε από την περίφημη στροφή του Διονυσίου Σολωμού που ξεκινά «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη / περπατώντας η Δόξα μονάχη».  Σε ένα από τα ταξίδια που έκανε στην Ελλάδα από το Μόναχο τη σημείωσε αυτή τη στροφή στο σημειωματάριό του και φαίνεται ότι μετά πήγε στο Μόναχο και φιλοτέχνησε τον πίνακα. Με το έργο του αυτό, ο Γύζης συμπορεύεται με τον Σολωμό. Είναι και οι δυο τους εκφραστές του ιδεώδους της αθάνατης δόξας, που – δυστυχώς - είναι το τίμημα ελαχίστων, διότι λίγοι είναι αυτοί που μπορούν να την εννοήσουν και να την εκτιμήσουν.
Το έργο αυτό εντάσσεται στο σύνολο των θεμάτων που έχει εκτελέσει ο Γύζης, και τα οποία είχαν αποκλειστικές αναφορές στην μυθολογία, στην παράδοση, στην ηθογραφία και στα τελευταία γεγονότα της ιστορίας της πατρίδος του, της Ελλάδος. Η Δόξα των Ψαρών, σαν θεματική επεξεργασία και ανάπτυξη αλλά και ως παρουσίαση της σύλληψής της, διακρίνεται από τις προηγούμενες δημιουργίες του, κυρίως για το υψηλό φρόνημα που ενσαρκώνει, για τον ιδεαλισμό της, για την αρχαΐζουσα λιτότητα, αλλά και για την υπέρμετρη αγάπη με την οποία ζωγραφίστηκε.
Ως θέμα πρέπει να τον είχε απασχολήσει πολύ νωρίς, όμως πάντα το ανέβαλε, πιθανόν να επιθυμούσε να βρει την κατάλληλη στιγμή της έμπνευσής του. Όπως αναφέρει ο Montanton: Ο Γύζης είχε αντιγράψει στο τετράδιο των σχεδίων του στίχους από διάφορα δημοτικά τραγούδια, όπως και το σχετικό ποίημα του Διονυσίου Σολωμού, προκειμένου να το μεταφέρει σε δεδομένη στιγμή σε ζωγραφικές απεικονίσεις. Ένα μικρό και γρήγορο σκίτσο της «Δόξας», που μάλλον προέρχεται από αυτές τις σημειώσεις του, που έγιναν από το τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1895, έχει επισημανθεί σε ιδιωτική συλλογή, όπου στην πίσω πλευρά του χαρτιού είναι γραμμένο με το ίδιο του το χέρι το ποίημα του Δ. Σολωμού.
Η Δόξα παριστάνεται με προφίλ και έρχεται από το βάθος και λίγο από τα δεξιά, σχεδόν μετωπικά προς τον θεατή, και μοιάζει να προσγειώνεται μόλις αυτή τη στιγμή, πίσω της, μία δέσμη φωτός, στα δεξιά και μία αχνή ακτίνα αριστερά, σημάδια μιας συμβολικής ανατολής, αιχμαλωτίζουν το βλέμμα του θεατή πάνω από τον αριστερό ώμο της Δόξας, που περπατά μονάχη στην ολόμαυρη ράχη των Ψαρών. Συμβολίζεται από μία αιθέρια μορφή αγέρωχη με αρχαγγελική παρουσία «που προχωρεί με βήμα σταθερό και απαλό», αυστηρή, μοναχή, με περισυλλογή. Φαντάζει σαν κούρος που αναστήθηκε από την ολόμαυρη ράχη των Ψαρών, για να καταγράψει -όπως ο ίδιος αναφέρει- την ηρωισμό και τη θυσία.
Είναι μία γόνιμη στιγμή της δημιουργίας του, που με περίσσια ιδιοφυΐα στήνει το σκηνικό της παράστασής του. Το σύνολο κυριαρχείται από την πρωτόγνωρη γυναικεία μορφή της «Δόξας», με το αυστηρό ύφος, με καρφωμένο το βλοσυρό βλέμμα στη δέλτο, φτερωτή σαν «Νίκη», περιτρέχει τις ράχες και τις βουνοκορφές, να απαθανατίσει με τη γραφίδα της τα ονόματα των λαμπρών παλικαριών. Στο διάβα της τρέμει η γη και ανεμίζουν τα μακριά αραχνοΰφαντα και αρχαιοπρεπή πέπλα της σαν φτερά γρηγορόφτερου αγγέλου στον αιγαιοπελαγίτικο αέρα, με το δεξί χέρι υψωμένο σαν σε προσταγή, δείχνει με τον δείκτη της τον στέφανο της κεφαλής, σύμβολο αρχέγονο της θυσίας, έπαθλο των αγωνιστών και των ηρώων, το τίμημα της ελευθερίας και της αθάνατης δόξας. Γύρω της το ξερό τοπίο, το χώμα κείτεται στα πόδια της μαύρο και σκοτεινό , ενώ κόκκινες ανταύγειες αίματος σημαδεύουν τα χαμένα νιάτα των γενναίων. Ο ανταριασμένος ουρανός με τις φωτεινές του ώχρες δημιουργεί ένα υποβλητικό, τρομακτικό, αποκαλυπτικό σκηνικό, που σοκάρει τον θεατή, τον φοβίζει.
Ο Γύζης με θάρρος και παρρησία υπερασπίζεται την ελευθερία του καλλιτέχνη και την ιδιαιτερότητα της τέχνης του. Ο ποιητής εμπνέει τον καλλιτέχνη, αλλά όταν ο καλλιτέχνης είναι ποιητής, επιτρέπεται σ’ αυτόν να διερευνήσει νέους δρόμους για να μιλήσει, είναι το αδιαφιλονίκητο δικαίωμα κάθε καλλιτέχνη για την ελεύθερη ερμηνεία και απόδοση κάθε ποιητικής αλήθειας. Ο καλλιτέχνης μ’ αυτήν του τη προσπάθεια, να ενσαρκώσει μία ιδέα που είναι η Δόξα, αφαιρεί από την φαινομενική παράσταση κάθε ρεαλισμό, για να την αναγάγει σ’ ένα διαχρονικό συμβολισμό, πέρα από τα καθιερωμένα πλαίσια. Γι’ αυτό και η Δόξα του δεν περιορίζεται μόνο στα ελληνικά γεωγραφικά πλαίσια, ούτε στο οροθέσια ενός συγκεκριμένου συμβάντος, το γεγονός είναι η αφορμή, η αιτία, το μήνυμα της δόξας οικουμενικό χωρίς χωροθετικούς περιορισμούς. Βέβαιο είναι ότι ο Γύζης μέσα από αυτή την έννοια επιδιώκει να αναπτερώσει την ιδέα της αναγεννώμενης Ελλάδας, απέναντι στην ταπεινωτική για την πατρίδα του ήττα, τη σύρραξη του πολέμου του 1897.

Περισσότερο υλικό στο βιβλίο μας:




[1] Τα επιγράμματα είναι ολιγόστιχα ποιήματα που τα χαρακτηρίζει η απλότητα, η νοηματική πυκνότητα και μια θαυμαστή φραστική οικονομία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: