Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

[Πήρε να χειμωνιάζει…]

Πήρε να χειμωνιάζει. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει. Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο. που έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις. ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια ένα πιο στερεό έδαφος για να πατήσει το πόδι μου – παραλίγο να πω ή ψυχή μου.
Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο απλώς σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού πάνω στην ύλη.
Θέλω να πιστεύω - και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση – ότι, όπως και να το εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ κι εκεί, από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια. Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμα σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες.
Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο του ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω.
Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ‘χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν’ ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι, να μην ανήκω πουθενά.
Οδυσσέας Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, εκδ. Ίκαρος 1990
Θέματα:
Α. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου (100 λέξεις).

Β1. Να σχολιάσετε σε μια παράγραφο 70-80 λέξεων το περιεχόμενο του παρακάτω αποσπάσματος:
« … ένα τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο απλώς σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού πάνω στην ύλη».
Β2. α) Βασικό χαρακτηριστικό του στοχαστικού δοκιμίου είναι ο εικονοπλαστικός λόγος. Να καταγράψετε δύο σχετικά παραδείγματα από το κείμενο που σας δόθηκε.
β) Υποστηρίζεται ότι μερικές φορές το δοκίμιο παρουσιάζει κοινά στοιχεία με μια επιστολή. Να καταγράψετε τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα από το δοκίμιο που διαβάσατε, που συναντώνται και σε μια επιστολή.
Β3. Να γράψετε από ένα συνώνυμο για τους παρακάτω όρους: προσήλωση, αντοχή, αφανίσαμε, κατάλοιπα, γραφικότητα.
Β4. Από το β’ συνθετικό των παρακάτω λέξεων να γράψετε μια καινούρια σύνθετη λέξη:
άχρηστη, πολυαιώνια, ορθογραφία, μικροαστό, νοσταλγώ.

Γ. Στα πλαίσια μιας πολιτιστικής εκδήλωσης που διοργανώνει ο Δήμος της περιοχής σας, γράφετε ένα άρθρο ως εκπρόσωπος των συμμαθητών σας, με θέμα τον τόπο μας ως πολιτισμό. Στο δημοσίευμά σας επισημαίνετε τον τρόπο με τον οποίον αντιμετώπιζαν τον τόπο τους, αφενός, οι παλαιοί και, αφετέρου, οι σύγχρονοι άνθρωποι.

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Α. Ο Ελύτης καταγράφοντας προσωπικά βιώματα εξετάζει το χαρακτήρα του ελληνικού τοπίου. Αγναντεύοντας το πέλαγος, στοχάζεται το στενό δεσμό του με τα στοιχεία αυτού του τόπου, ο οποίος αποτελεί την αντανάκλαση του λαού πάνω στην ύλη. Παραδέχεται πως ο ελληνικός λαός, αν και αγράμματος, διαμόρφωσε, εκατέρωθεν του Αιγαίου, αυστηρούς κανόνες στο χώρο διαμονής του, τους οποίους διαφύλαξε στις πιο αντίξοες συνθήκες. Ωστόσο, διαπιστώνει πως οι εγγράμματοι Νεοέλληνες δε σεβάστηκαν αυτή την παράδοση και μετέτρεψαν το λαό σε μικροαστό. Καταληκτικά, διευκρινίζει πως η στάση του δεν προέρχεται από κάποια νοσταλγική διάθεση αλλά από τις υφιστάμενες παραφωνίες που του προκαλούν κρίση ταυτότητας. (99 λέξεις)

Β1. Ο κάθε τόπος – ως φυσικό, κοινωνικό και ανθρωπογενές περιβάλλον – δεν αποτελεί ένα τυχαίο άθροισμα στοιχείων, αλλά ένα σύστημα που βρίσκεται σε στενή συνάφεια με τον ίδιο τον άνθρωπο. αποτελεί, με άλλα λόγια, τον καθρέφτη της ψυχοσύνθεσής του. Στις αρχαϊκές κοινωνίες – μάλιστα – κυριαρχούσε ο ανιμισμός και οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι υπάρχει ένα πνευματικό βασίλειο το οποίο μοιράζονται με το σύμπαν. Στο βαθμό που η φύση διαμορφώνει το χαρακτήρα του ανθρώπου, στον ίδιο βαθμό αποτελεί μια όψη του ανθρώπου του ίδιου. Για παράδειγμα, ο βασικός νόμος της ελληνικής ψυχής αλλά και των φυσικών μεγεθών και των φυσικών δυνάμεων ήταν ανέκαθεν το μέτρο, που κάνει τα πάντα στην ελληνική φύση εποπτεύσιμα, αλλά αναδεικνύει και τη μεσότητα σε βασική αρετή της ηθικής του ανθρώπου. Ωστόσο, στην εποχή μας η απώλεια του μέτρου στη ζωή μας αντανακλάται και στην εκμεταλλευτική στάση μας απέναντι στο περιβάλλον, το οποίο σε τελική ανάλυση γίνεται το κάτοπτρο των υλιστικών αξιών μας.
Β2. α) παραδείγματα εικονοπλαστικού λόγου:
 «Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος».
 «… το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ κι εκεί, από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια».
β) κοινά σημεία με την επιστολή:
 εξομολογητική διάθεση: «Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει».
 χρήση α’ ενικού προσώπου: «Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα…»
 ελευθερία αυτοσχεδιασμού: οι σκέψεις του συγγραφέα ξεδιπλώνονται συνειρμικά – διαισθητικά, χωρίς να ακολουθούν κάποια λογική πορεία.
Β3. αφοσίωση, ανθεκτικότητα (υπομονή), καταστρέψαμε, απομεινάρια, ιδιορρυθμία.
Β4. εύχρηστη, αιωνόβιος, γραφομηχανή, αστικοποίηση, αναλγητικό.

Γ. Ενδεικτικές απαντήσεις:
Α’ Ζητούμενο:
 Οι παλαιοί αντιμετώπιζαν τον τόπο τους ως χώρο κοινωνικής δραστηριότητας και πολιτισμού. Αυτή η στάση τους καθόριζε και τη συμπεριφορά τους απέναντί του.
 Τον τόπο τους τον ήξεραν και του έδιναν ονόματα που ταίριαζαν στη μορφή και στην ιδιαιτερότητά του.
 Έδειχναν σεβασμό στο τοπίο και φρόντιζαν, ώστε οι παρεμβάσεις τους, οικιστικές και άλλες, να μην το αλλοιώνουν.
 Ο ίδιος ο τόπος, ανάλογα με τη μορφολογία του, υπαγόρευε πώς έπρεπε να χρησιμοποιηθεί.
 Δρόμοι, οικοδομήματα και ιερά ήταν οργανικά δεμένα με τον τόπο και λειτουργικά για την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών και της κοινωνικής ζωής.
 Τα σημεία όπου ο άνθρωπος παρενέβαινε ήταν καίρια, τα δημιουργήματά του καλαίσθητα και αρμονικά δεμένα με τον τόπο. Ενδιαφερόταν πολύ για τη θέα, που την ήθελαν απεριόριστη, φρόντιζαν τα δέντρα, που φιλοξενούσαν κάτω από τον ίσκιο τους τις συνάξεις των ανθρώπων και δρόσιζαν την ανάπαυλά τους.
 Δεν αλλοίωναν χωρίς λόγο το φυσικό περιβάλλον και δεν πετούσαν σ’ αυτό τα παλιά άχρηστα αντικείμενά τους.

Β’ Ζητούμενο:
 Οι σύγχρονοι άνθρωποι θεωρούν τον τόπο τους πεδίο δράσης και προϊόν προς εκμετάλλευση.
 Δίνουν την εντύπωση ότι τον παραβλέπουν, δεν τον προσέχουν, δεν ενδιαφέρονται να τον γνωρίσουν και περιφρονούν τις υποδείξεις για τη χρήση του, που ο ίδιος ο τόπος υπαγορεύει.
 Παρεμβαίνουν στο χώρο αυθαίρετα και αλαζονικά, προσπαθώντας να αντλήσουν από αυτόν όσο γίνεται περισσότερα οφέλη και κέρδος.
 Παραβιάζουν την αισθητική του τοπίου, περιφρονούν την παράδοση και καταστρέφουν τα απομεινάρια του πολιτισμού των προγενεστέρων.
 Αποτέλεσμα της στάσης του αυτής είναι η ασχήμια των σύγχρονων πόλεων, οι σκουπιδότοποι, η άναρχη δόμηση, η έλλειψη θέας και ο περιορισμένος ορίζοντας.
 Οικοδομούν με κριτήρια την ταχύτητα και το χαμηλό κόστος κατασκευής, δε χρησιμοποιούν τα υλικά που προσφέρει ο τόπος, με αποτέλεσμα να λείπει από τις κατασκευές η προσωπική σφραγίδα και το μεράκι του δημιουργού.
 Αυτή η στάση τους απέναντι στον τόπο καθρεφτίζει και τον πολιτισμό τους. Όπως από τον τόπο λείπει το τοπικό χρώμα και ο σεβασμός στην παράδοση, έτσι και η τοπική ιδιαιτερότητα του πολιτισμού επισκιάζεται από γενικά ετερόκλητα (εθνικά ή παγκοσμιοποιημένα) χαρακτηριστικά που προβάλλονται χωρίς να έχουν αφομοιωθεί.

Αντί επιλόγου: Οι παλαιοί ήταν οι ίδιοι δημιουργοί ενός πολιτισμού που σεβόταν τον άνθρωπο και τον τόπο και είχε έντονο τοπικό χαρακτήρα. Αντίθετα, ο πολιτισμός του σύγχρονου ανθρώπου, με τη διάχυση και επικράτηση παγκοσμίως διαφορετικής προέλευσης πολιτιστικών στοιχείων, έχει απολέσει τον τοπικό του χαρακτήρα, προτού αφομοιώσει τα ξένα στοιχεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: