Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

H Δεύτερη μεταπολεμική Γενιά ποιητών, όπως ανθολογείται στα ΚΝΛ της Γ' λυκείου

Η Β’ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ ΠΟΙΗΤΩΝ


Οι περισσότεροι ποιητές που ανήκουν στη Β’ μεταπολεμική γενιά γεννήθηκαν το διάστημα 1929 – 1940 και πραγματοποίησαν τις πρώιμες ποιητικές τους καταθέσεις από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, λοιπόν, σε μια εποχή που συνέβησαν γεγονότα με υπέρογκο ιστορικό, κοινωνικό αλλά και ατομικό (ψυχικό και πνευματικό) εκτόπισμα. Ποι-ητές οι οποίοι γύρω στα 1940 διανύουν την τρυφερή παιδική ηλικία τους και, ως το τέλος του Εμφυλίου, βρίσκονται στην ακόμα ευπαθέστερη περίοδο της εφηβείας, κατά την οποία τα γεγονότα και ο οδυνη-ρός απόηχός τους δεν επιδρούν και δεν εισπράττονται, πλέον, έμμεσα και παθητικά, αλλά άμεσα και τραυματικά.

Η γενιά αυτή συναντά την Α’ μεταπολεμική γενιά (όσοι ποιητές γεννήθηκαν ανάμεσα στα 1918 και στα 1928), αλλά δεν ταυτίζεται μαζί της. Μερικοί ποιητές της Β’ μεταπολεμικής γενιάς – ιδίως αυτοί, των οποίων η ποίηση διακατέχεται από μια ιδεολογικής και κοινωνικής υφής αγωνία – συνοδοιπορούν με τους προκατόχους τους, καθώς μοιράζονται μαζί τους, αν όχι τις ανεπούλωτες πληγές από έναν χαμένο αγώνα, τουλάχιστον τη βαριά ψυχική ατμόσφαιρα που άφησε πίσω της η ήττα. Όμως δεν κινη-τοποιούνται από τα ίδια οράματα. Εμφανίζονται τη στιγμή που το αντιστασιακό, αγωνιστικό ρίγος των λίγο μεγαλύτερων ομοτέχνων τους έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε αγωνία, ενίοτε υπαρξιακών δια-στάσεων, για την αντιμετώπιση του παρόντος, παράλληλα με την παγίωση της διαβρωτικής συνείδη-σης ότι ο θάνατος και η φθορά του ανθρώπου δεν αντισταθμίζονται με καμιά λυτρωτική μελλοντολο-γία. Ο πεσιμισμός, ο μηδενισμός, η διαβρωτική αίσθηση της διάψευσης, της προδοσίας και της ενοχής, που χαρακτηρίζουν την ποίηση κάποιων ποιητών της Α’ Μεταπολεμικής γενιάς βρίσκουν βαθύτατη απήχηση στις ψυχικές διαθέσεις των ποιητών της Β’ Μεταπολεμικής γενιάς, αφού εκφράζουν με από-λυτη σαφήνεια και επάρκεια την εικόνα του κόσμου, όπως σιωπηρά την έχουν μέσα τους δημιουργήσει.

Η χρονική περίοδος συνάντησης των δύο γενεών θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περίοδος «μετεμ-φυλιακού εμφυλίου». Γιατί, πράγματι, επρόκειτο για έναν άλλο εμφύλιο σπαραγμό, συνεχιζόμενο στα βαθύτερα στρώματα του κοινωνικού γίγνεσθαι, για έναν εμφύλιο, ο οποίος, μολονότι δε διεξάγεται χωρίς όπλα και χωρίς αιματηρά επεισόδια, καθόλου δε στερείται αιματηρών – και ίσως περισσότερο τραυματικών – συνεπειών, σε επίπεδο συνειδησιακό. Γεγονός, που, στην ποίηση, εκφράζεται με τη με-τάβαση από την κυρίαρχη απολογητική διάθεση σε μιαν επώδυνη κατάβαση προς τα μέσα, με προθέ-σεις σαφώς ενδοσκοπικές-αυτογνωσιακές και, βεβαίως, πάντα σε στενή συνάρτηση με τα κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά τεκταινόμενα της εποχής, αφού αυτά είναι, εντέλει, που, κυρίως, συνέβαλαν σ’ αυτήν την εσώστροφη αναδίπλωση.

Η παθητική βίωση των γεγονότων και η, ως ένα σημείο συνακόλουθη, άμεση ή έμμεση αναγωγή τους στο επίπεδο του μύθου, σε συνδυασμό με την εγγενή ή επιγενόμενη εσώστροφη διάθεση, φορτίζει τον ποιητικό τους συναισθηματικά και συγκινησιακά και συντελεί στη διαμόρφωση μιας γλώσσας αυ-τοβιογραφικής. Η ποίησή τους βρίθει από εικόνες και συνακόλουθα συναισθήματα μιας εποχής τα-ραγμένης και ενός περιβάλλοντος αν όχι εχθρικού, πάντως, οπωσδήποτε κάθε άλλο παρά ανταποκρι-νόμενου στα νεανικά τους οράματα: «Το πιστόλι θαμμένο/Στη ρίζα της κληματαριάς/το ράδιο κρυμμέ-νο/Στο πατάρι του σπιτιού/Κι ο πατέρας καθισμένος/Στο μιντέρι της κάμαρας/Να στρίβει τσιγάρο/Με κα-πνό της Ξάνθη (Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου).

Ο ρεαλισμός των ποιητών αυτών υπαγορεύεται, κατά κάποιο τρόπο, από την κοινή ενδιάθετη ανά-γκη τους να γίνουν στοχαστικοί. κριτικοί απέναντι στην κάθε άλλο παρά ευφρόσυνη πραγματικότητα που καθημερινά αντιμετωπίζουν. Υπαγορεύεται, επίσης, από την τάση τους να γίνουν αιχμηροί, κάπο-τε μάλιστα θυμωμένα επιθετικοί απέναντι στο κοινωνικό παρόν από το οποίο αισθάνονται πολιορκη-μένοι. Μόνο που αρκετά συχνά η ικανότητά τους για έναν νηφάλιο στοχασμό υγραίνεται και αμβλύνε-ται από το συναίσθημα και τη συγκίνηση που τους δονεί και τους διακατέχει, με συνέπεια ο ρεαλισμός τους να λυρικοποιείται, να αποκτά ένα υπόστρωμα μουσικό και να γίνεται υποδόριος: «Όταν έπεσε το βαρύ μαχαίρι/και μου άνοιξε τη βαθιά πληγή που έχω στο στήθος/δε μπορούσα, βέβαια, να καταλάβω τη σημασία του:/έπρεπε ο χρόνος να διαγράψει την τροχιά του./Έκτοτε έπαθα και έμαθα πολλά – κυρί-ως/αυτό: πως πρέπει πλέον να συνηθίσω,/να αγαπήσω την πληγή/να αγαπήσω το βαρύ μαχαίρι» (Ανέστης Ευαγγέλου, 1966).

Δυο λόγια για τους ανθολογημένους ποιητές

1. Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου (1930 - ): λειτουργεί και συμπεριφέρεται, ποιητικά, ως δέσμια ενός τραυματικού, προσωπικού παρελθόντος, από το οποίο ανασύροντας διαρκώς, με τρόπους συνειρμικούς, επιμέρους στοιχεία, οδεύει προς ένα επίσης προσωπικό μέλλον, αποχρώσεως σαφώς με-ταφυσικών (κυριαρχεί γι’ αυτό ο εσωτερικός μονόλογος). Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο πόλους – παρελ-θόν και μέλλον – κινείται ακαταπαύστως, με απώτερο στόχο να βιώσει και να υπερβεί τις ψυχοφθόρες καταστάσεις του παρόντος, με εγκαρτέρηση, κυρίως όμως με τη νηνεμία και την ασφάλεια του μέλλο-ντος, όπως, μέσω της πίστης της, το έχει οραματιστεί.

2. Λουκάς Κούσουλας (1929 - ): λειτουργεί με τα βιώματα του παρόντος και όλα όσα, συνειρμι-κά, αναδύονται από το παρελθόν, κατά τρόπο διανοητικό περισσότερο, με το συναίσθημα υπερσκελι-σμένο από μία διάθεση νηφάλια και στοχαστική και εμπλουτισμένη με στοιχεία ειρωνείας και σαρκα-σμού, που στρέφεται εναντίον του εαυτού του και της γύρω πραγματικότητας. Ο κυρίαρχος τόνος είναι εξομολογητικός και μόνιμα χαμηλόφωνο, όλη η παρουσία του ποιήματος συντείνει στο να υποβάλλει στον αναγνώστη είτε με την ειρωνεία είτε με το πολύ προσεκτικό δούλεμα της κάθε εικόνας – τη στο-χαστική ενατένιση του κόσμου αλλά και της σχέσης του ίδιου του ποιητή με τον κόσμο.

3. Σπύρος Τσακνιάς (1929 – 1999): η μνήμη είναι το στοιχείο που διαδραματίζει το σημαντικό-τερο ρόλο στην ποίησή του, τα πάντα κυμαίνονται μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, με αποτέλεσμα να καταργείται ως χρονική διάσταση το μέλλον. Ό,τι χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης του είναι η διαβρωτική αίσθηση ενός ανέκκλητα χαμένου προορισμού. Παράλληλα, ο ποιητής κάνει εμφανέστερη την πρόθεσή του να υπεκφεύγει με την τεχνική των παραβολών, από το άχαρο παρόν και από τις διεκδικητικές όσο και εκδικητικές μνήμες. Η γλώσσα, εξάλλου που χρησιμοποιεί ανταποκρίνε-ται επιτυχώς στις προθέσεις του. Είναι μια γλώσσα προσηνή, συζητητική, προσεκτικά και όσο χρειάζε-ται απαλλαγμένη από τον φόρτο της προσωπικής συγκίνησης, εμποτισμένη στην υγρασία ενός κατα-σταλαγμένου συναισθήματος, που με τον καιρό έχει γίνει φιλικό και οικείο.

4. Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996): ποιητής του ατομικού πάθους (όπως και ο Ντ. Χριστιανόπουλος), με την έννοια ότι και στη δική του ποίηση διακρίνεται η ασθμαίνουσα ερωτική αγωνία ενός ανθρώπου βαθύτατα μοναχικού και ιδιαιτέρως ευάλωτου μπροστά στη διαδικασία των πάσης φύσεως απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών, σε καμία περίπτωση όμως περιθωριακού. Ό,τι τον ευαισθητοποιεί και, ακολούθως, τον κινητοποιεί ποιητικά, είναι περασμένα συμβάντα και κατα-στάσεις της προσωπικής του ζωής, γεγονός που καθιστά προφανή το μέγιστο ρόλο που διαδραματίζει στην ποίησή του η μνήμη. Ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο κυμαίνεται ακαταπαύστως η μνήμη, διαμορφώνοντας, έτσι, την προσήκουσα στο εκάστοτε αναπολούμενο βίωμα θολή ατμόσφαιρα. Κι αυτό παράλληλα με τη δυσπιστία που τον διακατέχει απέναντι στο οποιοδήποτε ενδεχόμενο ένταξής του σε κάθε μορφής κοινωνική ομάδα.

5. Νίκος Γρηγοριάδης (1931 - ): η ποίησή του κινείται ανάμεσα σε δύο πόλους: τις αιματηρές μνήμες του «επίμαχου» παρελθόντος και μία εντονότατη, υπαρξιακών καταβολών, αγωνία, συνδυα-σμένη με μια εξίσου έντονη και σωματικά προσδιορισμένη ερωτική διάθεση.

6. Κική Δημουλά (1931 - ): η ποίησή της αντιστοιχεί στην προσωπική της ζωή. Το γεγονός αυτό εξετάζεται μέσα από βιωματικά φορτισμένους στίχους, που αναδεικνύουν τη γυναικεία ψυχολογία και την ιδιαιτερότητα της ιδιοσυγκρασίας της. Το θεματικό περιεχόμενο αποτελούν τα προβλήματα του ανθρώπου, που έχουν σχέση με την καθημερινή τριβή και φθορά, τα γηρατειά, το θάνατο, την αγωνία της ύπαρξης. Το ύφος είναι λιτό, πεζολογικό, αλλά και άμεσο, ζωηρό, πρωτότυπο, δραστικό: ευρηματι-κές μεταφορές και προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών, συμβολισμοί, επαναλήψεις, παρηχήσεις, μετωνυμίες, συνεκδοχές, αμέλεια στη σύνταξη, χρήση του επιθέτου στη θέση του ουσιαστικού ή και το αντίστροφο. Η γλώσσα της είναι αιρετική, τολμηρή, ανατρεπτική, εναργής δημοτικοκαθαρευουσιάνικη σύμμειξη λέξεων. Δικός της είναι αυτός ο λόγος ο έμμεσος, ο υπαινικτικός, ο αυτοσαρκαστικός και ει-ρωνικός και ταυτόχρονα τόσο καίριος για την ψυχοφθόρα καθημερινότητά μας, για τον «έρμαιο ψυχι-σμό» μας, για το γελοίο που μας απειλεί, για τη ματαιότητα. Έτσι εκφράζει την αγάπη της για τη ζωή και αυτή είναι η εξέγερσή της.

7. Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931 - ): η ποίησή του, πέρα από την έντονα εξομολογητική και υπόκωφα λυρική διάθεση που εκφράζει, χαρακτηρίζεται από ωμότητα, δραματικότητα, αλλά και από μία πρόθεση, αμέσως ή εμμέσως εκδηλωνόμενη, άσκησης κοινωνικής κριτικής, που έχει ως αφετηρία την «κοινωνικά καταδικαστέα» ερωτική ροπή του. Η έκφρασή του, ο λόγος του ο ποιητικός είναι απλός και άμεσος, απογυμνωμένος από τερτίπια και στολίδια. Αγκαλιάζει τα πράγματα, απλά και γνήσια όπως είναι, πολλές φορές επώδυνα και καταστροφικά, με μια αξιοζήλευτη λιτότητα. Κυρίως όμως ο έρωτας είναι γι’ αυτόν ένας εκούσιος αυτοεξευτελισμός, που, ωθημένος στα άκρα, συνιστά μιαν ύστα-τη επιλογή, αλλά και πράξη ελευθερίας κοινωνικών διαστάσεων.

8. Βύρων Λεοντάρης (1932 - ): αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους «πολιτικοποιημέ-νους» - ιδεολογικά τραυματισμένους – πρώτους μεταπολεμικούς ποιητές και τους παρεμφερώς προ-βληματισμένους ποιητές της γενιάς του. Σημαδεμένος ανεξίτηλα από τα όσα τραυματικά συνέβησαν τη δεκαετία του ’40 και έως το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’50, απ’ όπου φαίνεται να έχει «θηρεύσει» - συναισθηματικά μεταπλασμένο – αρκετό μέρος από το πρωτογενές υλικό της ποίησής του, εκφράζει τη βαθύτατη συντριβή που τον διακατέχει στη θέα του προδομένου και νεκρού, πια οράματος που κάποτε τον συνεπήρε. Η απογοήτευση από μια ήττα, για την οποία ο ποιητής, χωρίς να ευθύνεται σε προσωπι-κό επίπεδο, αισθάνεται ενοχή και ηθική ευθύνη, διαπερνά όλη σχεδόν την ποίησή του, προσδίδοντάς της διαστάσεις υπαρξιακής αγωνίας, χωρίς ωστόσο μεταφυσικό υπόστρωμα. Το παρελθόν δεν ανακα-λείται, ενδεχομένως με συγκίνηση, ως απλή μνήμη, αλλά υποβόσκει μονίμως, ως γενεσιουργό αίτιο ενός τραγικά κατακερματισμένου παρόντος, αποτελώντας, αν όχι τη μοναδική, πάντως την κυριότερη πηγή προέλευσης όλων των αλλοτριωτικών, για το παρόν, εκπομπών δυσοίωνων και μολυσματικών αναθυμιάσεων. Η ήττα του χθες είναι ήττα του σήμερα αλλά και του αύριο.

9. Τάσος Δενέγρης (1934 - ): στο παράλογο που χαρακτηρίζει τον κοινωνικό του περίγυρο (κα-ταναλωτισμός, αφόρητη εξωστρέφεια, υποκατάστατα των αληθινά ανθρώπινων αναγκών) αντιπαρα-θέτει θυμό, ειρωνεία, σαρκασμό, κάποτε και χλεύη, προστρέχοντας σε χώρους εξωποιητικούς, όπως είναι η ροκ μουσική, ο κινηματογράφος, ο κόσμος των σπορ και η μεγαλοαστική άνεση. Οι ήρωές του είναι προϊόντα της εποχής μας, από τυπικά δείγματα μετριότητας και κοινωνικής ή πολιτικής απάθει-ας, έως επαγγελματίες πολιτικοί, διάσημες γόησσες ή αστοί ομοφυλόφιλοι. Ακόμα, μετέρχεται ετερό-κλητα μέσα, συνδυάζοντας παραδοσιακούς και νεωτερικούς τρόπους έκφρασης, καλλιεργώντας μιαν ιδιόρρυθμη αίσθηση ρυθμού και αρμονίας, γεγονός που προσδίδει κάτι το ανεξήγητα υπόκωφο και α-πειλητικό στις ποιητικές του συλλήψεις.

10. Βασίλης Καραβίτης (1934 - ): ένας ποιητικός λόγος λιτός, άμεσος, οξύς, παρατηρητικός, συ-νήθως αντιλυρικός, και με περισσότερο ή λιγότερο προφανή την πρόθεση του ποιητικού υποκειμένου, με αφορμή το εκάστοτε ποιητικό έναυσμα (που μπορεί να είναι μία σκέψη, ένα καθημερινό συμβάν, κάποια κατάσταση), να καταθέσει, σχεδόν υπό μορφή αποφθέγματος ή και θυμοσοφικών αποχρώσεων άποψή του. Άποψη που δραματοποιείται και ενεργοποιείται ποιητικά από μιαν έμφυτη τάση για σαρ-κασμό και αυτοσαρκασμό, ειρωνεία αλλά και έναν κυνισμό περισπαστικό, κρυπτικό του βαθύτερου κραδασμού που διεγείρει τη συνείδησή του στη θέα ενός κόσμου χωρίς ηθικά, πνευματικά, αισθητικά ερείσματα.

11. Θωμάς Γκόρπας (1935 - ): στις δύο πρώτες συλλογές του καταθέτει όσα επωδύνως εισπράτ-τει ζώντας, με την ψυχολογία του πρόσφυγα, στην απρόσωπη, απάνθρωπη και αφιλόξενη πρωτεύουσα της δεκαετίας του ’50, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί αμέσως μετά τον Εμφύλιο: την εξουθενωτική μονα-ξιά του περιθωριοποιημένου κοινωνικά και δυσπραγούντος οικονομικά ανθρώπου, τη θλίψη της καθη-μερινότητάς του, τα συνειδητοποιημένα και τα ασυνείδητα, κυρίως, αδιέξοδά του. Στη συνέχεια της ποιητικής του πορείας, ανένταχτος και πάντα «ελεύθερος σκοπευτής» μέσα στο χώρο της Αριστεράς, στρέφει την προσοχή του σε μιαν άλλη κατηγορία περιθωριοποιημένων, αυτήν που σχηματίζεται αφε-νός από ανθρώπους μοναχικούς και αφετέρου από ανθρώπους που βολεύτηκαν. Κι όλα αυτά, διατηρώ-ντας ακατάπαυστα ζωντανές μνήμες από το γενέθλιο τόπο του και από τη μάχη που χάθηκε.

12. Πρόδρομος Μάρκογλου (1935 - ): έχει χαρακτηριστεί «ποιητής της κοινωνικής οδύνης», επειδή στην ποίησή του, όσο σε λίγους συνοδοιπόρους του ποιητές, είναι ευανάγνωστες και πρωτοεπί-πεδες οι κοινωνικές και ιστορικές αναφορές, όπως αυτές προκύπτουν, άμεσα, από τις μνήμες του Εμ-φυλίου και όλα τα τραυματικά επακόλουθα. Βεβαίως, δεν πρέπει να νομιστεί ότι ο ποιητής, παραμένο-ντας δέσμιος των περασμένων, περιορίζεται σ’ αυτά και αδρανοποιείται μπροστά στο παρόν. Απενα-ντίας, το αντιμετωπίζει με σθένος, οπλισμένος με όλα όσα απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση και κα-τοχύρωση του ύφους και του ήθους που τον διακρίνει. Ενδυναμωμένος από τα ιδανικά και τα οράματα που, παρά τη συντριβή τους, εξακολουθούν να τον κινητοποιούν, πνευματικά και συναισθηματικά, και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας ακέραιης και, συχνά, αμείλικτα κριτικής στάσης απέναντι στον κόσμο που τον περιβάλλει. Μιας κριτικής χωρίς λυρικά ξεσπάσματα, χωρίς ίχνος ωραιοποιητικής διά-θεσης ή πρόθεσης, η αντικειμενικότητα της οποίας αμβλύνεται από την ένταση ενός εσωτερικού θυ-μού, που σκληραίνει την έκφρασή του: «Η ψυχή μας / καρφωμένο τομάρι στην τάβλα».

13. Μάρκος Μέσκος (1935 - ): διατηρώντας εν εγρηγόρσει τις μακρινές, λαμπερές ωστόσο ανα-μνήσεις των παιδικών και των νεανικών του χρόνων, τις ενεργοποιεί λυρικά – επικουρούμενος σ’ αυτό και από το γεγονός ότι στον λυπημένο χώρο της μνήμης του επικρατεί το συγκινησιακό και όχι το ιδεο-λογικό εκτόπισμα των τραυματικών γεγονότων -, για να μπορεί έτσι να διατηρεί το πρόσωπό του ακέ-ραιο, παρά τις δυσοίωνες συνθήκες του σύγχρονου κόσμου. Όποια κι αν είναι, πάντως, η υφή του εκτο-πίσματος που δημιουργούν μέσα του αυτά τα τραυματικά γεγονότα της ιστορίας – συναισθηματική ή ιδεολογική – η ποίησή του βρίθει από αναγνωρίσιμες κοινωνικές/ιστορικές αναφορές.

14. Ανέστης Ευαγγέλου (1937 - 1994): εκφράζει επί μονίμου βάσεως το χαώδες ρήγμα που τον χωρίζει από την πραγματικότητα. Ήδη από τον τίτλο της πρώτης του συλλογής (Περιγραφή εξώσεως, 1960) εκείνο που πρωτίστως προκύπτει είναι η αίσθηση του εξωσμένου από παντού. Το σύμβολο του «κατεδαφισμένου πατρικού σπιτιού», διευρυνόμενο στον κοινωνικό χώρο, σημαίνει την κατεδάφιση οποιασδήποτε προστατευτικής ιδεολογικής στέγης, συνεπεία της οποίας ο ποιητής αισθάνεται, παρά τις ύστατες προσπάθειες συμφιλίωσης με το παρόν, εξόριστος, ανέστιος, πένης.

15. Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ (1939 - ): Μοναδικός τόπος της καταγωγής της είναι το σώμα της, ένα σώμα βεβαίως διεσταλμένο τόσο πολύ εννοιολογικά, ώστε να μετατρέπεται σε αχανές και α-προσδιόριστο πεδίο, στην επιφάνεια και στα βαθύτερα στρώματα του οποίου πραγματοποιούνται ενώ-σεις, εναντιώσεις και συνειδητοποιήσεις πολλαπλού χαρακτήρα. Έχει κανείς την αίσθηση ότι η ποιή-τρια συνδιαλέγεται μονίμως με αυτό το σώμα, μερικές φορές μιλάει για λογαριασμό του και σ’ αυτό καταφεύγει, όταν αισθάνεται την απειλή του έξω κόσμου ή την μέσα στο ίδιο αυτό σώμα καιροφυλα-κτούσα απειλή της φθοράς. Ο έρωτας, στην προκειμένη περίπτωση, είναι το μοναδικό «γεγονός», κατά τη διάρκεια της έντασης του οποίου ο άνθρωπος λειτουργεί σύμφωνα με τις, ανταποκρινόμενες στις πραγματικές ανάγκες του, επιταγές της φύσης. Αποτελεί, με άλλα λόγια, τη μοναδική ένδειξη-μαρτυρία ότι πίσω από την αδιάκοπα φθίνουσα ύλη καιροφυλακτεί το αιώνιο, με την ευεργετική δύνα-μη του οποίου αναστέλλεται η διαβρωτική, για το σώμα, το πνεύμα και την ψυχή, εξάπλωση της φθο-ράς.

16. Κυριάκος Χαραλαμπίδης (1940 - ): Γεννημένος στην Κύπρο, είναι και αυτός φορέας ολό-τελα διαφορετικών, το ίδιο έντονα ωστόσο τραυματικών βιωμάτων, όπως και των συνοδοιπόρων ομο-τέχνων του ελλαδιτών. Ζώντας από κοντά την εξέλιξη της κυπριακής τραγωδίας, έως την τουρκική ει-σβολή, συνδέεται όλο και στενότερα με την ιστορία, τη μυθολογία και την παράδοση – λόγια και λαϊκή – του τόπου του, εκφράζοντας, μέσω της προσωπικής του οδύνης, την οδύνη του κυπριακού και του ξε-ριζωμένου, αποκομμένου από τον ομφάλιο λώρο του, ελληνισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: