Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Μαρία Στεφανοπούλου, "Άθος, ο δασονόμος"



Δεν πεθαίνει έτσι εύκολα ο άνθρωπος

Μαρία Στεφανοπούλου
ΑΘΟΣ, Ο ΔΑΣΟΝΟΜΟΣ
εκδ. ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ, 2014
σελ. 277


Μαστόροι Καλαβρυτινοί και μαρμαροχτιστάδες,
που πελεκάτε μάρμαρα και φτιάχνετε κιβούρια,
φτιάχτε και μένα 'να καλό, καλύτερο από τ' άλλα...


Υπάρχουν βιβλία που κερδίζουν τον αναγνώστη από την πρώτη αράδα τους και δεν του επιτρέπουν να τα εγκαταλείψει παρά αφού ολοκληρώσει την ανάγνωσή τους. Αυτά είναι, σίγουρα,  εξαιρετικά βιβλία. Υπάρχουν και βιβλία που λειτουργούν τόσο επιδραστικά στον αναγνώστη, που όχι μόνο τον καθηλώνουν και τον παρασύρουν με την τέχνη της γραφής τους αλλά και τον «αναγκάζουν» να αρχίσει από την αρχή το διάβασμά τους μόλις τα τελειώσει, γιατί η απόλαυση που προσφέρουν είναι δώρο ακένωτο.
Το βαθιά ανθρώπινο και στοχαστικό μυθιστόρημα της Μαρίας Στεφανοπούλου ανήκει χωρίς αμφιβολία στη δεύτερη κατηγορία των βιβλίων εκείνων που η αξία τους είναι δυσανάλογη με τον εκδοτικό «θόρυβο» που προκαλούν. Και η αξία τους συνίσταται σ’ έναν πάγιο λογοτεχνικό κανόνα: να μπορεί ο δημιουργός τους σαν ταχυδακτυλουργός να κάνει τα μικρά πράγματα μεγάλα. 
Σ’ αυτή την επιμελημένη έκδοση από Το Ροδακιό η Λευκή, η persona της συγγραφέως γράφει την ιστορία του Άθου, τη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας με τις χαίνουσες πληγές ενός πολέμου που για κάποιους ακόμα συνεχίζεται. «Η Λευκή έφτιαξε ένα δασονόμο από τέφρα, που μαζί του ανίχνευε τα μονοπάτια που σχημάτιζαν οι σκιές στα δάση του Χελμού» (σελ. 274). «Μάργω, θα πει ο Άθος στην κόρη του το 1952 στο καφενείο της πλατείας, δέκα χρόνια η Ελλάδα ματώνει στον πόλεμο. Και τώρα, στη νέα δεκαετία που διανύουμε, ο ίδιος πόλεμος συνεχίζεται, με άλλα μέσα, όχι φανερά» (σελ. 149). Τέσσερις γυναίκες πρωταγωνιστούν στη σκιά του Άθου, η Μαριάνθη, η γυναίκα του· η Μαργαρίτα του πολέμου, η κόρη του· η Λευκή της ειρήνης, η εγγονή του (που η εκτέλεση του παππού της ήταν ο δικός της καταγωγικός μύθος)· και η Ιοκάστη του μέλλοντος, η δισέγγονή του· τέσσερις γενιές που η καθεμιά εισπράττει διαφορετικά το έγκλημα των Ναζί στα Καλάβρυτα τον Δεκέμβρη του ’43.
Με το θέμα της σφαγής των κατοίκων των Καλαβρύτων από τους Ναζί καταπιάστηκε λογοτεχνικά και ο Γιώργος Ιωάννου πριν από μισό αιώνα, στη συλλογή διηγημάτων «Για ένα φιλότιμο» (1964), όταν έγραψε το μικρό αλλά εμβληματικό πεζογράφημα «+13-12-1943», κείμενο που περιλαμβάνεται και στα σχολικά βιβλία Λογοτεχνίας: «Μονάχα όταν βρέθηκε το κρανίο, άκουσα τον αδελφό να λέει βραχνά: η χαριστική βολή. Ήταν μια μικρή τρύπα λίγο πιο πάνω απ' το μέτωπο. Είχα γίνει πια ένα με το χώμα, έτσι ένιωθα. Τώρα σκέφτομαι πως έπρεπε να προσκυνήσω, αν και είμαι τόσο ανάξιος. Κοίταζα συνεχώς ένα βραχάκι κοντά μου και τις λειχήνες του. Αυτό σίγουρα θα ήταν και τότε εδώ, και το παιδί θα το είδε· ίσως και να το ζήλεψε. Μπορεί να ήταν και κείνο το αρκετά μεγάλο δέντρο, αν και δεν αποκλείεται να έχει μεγαλώσει πιο γρήγορα, εφόσον βρήκε άφθονο λίπασμα από τόσο αίμα και τόσες εκατοντάδες κορμιά».
Η χαριστική βολή που δόθηκε στον 16χρονο νέο Καλαβρυτινό του Ιωάννου, «χαρίστηκε» στον Άθο, τον δασονόμο πρωταγωνιστή της Στεφανοπούλου, αλλά όχι και στον μικρό του γιο, τον Γιάννο. Ο Άθος έκτοτε γίνεται ο ίδιος δέντρο και δάσος, επιβεβαιώνοντας αυτό που λέγεται πως δέντρα και άνθρωπος έχουν κοινή μοίρα και κοινό ριζικό. Ο Άθος, μια σκιά πανταχού παρούσα, που στοιχειώνει τις ζωές των απογόνων του: «Η μητέρα σας έλεγε ότι πρέπει να καθόμαστε στη σκιά. Η σκιά θεραπεύει. Το φως δίνει ζωή, αλλά, όταν η ζωή αρρωσταίνει, το φως πρέπει να βρίσκει το αδέλφι του, τη σκιά. Όλα τότε ησυχάζουν» (σελ. 173). Ο Άθος έζησε ή δεν έζησε τελικά; Δεν έχει και τόση σημασία. Επέζησε μέσα από τη εγγονή του, τη Λευκή· γιατί τίποτα δεν χάνεται· όλα μα όλα πεθαίνουν και γεννιούνται στον αέναο κύκλο της ζωής. Εξομολογείται ο Άθος στη Λευκή: «Κι έμεινα κοντά στον τόπο του εγκλήματος, γιατί μόνον ο τόπος θυμάται. Ήθελα να θυμάμαι. Αλλά κρύφτηκα στο δάσος, ψηλά στο βουνό, δεν ήθελα ανθρώπους. Ήμουν ένα ένοχο θύμα. Επέζησα. Δεν είχα την ενοχή του δράστη, αλλά το θύματος. Είχα γλιτώσει, ενώ οι πολλοί πέθαναν στη θέση μου» (σελ. 44).
Σ’ αυτό το πολυεστιακό και πολυφωνικό μυθιστόρημα όλα τα μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας είναι παρόντα: η ζωή και ο θάνατος, η εξουσία και η μοναξιά, το μίσος και η συμφιλίωση, το πένθος και ο έρωτας, η (μετα)μνήμη και η λήθη, εκδίκηση και η συγχώρεση. Ο Άθος, ένας διαπρύσιος επαναστάτης με αιτία, κηρύσσει με τη φωνή του, που έμοιαζε με χιονισμένο τοπίο, λόγο αγάπης: «Θέλετε ν’ αλλάξετε τον κόσμο, την κοινωνία;» μας ρώτησε ένα βράδυ εκεί που καθόμασταν στο αρχονταρίκι κι ό,τι είχαμε αποφάει. «Εγώ θέλω ν’ αλλάξει ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος μόνος, ως άτομο απέναντι στον εαυτό του, και τούτο κρίνεται από τη στάση του απέναντι στα ζώα και στη φύση. Όταν σέβεσαι ένα δέντρο ή έναν σκύλο πιο πολύ από τη σημαία του κόμματος, τότε μπορείς να προσφέρεις περισσότερα στην ανθρωπότητα απ' ό,τι χιλιάδες φανατισμένοι διαδηλωτές που ανεμίζουν, κραυγάζοντας συνθήματα, αυτό το κόκκινο πανί με το σφυροδρέπανο. Ο κομμουνισμός θα περάσει στην ιστορία ως η δύναμη που νίκησε το φασισμό. Αλλά ύστερα απ' αυτό, τι νόημα πια θα έχει; Τη δικαιοσύνη που επικαλείται πως θα την εφαρμόσει στις κοινωνίες, αφού μόνο εξέγερση, αντίσταση και πόλεμο ξέρει να κάνει; Πώς θα χτίσει εν ειρήνη, όταν χρειάζεται να εξολοθρεύει όσους δεν τον ασπάζονται, τους διαφορετικούς; Δεν αποδεικνύουμε την πίστη μας σε μιαν ιδέα καίγοντας ανθρώπους, αλλά όταν φλεγόμαστε εμείς για χάρη της.» (σελ. 139)
Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου πατέρας και κόρη συναντιούνται το 1952 στην πλατεία Καλαβρύτων:
Τι είναι το κακό;» ψέλλισε η Μαργαρίτα μέσα απ’ τα δόντια της.
«Η υπερβολή της τιμωρίας, όχι για να κερδηθεί ένας πόλεμος που έχει ήδη κριθεί, αλλά για να ενισχυθεί η εκάστοτε εξουσία, αριστερή ή δεξιά. Με άλλα λόγια, η τρομοκρατία (σελ. 150).
Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η σκηνή με την 55χρονη Ίνγκε Μπραμς, την εκπρόσωπο του Γερμανικού Συνδέσμου Γυναικών, η οποία συναντιέται με τον Άθο λίγες μέρες μετά την εκτέλεση του Νίκου Πλουμπίδη: «Έχετε φίλους που σας βοηθούν, όπως έχετε και εχθρούς που αντιμετωπίσατε με σθένος, αλλά να σκέφτεστε ότι είστε προπάντων μόνοι σας, ακόμα και με συμμαχικές δυνάμεις κατοχής, με Βρετανούς ή Αμερικανούς, με σχέδια Μάρσαλ ή ό,τι άλλο. Κι αυτή τη μοναξιά μην την ξεχνάτε, γιατί τότε ή θα επαναπαύεστε ή θα τα ρίχνετε όλα στους άλλους» (σελ. 177).
Το βιβλίο επιδέχεται πολλαπλών αναγνώσεων, εξ ου και η αξία του. Κυρίαρχη πάντως παραμένει μια ανιμιστική προσέγγιση της φύσης που αγκαλιάζει τον άνθρωπο και θεραπεύει τις πληγές του. «Η φύση για τον άνθρωπο», λέει ο Γερμανός γιατρός Κουρτ, «είναι αγαθή, μητρική. Ο άνθρωπος της φύσης είναι ο πιο ανθρώπινος. Ξέρει να ακούει την ειρηνική σιωπή του δάσους, των βράχων, του ήλιου, του νερού» (σελ. 192). Πολλές φορές μάλιστα ο ανθρωπομορφισμός της φύσης είναι έκδηλος:
- «Τα δέντρα ζούνε κοντά το ένα με το άλλο, συντροφευμένα, όπως εμείς οι άνθρωποι» (σελ. 51).
- «Κοίταξε το δέντρο τρομαγμένος. Πονούσε. Ήταν το δέντρο που πονούσε, η ανοιχτή πληγή του» (σελ. 55).
- «Η μνήμη του δέντρου μοιάζει με του ανθρώπου γιατί είναι κρυφή, κωδικοποιημένη, και μόνον ολοκληρωμένη μπορεί να διαβαστεί, μετά το θάνατο του ξυλώδους φυτού» (σελ. 104).
-  «Τους κορμούς γύρω μου τους ένιωθα φιλικούς, προστατευτικούς, σαν ανθρώπους που με συνόδευαν, βάδιζαν κι αυτοί πλάι μου, κι ας έμεναν ακίνητοι στη ρίζα τους, φρουροί της γης που αψηφούσαν το αιθέριο άπειρο της κεφαλής τους» (σελ. 167).
Και αντίστροφα, ο φυσιομορφισμός των ανθρώπων: «Ήταν ισχνή και ψηλή σαν κυπαρίσσι η μάνα μας, και τα χέρια της κατέληγαν σε λεπτά μακριά δάχτυλα που σαν πολλαπλοί μίσχοι απλώνονταν και πλέκονταν γύρω από τα πράγματα δεξιοτεχνικά, έτσι που νόμιζες ότι η γυναίκα αυτή είχε πολλές ανάλαφρες ζωές και γύρευε να αναρριχηθεί και να εκτιναχθεί προς όλες τις κατευθύνσεις» (σελ. 52).

Οι παρομοιώσεις εξάλλου συνδέουν ανθρώπους και φυσικά στοιχεία: «Ο Άθος είχε φυτρώσει ανάμεσα στις οξιές και τις βελανιδιές σαν μοναχικό σφεντάμι» (σελ. 53). Και παρακάτω: «Το κεφαλομάντιλο τής κάλυπτε το μέτωπο, μέχρι τις οστεώδεις γούβες των ματιών της που φαίνονταν σαν αβυσσαλέες σπηλιές, απρόσιτες και άγριες» (σελ. 58).

Ο λόγος, καλοδουλεμένος, αλλού συγκινησιακά φορτισμένος με πινελιές παπαδιαμαντικού λυρισμού και αλλού, στακάτος, αποφθεγματικός, με γόμωση «πυρηνική»:
- «Στην πραγματικότητα ποτέ δεν πεθαίνεις μόνος, αλλά με τη σκέψη ότι όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν, πριν ή μετά από σένα» (σελ. 204).
- «Στα μέρη μου, στα ψηλά βουνά της Ευρυτανίας, λένε ότι η ανθρώπινη μιλιά του πουλιού είναι η φωνή του ευεργετημένου νεκρού» (σελ. 11).
- «Θα ζήσουμε την αγάπη μας στη σκιά, σαν κατάνυξη» (σελ. 19).
- «Το παρελθόν δεν είναι για μένα ιστορία. Είναι η παροντική ζωή μου» (σελ. 21).
- «Η φυγή ήταν πάντοτε η μοναδική μου έγνοια, όπου κι αν βρισκόμουν. Φυγή στο βουνό ή στα βάθη του εαυτού μου. Κουβαλούσα στο κεφάλι την τρύα που μου είχε ανοίξει η σφαίρα της χαριστικής βολής. Πόσο βάρος έχει μια τρύπα στο κρανίο; ένα μάτι που χάσκει;» (σελ. 25)
- «Ο πόλεμος, κάθε πόλεμος, είναι απεχθής και δε θα ’πρεπε να εξυμνείται. Μοναδικός του στόχος είναι το σφαγείο» (σελ. 28).
- «Δεν ξέρεις τι να την κάνεις τη ζωή σου όταν, εντελώς τυχαία, έχεις σωθεί» (σελ. 32).
- «Δίχως μοιρασμένα αισθήματα, ο άνθρωπος κατοικεί μόνο στη φυλακή του ή στον τάφο του» (σελ. 60).
- «Αρνήθηκα τους ανθρώπους, για να μη νιώσω την επιθυμία να εκδικηθώ» (σελ. 63).
- «Την ιδέα τη λέμε θεό, το χέρι του ανθρώπου μοίρα» (σελ. 119).
- «Αριστερός γίνεσαι διαβάζοντας» (σελ. 122).
- «Υπάρχει τρόπος για τη σωτηρία, ακόμα και στην κόλαση» (σελ. 123).
- «Περισσότερο αγαπούσα τον στόχο μου παρά μισούσα τον εχθρό» (σελ. 135).
- «Δεν αποδεικνύουμε την πίστη μας σε μιαν ιδέα καίγοντας ανθρώπους, αλλά όταν φλεγόμαστε εμείς για χάρη της» (σελ. 139).
- «Μια μεγάλη αγκαλιά είναι ο θάνατος, σαν το χώμα που μας σκεπάζει» (σελ. 155).
- «Τα πράγμα κουράζονται να μένουν ίδια» (σελ. 192).
- «Η άρνηση της εξουσίας είναι το πρώτο μέλημα για να κυβερνήσεις γόνιμα και να αποδώσεις δικαιοσύνη» (σελ. 216).
- «Η σκιά δεν είναι ο θάνατος μήτε η άρνηση της ζωής. Είναι μια ταπεινή προφύλαξη από το κακό» (σλ. 265).

Το σκηνικό υποβλητικό, περιγράφεται λιτά με κάθε λεπτομέρεια και με τη συμμετοχή όλων των αισθήσεων: «Ο μελισσοκόμος τον κοίταξε παραξενεμένος. Κάτι πήγε να ρωτήσει, αλλά η φωτιά τριζοβόλησε ανυπόμονα, μια ριπή ανέμου πέρασε απ’ τις χαραμάδες του ξύλου και η φλόγα φούντωσε, χόρεψε αναζωογονημένη, ένα κούτσουρο κύλησε απ’ το σωρό, η καλύβα βυθίστηκε πάλι στη σιωπή του χιονιού» (111). Και πιο κάτω, ίσως η πιο δυνατή εικόνα με τον Φενεό (πρώην σιδηροδρομικό, που γλίτωσε τον θάνατο κατά την εκτέλεση) να κάνει προσκλητήριο νεκρών: «Στην ερημιά του τόπου της εκτέλεσης το προσκλητήριο νεκρών του ανάπηρου ακουγόταν σαν κραυγή απελπισίας, σαν βαθιά ανάγκη για εσωτερική απελευθέρωση» (σελ. 187).
Ο Άθος υπήρξε ένας άνθρωπος που αγαπούσε υπερβολικά τη δικαιοσύνη και τον άνθρωπο και όχι τις ιδεολογίες, γι’ αυτό και έμεινε ανένταχτος. Ένας άνθρωπος που δεν ανήκε σε καμιά από τις δύο παρατάξεις, παρά μόνο στα όνειρά του. Ένας από εκείνους που «ηγάπησαν τον ουρανό αλλά και τη γη»: «Οι αντάρτες κάνουν, ή τουλάχιστον θα ’πρεπε να κάνουν, έναν πόλεμο τιμής, πέρα από τη νίκη και την ήττα. Δεν πρέπει να εκδικούνται. Πρέπει να χαλιναγωγούν τη μισαλλοδοξία τους, να δείχνουν το δίκιο» (σελ. 84). Και παρακάτω: «Να σκοτώνεις έναν άνθρωπο εκτός μάχης δεν σημαίνει ότι υπερασπίζεσαι μια κοσμοθεωρία, σημαίνει ότι διαπράττεις φόνο» (σελ. 88).
Ένας άνθρωπος-δέντρο που ευαγγελίζεται να φτιάξει έναν καινούργιο κόσμο όχι με αίμα αλλά με αρμονία: «Ο θάνατος των ανθρώπων πλάι μάς αφήνει υποχρεωτικά αδιάφορους, αλλά τούτο σημαίνει ότι μας μειώνει ως ηθικές οντότητες, γινόμαστε ζώα που αλληλοσφάζονται. Δε φτιάχνει κανείς ασφαλή κόσμο με αίμα, μόνο με την αρμονία» (σελ. 97).
Ποιος ήταν λοιπόν ο Άθος; Ένας άνθρωπος που εκτελέστηκε με άλλους δώδεκα τον Δεκέμβρη του ’43 και από τότε καταδικάστηκε να ζει με τον θάνατό του, να ανήκει ολοκληρωτικά σ’ αυτόν, ένας νεκρός που ζούσε ανάμεσα στους ζωντανούς, πιο ζωντανός και πιο δραστήριος και από τους ζωντανούς: «Ένας άνθρωπος μόνος: ούτε ένοχος ούτε ήρωας. Ο τρίτος άνθρωπος. Εκείνος που αρνήθηκε τη θέση του θύματος. Ίσως ήταν εκείνος που ήξερε καλύτερα από τον κάθε άλλον να προστατεύει τον κορμό του ξενιστή από τα ανεπιθύμητα αναρριχητικά φυτά» (σελ. 110). Ένας άνθρωπος που ζούσε στη βαθιά σιγή του θυμωμένου ανθρώπου, «που αποστράφηκε την προδοσία και την μικροψυχία των συμπατριωτών του, η αποσιώπηση του αλτρουιστή που περιφρόνησε τη ματαιοδοξία, το ψεύδος και την πονηριά» (σελ. 182). «Ζήτησα να μείνω μόνος. Επέζησα. Δε ζω. Είμαι ένας επιζών» (σελ. 243).
Και ποιο ήταν το όραμά του; Οι ανθρώπινες κοινωνίες θα ζήσουν ειρηνικά, όταν μιμηθούν τον κόσμο των δέντρων: «Ποτέ ο ζωτικός χώρος ενός δάσους δε γεμίζει από ένα μόνο είδος φυτών. Όπως άλλωστε και στις ανθρώπινες κοινωνίες. Αρχίζουν τότε και αναπτύσσονται σχέσεις αλληλοβοήθειας και αλληλοϋποστήριξης» (σελ. 109).

Η Στεφανοπούλου καταπιάνεται σαφώς επιτυχημένα με το μείζον θέμα της τραυματικής μνήμης και μεταμνήμης. Δεν μασάει τα λόγια της που κόβουν σαν φαλτσέτα την πέτσα που φράζει το στόμα. Ξέρει πολύ καλά πως όταν ο άνθρωπος περνά διά πυρός και σιδήρου από ανάλογες δοκιμασίες, δε βγαίνει ο ίδιος άνθρωπος, όπως ήταν πριν· ή θα σπάσει ή θα γίνει πιο σκληρός. Αυτό –λέει- εξαρτάται από τον καθένα. Όμως, δεν πρέπει και να καθηλώνεται ο άνθρωπος στο χτες: «… γιατί αν μνημονεύετε, και μάλιστα με τόσο ζήλο, μόνο το παλιό, δε θα έχετε μάτια κι αυτιά για να μεριμνήσετε για το καινούριο, να ανανεώσετε τη θέλησή σας να αποτρέψει την επανάληψή του» (σελ. 215).

Ελπίζω στο μέλλον να βρεθεί ένας συγγραφέας που θα μιλήσει με ανάλογο τρόπο για τη δοκιμασία που διέρχεται η ακρωτηριασμένη από παλιά χώρα μας τα τελευταία χρόνια, όταν φύγει η θολούρα που ακόμα τη σκεπάζει, όταν επουλωθούν οι εκδορές της ψυχής, όταν αμβλυνθούν οι ασυμμετρίες, προτού όλα αυτά διαγραφούν οριστικά από τη μνήμη.

Σε τελική ανάλυση, αν κάποιος αναγνώστης παραμένει δύσπιστος για το αν πρέπει να διαβάσει αυτό το βιβλίο, η απάντηση είναι εδώ: «Η μελέτη, το ακατάσχετο διάβασμα είναι ένα είδος ανορθόδοξης θεραπείας για την αποκατάσταση καταστρεπτικών αισθημάτων από βιώματα απώλειας και απουσίας.» (σελ. 205)


Διάβασα το βιβλίο ακούγοντας το έργο του Μίκη Θεοδωράκη "Το τραγούδι του Νεκρού Αδελφού":







Δεν υπάρχουν σχόλια: