Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Και οι επτά ήταν υπέροχοι



«Αν οι άνθρωποι δεν ονειρεύονται κάτι ξυπνητοί, 
δεν ονειρεύονται τίποτα και κοιμισμένοι»



Ιωάννα Καρυστιάνη, 
Το φαράγγι 
Καστανιώτης, 2015
σελ. 268

«Και οι επτά ήταν υπέροχοι». Όχι δεν πρόκειται για το διάσημο γουέστερν του 1960, αλλά για τα επτά υπέροχα αδέλφια της Καρυστιάνη, τους οποίους όλοι γνωρίζουμε, κάπου, κάποτε έχουμε δει –αν όχι με τα ίδια ονόματα. «Και οι επτά είχαν βγει από την ίδια κοιλιά, είχαν βυζάξει το ίδιο γάλα, είχαν μοιραστεί εξίσου τη σούπα και τις ευχές της μάνας τους, κι όμως φεύγοντας από την πατρική εστία είχαν αλλάξει πόδι στο βηματισμό του βίου, οι δρόμοι τους ανόμοιοι και απομακρυσμένοι».
    Επτά αδέλφια (με παιδιά και εγγόνια τα τρία εξ αυτών· τα άλλα, άτεκνα) που συναντιούνται στην Κρήτη. Ζητούμενο «η αδελφική επανασύνδεση που αποκτά άλλο βάθος στις ώριμες ηλικίες, η ομοψυχία που πάντοτε προκαλεί έναν ενθουσιασμό. Εάν η Κυριακή τους πετύχαινε, θα ήταν σερμαγιά ολκής για τα περαιτέρω».
   Ο πρωτότοκος 72χρονος Βαρδής, ο 67χρονος Γεράσιμος (χτυπημένος από την κρίση) που ονειρευόταν κούρσες για τ’ αστέρια, η 63χρονη Ευδοκία (χήρα Μάρκου), η 60χρονη ζωντοχήρα Ινώ, ο 57χρονος Ελισαίος (ο «Ιταλός»), η 54χρονη Θεώνη (ζωγράφος που ζει στην Καστοριά) και ο 52χρονος βενιαμίν Αργύρης. Επτά άνθρωποι και οι οικογένειές τους μαντρωμένοι όλοι στη στενόχωρη εποχή.
   Επτά ψυχές που περπατούν στο φαράγγι των μυστικών τους, σε όσα τους δένουν και σε όσα τους χωρίζουν. Λόγια που λέγονται και λόγια που μένουν στο στόμα. Ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στο παρόν, μια μέρα πριν από τις Αυτοδιοικητικές Εκλογές του 2014. Η νεοελληνική πραγματικότητα που επηρεάζει σε ένα βαθμό τη ζωή κάποιων προσώπων, τις οικογένειές τους αλλά και τον κοινωνικό τους περίγυρο, με τις αυτοκτονίες να είναι καθημερινό γεγονός. Ένα γαϊτανάκι προσωπικών ιστοριών που κάποια στιγμή βαδίζουν ανά δυο όπως και οι ήρωες –μαζί και την ίδια στιγμή χώρια-, φτάνοντας σε ένα οριακό σημείο όπου ο αναγνώστης περιμένει πως κάτι σπουδαίο θα συμβεί, αλλά τίποτα τελικά εκρηκτικό δεν γίνεται. Για την ακρίβεια, έκρηξη έχουμε -αλλά εσωτερική. Άλλωστε στην Κρήτη βρισκόμαστε –όχι πάντως την Καζαντζακική, την ηρωική· στην Κρήτη του 21ου αιώνα, στον τόπο «όπου οι μισοί είναι φτιαγμένοι για να μυθολογούν, να πλανεύουν και να πλανεύονται», όπως λέει χαρακτηριστικά ο Μάουρο, ο Ιταλός σύντροφος του Ελισαίου.
      Η Καρυστιάνη –όπως αρμόζει σε κάθε καταξιωμένο συγγραφέα- δεν ηθικολογεί, δεν συμβουλεύει, δεν δίνει απαντήσεις· μάς προσφέρει το κλειδί για να ξεκλειδώσει το κείμενο ο υποψιασμένος αναγνώστης. Γιατί, στην πραγματικότητα, σημασία δεν έχει το κλειδί αλλά η πόρτα· το κλειδί μπορείς να το χρησιμοποιήσεις είτε για να μπεις είτε για να βγεις. «Κάθε πόρτα είναι ένα θαύμα που εμφανίζεται μπροστά σου για να μπεις ή να βγεις».
Και η Καρυστιάνη μάς ανοίγει την πόρτα, για να μπούμε στα ενδότερα μιας μεγάλης κρητικής οικογένειας, αυτής των Λιόδηδων, που τα μέλη της, αν και έχουν σκορπίσει, αποφασίζουν να ενώσουν τα βήματά τους έστω για λίγες ώρες περπατώντας στο φαράγγι του Ασφεντιανού (ένα συνεχές πηγαινέλα στον προσωπικό χρόνο του καθενός), εκπληρώνοντας έναν όρκο μετά την κηδεία του πατέρα τους. Πρόσωπα που η συγγραφέας τα αντιμετωπίζει με μεγάλη επιείκεια (ασυνήθιστη, ίσως, συγκριτικά με  «Τα σακιά»), αφουγκραζόμενη τα παράπονα και τους καημούς τους. Η ίδια σε συνέντευξή της δήλωσε: «Ο Χομπσμπάουμ  λέει κάπου ότι η ιστορία των εξεγέρσεων και των μεγάλων αλλαγών διαγράφονται στην εξέλιξη των ανθρωπίνων σχέσεων. Εκεί φωτίζεται κάθε μεγάλη αλλαγή και περιπέτεια».
Οι "ήρωες" (αντι-ήρωες, για την ακρίβεια) της Καρυστιάνη είναι πρόσωπα λειψά. Αναζητούν το καθένα το άλλο του μισό, το αναγκαίο συμπλήρωμά του. Ο μόνος «αρτιμελής» φαίνεται να είναι ο μεγάλος, ο Βαρδής (αν και η κόρη του παντρεύτηκε Γερμανό), ο οποίος οργανώνει και την εξόρμηση. Ο Γεράσιμος, αμετανόητος αριστερός, έχει χάσει την επιχείρησή του και δουλεύει ταξιτζής στην Αθήνα· η Ευδοκία έχασε τον άντρα της όταν ο τελευταίος αποφάσισε να θέσει πρόωρο τέλος στη ζωή του, πνιγμένος στα χρέη· η Ινώ έχασε τον άντρα της, όταν ο τελευταίος ξεμυαλίστηκε με μιαν άλλη· ο Ελισαίος ζει στη σκιά και υπό την προστασία του Μάουρο· η ζωγράφος Θεώνη ζει στην Καστοριά με έναν σύντροφο μονόχειρα· και τέλος, ο Αργύρης, μισός άνθρωπος, ζει παρέα με τις τύψεις που τον κατατρύχουν μετά την εγκατάλειψη του φίλου του στο ναυάγιο. Κλειδαράς, αποσυνάγωγος από πεποίθηση και μπακούρης, ζει απομονωμένος στην Αλεξανδρούπολη επί δεκαετίες, άνθρωπος μονόχνωτος, αποφασισμένος να κρατήσει κρυφό το μυστικό του.
 Για την Καρυστιάνη η γλώσσα είναι δείκτης της εποχής, γι' αυτό και το χρέος του δημιουργού είναι πρωτίστως απέναντι στη γλώσσα. Σε παλιότερη συνέντευξή της είχε πει: «Αισθάνομαι ότι απλώνεται ένα ντοστογεφσκικό κλίμα στον πλανήτη με ιστορίες ζόφου. Μιλώντας για τη χώρα μας (...) αισθάνομαι ότι μας έλειψε η συναλληλία του Παπαδιαμάντη, η αίθρια ματιά του Σικελιανού, ο σπαραγμός του Ρίτσου, το δοκιμασμένο ήθος της Αξιώτη, η λιτή στοχαστικότητα του Λειβαδίτη, που υπενθυμίζει τον ανθρώπινο πόνο. Αφεθήκαμε στην κυριαρχία των αγορών στη γλώσσα. Μιλήσαμε για το limit up ενός βουλευτή, για κεφαλαιοποίηση κοινωνικών αντιδράσεων. Αντικαταστάθηκαν ατόφιες και πεντακάθαρες λέξεις: η κλοπή δημόσιου πλούτου έγινε διαπλοκή, αντί για απατεωνιά λέμε αδιαφάνεια. Πρέπει να επιστρέψουμε στην κυριολεξία των λέξεων, να σταθούμε πιο σοβαρά απέναντι σε όλα».
Ο λόγος του βιβλίου καλοδουλεμένος, όπως σε όλα της τα βιβλία, με στοιχεία προφορικότητας επεξεργασμένης στο γλωσσικό της εργαστήρι. «Θα ΄θελα οι αναγνώστες μου να μπορούν να κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στον γραπτό και τον προφορικό λόγο. Γιατί, ναι μεν τρυγώ από τα σταφύλια της προφορικότητας αλλά έχω μεγάλη έγνοια να ζυγίσω σωστά τα σουξεδιάρικα ελληνικά με τα διδάγματα των μεγάλων μαστόρων. Χρειάζεται ταπεινοφροσύνη και άσβεστη περιέργεια για το τι μπορεί να καταφέρει η γλώσσα. Η γλώσσα δεν φτιάχνει μόνο ατμόσφαιρα. Υπάρχουν λέξεις-νυστέρια που αποτελούν ατόφιο παράγοντα ουσίας».
«Το φαράγγι», το έκτο μυθιστόρημα της Καρυστιάνη, είναι ένας ύμνος για τη ζωή, σε μια εποχή διάψευσης των προσδοκιών, κατάρρευσης της συλλογικότητας, κατασυκοφάντησης του αλτρουισμού και πλήρους διάρρηξης του κοινωνικού ιστού. Μιλάει η Θεώνη για τις τελευταίες μέρες της μάνας της: «... και θαυμάζοντας το ίδιο κομματάκι ουρανού, το ίδιο κλαδί λεμονιάς και τις ίδιες φούντες της φτέρης στο μπαλκόνι που έβλεπε από το παράθυρο, αυτά και τίποτε παραπάνω από τον έξω κόσμο επί δύο ολόκληρα χρόνια. Μια φορά μάλιστα είχε πει πως είναι ωραίο πράγμα οι γλάστρες στα μικρά 2X1 μπαλκονάκια, γιατί προετοιμάζουν τον άνθρωπο για την τελική μετακόμιση σε ανάλογο στενό μέρος».
 Έχοντας διαβάσει όλα τα προηγούμενα βιβλία της Καρυστιάνη, έχω την αίσθηση πως «Το φαράγγι» είναι το πιο τρυφερό σαν τα ροδοπέταλα βιβλίο της. Ένα βιβλίο που μοιάζει με λουλούδι. Πιστεύω πως η σύλληψη της ιδέας και η υλοποίησή της δηλώνεται στη σελ. 196, όταν η Ευδοκία ομολογεί: «Αν η υπόθεση λουλούδι πιάσει ρίζες στη ζωή σου, σιγά-σιγά τυλίγεται πάνω σου σαν κισσός, κρεμιέται από το μυαλό σου, απλώνεται παντού στο σπίτι μέσα-έξω, στο δρόμο που παίρνεις κάθε πρωί. Εμάς τα λουλούδια μάς κάνανε καλό. Μέρα τη μέρα μερεύαμε, γινόμασταν και οι δυο πιο απαλοί άνθρωποι, ο νους μας έπαιρνε ανοιξιάτικο χρώμα, μύρωνε το αίμα μας, άνθιζε η ψυχή μας». 
 Η ακροτελεύτια φράση αποτυπώνει αυτό που μένει στην ψυχή του αναγνώστη μόλις διαβάσει και την τελευταία αράδα: «Από σήμερα γερνάμε όλοι μαζί»· την τελευταία λέξη: «ΜΑΖΙ».


..........................................................................................................................................................
Διάβασα το βιβλίο ακούγοντας τα "Ριζίτικα" του Γιάννη Μαρκόπουλου (1971), με τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη.


Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Πάντα κάτι λείπει




Κων. Δ. Τζαμιώτης
Η πόλη και η σιωπή
Μυθιστόρημα
Καστανιώτης, 2013
σελ. 493

Σε μια Αθήνα που αποσυντίθεται και καταρρέει, ο Αργύρης Τρίκορφος, ιδιοκτήτης άλλοτε μιας ακμάζουσας οικογενειακής βιοτεχνίας κουμπιών, πασχίζει να ξανασταθεί στα πόδια του δουλεύοντας ως ταξιτζής. Τα πραγματικά του προβλήματα όμως αρχίζουν την ημέρα που βρίσκει στο αυτοκίνητό του ένα ξεχασμένο τσαντάκι γεμάτο λεφτά. Προσπαθώντας να κάνει το σωστό, παρασύρεται σε μια προσωπική περιπέτεια που τον φέρνει αντιμέτωπο με όλους και με όλα: απ’ την οικογένεια, τους φίλους και τους συναδέλφους του ως την Αστυνομία και… τα ΜΜΕ. Μια περιπλάνηση στους δρόμους της σημερινής Αθήνας. Ένα μυθιστόρημα για την ατομική ευθύνη, τη συμπόνια και τη γενναιοδωρία. Ένα καυστικό σχόλιο για το σύγχρονο τρόπο ζωής (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Η υπόθεση
Ο Αργύρης Τρίκορφος, άλλοτε ιδιοκτήτης μιας ακμάζουσας οικογενειακής βιοτεχνίας κουμπιών, πασχίζει να ξανασταθεί στα πόδια του αφότου χρεοκόπησε, δουλεύοντας ως ταξιτζής. Μια μέρα βρίσκει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του ένα ξεχασμένο τσαντάκι που περιέχει 350.000 χιλιάδες ευρώ, μα αντί να τα κρατήσει, και να δώσει έτσι λύση στα προβλήματα του, αποφασίζει να τα παραδώσει. Και τότε, αρχίζουν τα πραγματικά του βάσανα. Με «όχημα» αυτή την ιστορία προσπάθησα να σκιαγραφήσω έναν άνθρωπο σε κρίση, έναν άνθρωπο σε ελεύθερη πτώση και μέσα από τις περιπέτειες του, κυρίως μέσα από τις επιλογές του, να μιλήσω για κάτι μεγαλύτερο, κάτι που μέρα με τη μέρα αφορά όλο και περισσότερους (από συνέντευξη του συγγραφέα στον Δημήτρη Φύσσα, στην athensvoice).

Ο τίτλος του βιβλίου
Ο ήρωας βιώνει «τρεις μεγάλες σιωπές», όπως θα έλεγε ο Αγγελόπουλος. Πρώτα της Ιστορίας: ανδρώθηκε σε ένα οπτιμιστικό περιβάλλον σύμφωνα με το οποίο όλα θα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο και ξάφνου βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τη δική του καταστροφή αλλά και ολόκληρης της κοινωνίας. Έπειτα, τη σιωπή του Θεού: γαλουχήθηκε με την ιδέα πως το να πράττει κανείς το σωστό ανταμείβεται και ανακαλύπτει όψιμα πως συχνά, αν όχι σχεδόν πάντοτε, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Τέλος βιώνει τη σιωπή του Έρωτα, μέσα από την καταστροφή της σχέσης του με τη γυναίκα που αγαπά. Η βουή της πόλης σπάνια μάς επιτρέπει να αφουγκραστούμε τον εκκωφαντικό θόρυβο που κάνουν οι άνθρωποι όταν σπάνε (από συνέντευξη του συγγραφέα).

Οι ήρωες
Στο μυθιστόρημα του Τζαμιώτη έχουμε δύο συμπρωταγωνιστές: τον Αργύρη και την Αθήνα ή, αν προτιμάτε, μια πόλη σε βαθιά παρακμή το καλοκαίρι του 2011 και έναν 50άρη, πρώην βιοτέχνη και νυν ταξιτζή-βιοπαλαιστή. «Οι τόποι είναι οι άνθρωποι· και αυτό το μέρος μαζί με τους ανθρώπους του είχαν εμπλακεί ξανά σε μια φοβερή δοκιμασία (…) μια δοκιμασία εξίσου τρομακτική, γιατί η αβέβαιη έκβασή της ίσως τους στερούσε κάτι σημαντικότερο απ’ τις περιουσίες τους και τον τρόπο ζωής τους· την περηφάνια τους θα ξεπάστρευε, θα κατάπινε την όρεξή τους για προσπάθεια και διάκριση και θα τους ξέκοβε μια κι έξω απ’ τις γενέθλιες αρχές τους, που, όσο και αν είχαν ξεθωριάσει και λησμονηθεί, παρέμεναν σημαντικές».
Ο Αργύρης μάς είναι συμπαθής, γιατί σταδιακά χάνει τις βεβαιότητες με τις οποίες γαλουχήθηκε: Δουλειά-Τιμιότητα-Αγάπη-Μέλλον. Ένας οριακός άνθρωπος, στο μεταίχμιο της κατάρρευσης, για τον οποίο η κρίση ταυτότητας είναι το μείζον ζήτημα. Χάνει τη βιοτεχνία κουμπιών που είχε φτιάξει ο πατέρας του, χάνει την αξιοπρέπειά του, χάνει τη γυναίκα του και το δικαίωμα να ονειρεύεται· προσπαθεί απεγνωσμένα να διατηρήσει τις αξίες του και τον παρωχημένο (στην εποχή μας) κώδικα ανδρικής τιμής: την ντομπροσύνη, την αλληλεγγύη, τη συναδελφικότητα, τη φιλία. Ο Αργύρης αποτελεί τη συνέχεια του Μάρα του «Πηγαδιού» και του Γεωργίου της «Σκιάς». Για την Τιτίκα Δημητρούλια «και τα τρία αυτά πρόσωπα διαθέτουν έναν αναλλοίωτο προσωπικό πυρήνα, που υπογραμμίζει ενώ δείχνει ότι αναιρεί την ελεύθερη επιλογή τους – με όποιες συνέπειες αυτό μπορεί να έχει για τη ζωή τους».

Ψυχολογικό θρίλερ
Το πολυσέλιδο μυθιστόρημα του Τζαμιώτη μού θύμισε έναν άλλο συνάδελφο του Αργύρη, τον Τράβις Μπικλ (Ρόμπερτ Ντε Νίρο), στην ταινία του Σκορτσέζε «Ο ταξιτζής» (1976). Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει και σενάριο για μια σύγχρονη ταινία-κινηματογραφικό αποτύπωμα της νεοελληνικής κρίσης, της κρίσης ταυτότητας της σύγχρονης Ελλάδας. Ο Αργύρης όπως και ο αμερικανός βετεράνος του Βιετνάμ είναι τύποι μοναχικοί με έντονη την αίσθηση του σωστού και του λάθους στην ανθρωπότητα. Όπως ο Μπικλ έχει ως προτεραιότητα τη διάσωση της ανήλικης πόρνης Άιρις (Τζόντι Φόστερ) από τον βούρκο της ακολασίας, έτσι κι ο ήρωας του Τζαμιώτη επιχειρεί κάθε μέρα να «σώσει» τον κόσμο και τον εαυτό του από τον αργό θάνατο που εγκυμονεί η αδιαφορία, ο φιλοτομαρισμός, η προϊούσα αναλγησία για τον άλλο, τον «Έτερο». Ωστόσο, κάθε απόπειρα διάσωσης τον περιπλέκει βαθύτερα στη δίνη της απώλειας. Ο Τζαμιώτης, είναι αλήθεια, ταλαιπωρεί αφάνταστα τον ήρωά του, φέρνοντάς τον σε οριακές καταστάσεις, σε σημείο –κάποιες φορές- να τον μεταχειρίζεται «σαδιστικά», λες και δοκιμάζει τις αντοχές του σε κάποιο πείραμα της κοινωνικής ψυχολογίας.

Η κριτική
Το βιβλίο έχει δεχθεί θερμές αλλά και επικριτικές αξιολογήσεις. Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου από το «ΒΗΜΑ» (9/2/2014) ψέγει τον Τζαμιώτη για «διδακτισμό και ηθικολογία»: «Δοκιμάζοντας να χτίσει μιαν ηθική προσωπικότητα, έναν ντοστογεφσκικό πρίγκιπα Μίσκιν, μιαν αξία-αντίβαρο στον κανιβαλισμό όχι μόνο της εποχής μας αλλά και του παρελθόντος, ο Τζαμιώτης δεν θα αποφύγει τον διδακτισμό και την ηθικολογία. Και αυτό επειδή η ακεραιότητα του Αργύρη εικονογραφείται χωρίς αναπνευστικούς πόρους και δικλίδες ασφαλείας». 
Αντίθετα, ο Χρίστος Παπαγεωργίου θεωρεί το μυθιστόρημα αυτό το καλύτερο του Τζαμιώτη, γιατί είναι «ένα τεράστιο σε έκταση δραματούργημα, (…) γιατί πετυχαίνει μια εκπληκτική, ρεαλιστική, αφηγηματική απλότητα, γιατί λείπουν φιλοσοφικά σχήματα ή χάσματα που θα έκαναν το βιβλίο ανιαρό· γιατί όταν χρειάζεται εμπλουτίζεται με εικονοπλασία έντονων χρωματισμών».
Ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του υπερασπίζεται τις προθέσεις του αναφέροντας σε ποιους απευθύνεται το βιβλίο του: «(…) δεν με ενδιαφέρουν όσοι γενικά διαβάζουν επειδή δεν τους παίρνει ο ύπνος, ενδιαφέρομαι κυρίως για όσους παίρνουν το ρίσκο να διαβάσουν λογοτεχνία, γνωρίζοντας ότι μπορεί να ανακαλύψουν πως κοιμούνται όρθιοι».

Ο Τζαμιώτης μιλάει για όλους και όλα. Κι αυτό ίσως αποτελεί ένα «μειονέκτημά» του. Σίγουρα, δεν είναι εύκολο να γράφει κανείς εν θερμώ, με τρόπο ψυχρό και αποστασιοποιημένο. Όμως τόσοι και τόσοι ξένοι συγγραφείς δεν γράφουν «εν βρασμώ ψυχής», όταν οι φλόγες ακόμα καίνε και τα συντρίμμια καπνίζουν; Άλλωστε ένα καλό  βιβλίο δεν κάνει ρεπορτάζ ούτε αγγίζει επιφανειακά την εποχή του. Οφείλει να σκάβει βαθιά κάτω από τα ερείπια αναζητώντας τη ζωή. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, χωρίς τη μυθοπλασία, πάντα κάτι θα λείπει…

Ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1970 και σήμερα ζει στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο. Εργάστηκε στην τηλεόραση, στη διαφήμιση και στον κινηματογράφο. Τα τελευταία χρόνια διευθύνει την πολιτιστική έκδοση «Highlights». Έχει γράψει τα βιβλία: «Η συνάντηση» (Ίνδικτος, 2002), «Βαθύ πηγάδι» (Ίνδικτος, 2003), «O βαθμός δυσκολίας» (Ίνδικτος, 2004), «Παραβολή» (Καστανιώτης, 2006), «Η εφεύρεση της σκιάς» (Καστανιώτης, 2008), και έχει λάβει μέρος σε συλλογικά, θεματικά λογοτεχνικά εγχειρήματα.