Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2022

Τα διαυγή νερά του διηγήματος

 
Η Χρύσα Φάντη, στην τρίτη πεζογραφική της προσπάθεια ("Σε θολά νερά", εκδ. Σμίλη) τελειοποιεί τα εκφραστικά της μέσα (γλώσσα πυκνή, ρέουσα, ασθματική, με ιδιαίτερη χρήση του χιούμορ) και χειρίζεται με συνέπεια τις αφηγηματικές τεχνικές της, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο ύφος, χάρη στο οποίο ανανεώνει το είδος του διηγήματος, με τη ροή της συνείδησης να συγκροτεί μια ψυχοαφήγηση η οποία καλεί σε διαρκή εγρήγορση τον αναγνώστη, για να τον βυθίσει στα βάθη της ψυχής και του μυαλού των χαρακτήρων της. Το σοφίλιασμα του ιδιότυπου ρεαλισμού με το ονειρικό στοιχείο επιτρέπει τη διαρκή μετατόπιση από τον συνταγματικό άξονα (παραβιάζει την παραδοσιακή φόρμα με τη γραμμική και αιτιακή αλληλουχία) στον παραδειγματικό άξονα μιας ρευστής και θολής σημασιοδότησης που προσιδιάζει περισσότερο στο ποιητικό γεγονός, από τη στιγμή που για τη Φάντη το μείζον δεν είναι «τι αφηγείται» αλλά το «πώς αφηγείται».  

Πιο συγκεκριμένα, την αφηγηματική  της ποιητική χαρακτηρίζουν: 

 1. Οι πειραματισμοί στη μικρή φόρμα του διηγήματος: Η συγγραφέας παραβιάζει την παραδοσιακή φόρμα με τη γραμμική και αιτιακή αλληλουχία, προκειμένου να καθρεφτίσει τη διαλυμένη και αντιφατική κοινωνία του 21ου αιώνα.

 2. Η ικανότητά της να συναρμόζει τα θραύσματα: Η αλλαγή ύφους και φωνής σε ελάχιστο χώρο είναι τόσο καλά σχεδιασμένη και εκτελεσμένη ώστε να μοιάζει σχεδόν τυχαία και απροσχεδίαστη.

 3. Το ιδιότυπα ρεαλιστικό περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες: Σε πολλά από τα διηγήματα, ο χρόνος και ο τόπος δεν κατονομάζονται, αλλά ακόμη κι όταν αυτό συμβαίνει και πάλι παραμένουν σκοπίμως απροσδιόριστα.

 4. Η ποιητική και φροντισμένη γλώσσα: Ο μακροπερίοδος λόγος με την προφορικότητα που διαθέτει ο εσωτερικός μονόλογος, η  πολυφωνία, η αφαιρετική πυκνότητα, όλα αυτά δημιουργούν την απαραίτητη απόσταση που απαλλάσσει την αφήγηση από την εύκολη συναισθηματική χειραγώγηση.

 5. Το σκηνικό: Το απρόσωπο, θολό σκηνικό είναι το πλέον κατάλληλο για να τοποθετήσει η συγγραφέας κάθε ανταριασμένο της ήρωα.

 6. Οι χαρακτήρες: «Οι περισσότεροι πρωταγωνιστές μου, και στο Δόντι του Λύκου και στα Θολά Νερά, προσπαθούν να απεγκλωβιστούν από τις καθημερινές τους συνήθειες και το ερωτικό και οικογενειακό παρελθόν τους, κατευθυνόμενοι προς τόπους άγνωστους ή επιστρέφοντας στη γη που γεννήθηκαν. Αλλά αυτή η γη, στο παρελθόν οικεία και προσφιλής, είναι συνήθως μια γη που πλέον δεν τους ανήκει. Κάποιοι πάλι, ανασύροντας παλιές ενοχές και φοβίες, προσπαθούν να βρουν ανακούφιση σε φανταστικά πρόσωπα, πιθανή αντανάκλαση των ονείρων τους. Λίγοι βρίσκουν ένα όραμα που να τους καλύψει τα κενά, μια ιδέα που δεν θα γυρίζει σε ιδεοληψία ή δεν θα καταλήγει σε φιάσκο.» (από συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα). Δεν είναι τυχαίο το μότο του Γουίλιαμ Φώκνερ που επιλέγει: «Επειδή καμία μάχη δεν κερδήθηκε ποτέ, είπε. Ούτε και δόθηκε. Το πεδίο της μάχης αποκαλύπτει στον άνθρωπο μόνο τη δική του αφροσύνη και τον απελπισμό του». Οι περισσότεροι από τους κύριους χαρακτήρες και  στα «Θολά νερά» - περιθωριακοί και τελματωμένοι- γνωρίζουν καλά  ότι περιφέρονται μέσα σε  αχαρτογράφητα νερά, χωρίς να τρέφουν αυταπάτες. Είναι χαρακτηριστικός ο ήρωας στο διήγημα «Ανήδονα», ο οποίος, απομονωμένος και κλεισμένος στον εαυτό του, απέκτησε τη συνήθεια να επινοεί φίλους και κόσμους φανταστικούς. «Τα ταξίδια με τους επινοημένους φίλους και οι εικόνες που μου αποκάλυπταν, ανεξήγητες και ανεξερεύνητες ως προς την πηγή τους, μ’ έθρεψαν και μ’ εξύψωσαν, ακατάπαυστα, επικαλύπτοντας ή μία την άλλη, όπως σε μια παθιασμένη συζήτηση η ατάκα μιας νέας πρότασης διακόπτει τη ροή της προηγούμενης, πριν η τελευταία προλάβει ν’ ακουστεί. Όλο αυτό, που θύμιζε περισσότερο ονειρική καταβύθιση με τα μάτια ανοιχτά, δεν θα το βίωνα αν στη ζωή μου δεν είχαν υπάρξει αυτοί.»

7. Η άμεση απεύθυνση στον αναγνώστη:  η συγγραφέας καθιστά τον αναγνώστη ταυτόχρονα και συνδιαμορφωτή στα τεκταινόμενα, σε ένα υλικό ωστόσο το οποίο η ίδια έχει τον απόλυτο έλεγχο. Έτσι, προσποιείται ότι τα στοιχεία που εισάγει στις ιστορίες της είναι όσα κινητοποιούν τον αναγνώστη: «ναι, γράψε για όλα αυτά που πάντα θα διασκεδάζουνε τραγικότητες και θ’ αποθεώνουνε το γκροτέσκο και το μπουρλέσκο (οι αναγνώστες σου πολύ τα γουστάρουνε κάτι τέτοια)». Μ’ ακούς, μαμά; Σε ρωτάω, αλλά εσύ μοιάζεις προσηλωμένη σε κάτι που δεν ξέρω πώς να το ονομάσω, [§] νοσταλγική καταβύθιση; [§] άνοστη κολεγιά με το χθες; [§] προσηλωμένη και παραδομένη ποιος ξέρει σε ποιους σκοτεινούς συνειρμούς και καταστάσεις και γεγονότα, που ποτέ δεν θέλησες να παραδεχτείς, πόσο μάλλον να μου εξομολογηθείς, όπως ας πούμε τα πάθη σου από τον αργό θάνατο ενός τυραννικού συγγενή ή το ότι παρέμεινες χρόνια με κάποιον που δεν συμπόνεσες και στη συνέχεια πόνεσες τόσο βαθιά, που μυστικά ευχήθηκες να τον δεις πεθαμένο, […]».

8. Οι πλούσιες διακειμενικές αναφορές: Οι πραγματεύσεις της Φάντη εμπεριέχουν και μια διάσταση απόδοσης τιμής στους πεζογραφικούς "προγόνους", οι οποίοι εμπνέουν τη συγγραφέα. Η «Α.Σ.Α.», δηλαδή η Ανεξέλεγκτη Σωματική Ανάπτυξη, που μεταδίδεται σαν ίωση στον πληθυσμό και καταλήγει σχεδόν πανδημία, περιέχει στοιχεία παράδοξα, που μοιάζουν να επιδιώκουν την ανασύνθεση του καφκικού κλίματος: ενός ανοίκειου, αλλοπρόσαλλου κι εχθρικού κόσμου.

9. Η αυτοαναφορικότητα («η τέχνη της αφήγησης, η μόνη μου έγνοια»): Στον πυρήνα του έργου της βρίσκεται η ίδια η διαδικασία της γραφής, η οποία, τρόπον τινά, έχει μεγαλύτερη σημασία από την ιστορία που κάθε φορά επιλέγει να αφηγηθεί. Η συγγραφέας δεν θέτει ερωτήματα ούτε γυρεύει απαντήσεις, προφανώς γιατί πιστεύει ακράδαντα πως απάντηση είναι η ίδια η γραφή.

Μια συλλογή που θα γράψει τη δική της ιστορία στα λογοτεχνικά πράγματα όχι τόσο για την πλοκή όσο για την αναβάθμιση του ρόλου του αναγνώστη. Από γραφή σε γραφή η Φάντη βελτιώνει την τεχνική της σκευή, αποδεικνύοντας πως στον χώρο της μικρής φόρμας προσφέρει μια, θα τολμούσα να πω, ανανέωση της μορφής πειραματιζόμενη σε νέους τρόπους με τολμηρές αναμείξεις, αποφεύγοντας τη μανιέρα και την επανάληψη, που συχνά φέρνουν εμπορική επιτυχία στον συγγραφέα και στον εκδοτικό οίκο, αλλά δεν κομίζουν τίποτε σημαντικό στην τέχνη του λόγου.

 

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Κώστας Μπαρμπάτσης, Λυκοχαβιά (αναγνωστικές εντυπώσεις)

Κώστας Μπαρμπάτσης,
Λυκοχαβιά
Διηγήματα
Κέδρος, 2022

 Χρήστος Μπράβος




Πρώτο βιβλίο για τον Κώστα Μπαρμπάτση. Έξι μεγάλα σε έκταση διηγήματα, σχεδόν ισοδύναμα μεταξύ τους (με εξαίρεση το πρωτοπρόσωπο «Ας λάμπει ο ήλιος» που υπολείπεται κάπως των άλλων), στα οποία η ιστορία εισβάλλει στη μυθοπλασία και αντίστροφα. Από αυτή τη διαπίδυση λογοτεχνίας και ιστορίας κερδισμένος βγαίνει ο αναγνώστης που απολαμβάνει πραγματικά αυθεντική λογοτεχνία, παρά τις αδυναμίες του πρωτόλειου.

 Ηρωικό στοιχείο δεν υφίσταται πουθενά, αν και το συγκείμενο ευνοεί κάτι τέτοιο. Ούτε ήρωες συναντάμε· μόνο αντι-ήρωες όλων των ηλικιών προερχόμενους από τις παλαιότερες δοκιμασίες του τόπου (Αλβανία, Κατοχή, Εμφύλιος, μετανάστευση, δικτατορία). Με έμφαση στο δραματικό και το ανθρώπινο στοιχείο. Άνθρωποι ιδεατοί δεν υπάρχουν παρά μόνο πραγματικοί. Από αυτούς που ζουν υποφωτισμένοι, στη σκιά των μεγάλων γεγονότων. Ωστόσο, η καλειδοσκοπική ματιά του συγγραφέα είναι αρκετή για να φωτίσει το δράμα και των μεγάλων γεγονότων. Με άλλα λόγια, οι μικροϊστορίες γίνονται το κάτοπτρο αλλά και ο μεγεθυντικός φακός που επιτρέπει την εξερεύνηση της αθέατης και σκοτεινής πραγματικότητας. Προσοχή, όχι την τυπική, φωτογραφική αναπαράστασή της, όσο κι αν η ρεαλιστική τεχνική συνεπικουρούμενη από την εκτεταμένη χρήση των ιδιωματισμών ευνοεί κάτι τέτοιο.

 Λιτός στην αφήγησή του ο συγγραφέας. Με αίσθηση του μέτρου, αποφεύγει το περιττό, χωρίς λεκτικούς ακκισμούς, γεγονός που κάνει τον τόνο συγκρατημένο παρά το δραματικό στοιχείο του θανάτου που κυκλώνει διαρκώς τα πρόσωπα. Συγκινεί, αλλά δεν εκβιάζει τη συγκίνηση του αναγνώστη με μελοδραματισμούς. ("Κι όπως γύρισε πλάτη να το τυλίξει [το δαχτυλίδι], πλησίασε αργά από πίσω ο Λευτέρης. Πλησίασε και βάζοντάς του την κάννη στον σβέρκο, πάτησε τη σκανδάλη και τον άφησε εκεί. Στον τόπο του", σ. 128).

Το μεγάλο προτέρημα του βιβλίου είναι το πλάσιμο των χαρακτήρων με υλικά παραδοσιακά και σύγχρονα. Ο Λώλος, ο Λευτέρης, ο μετανάστης-βοσκός, η Σεβαστή, ο Τσίλιας είναι μεν μυθοπλαστικές κατασκευές αλλά με τέτοιο εκτόπισμα που "ζουν" και έξω από τις γραμμές του βιβλίου. Αποτελούν, σύμφωνα με την έκφραση του Seymour Chatman, αυτόνομα και ανοιχτά όντα, ικανά να μας "στοιχειώνουν" ακόμη και μετά το πέρας της ανάγνωσης.

 Ο πρωτοεμφανιζόμενος Κώστας Μπαρμπάτσης, εκτός από τις προφορικές αφηγήσεις του τόπου καταγωγής του, κουβαλά μεγάλο φορτίο αναγνώσεων, κυρίως από την ηθογραφική μας παράδοση όσο και από τη μεταπολεμική και σύγχρονη πεζογραφία μας. Θαρρώ πως δικαίως ανέβηκε στο πρώτο σκαλί της πόλεως των ιδεών. Το δεύτερο βήμα σίγουρα θα απαιτήσει μεγαλύτερο έλεγχο των αφηγηματικών τεχνικών (περιορισμό των εκτεταμένων αναδρομικών αφηγήσεων και καλύτερη διαπλοκή των χρόνων) αλλά και οργανικότερη αφομοίωση των επιρροών του -βλέπε «Θεοτόκης»-, ώστε να μην είμαι εμφανείς αλλά υποδόριες.  

 Προσωπικά, αποφεύγω τους βαρύγδουπους χαρακτηρισμούς του τύπου «ο διάδοχος, ο συνεχιστής…». Μήτε αρέσκομαι να βρίσκω συγγένειες εκλεκτικές. Ελπίζω κι ο ίδιος να μην πέσει σε αυτή την παγίδα και να διεκδικήσει τη δική του, αυτόνομη, παρουσία στον χώρο της πεζογραφίας. Ούτε φυλακτά λυκοχαβιάς τού χρειάζονται. Έχει τη στόφα του γοητευτικού «παραμυθά». Πιστέψτε με. 

 Στην ανάγνωση μάς κράτησε συντροφιά ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Πώς αλλιώς; 



Σάββατο 23 Απριλίου 2022

Marie Ndiaye, Η εκδίκηση είναι δική μου, μτφρ. Αλεξ. Κωσταράκου, Πόλις 2022

της Ελένης Πατσιατζή


 

 Ο Ζιλ Πρενσιπό ζητά από τη δικηγόρο κυρία Σιζάν να αναλάβει την υπεράσπιση της συζύγου του Μαρλίν, η οποία σκότωσε τα τρία παιδιά τους. Αυτή είναι η αφορμή για την καταβύθιση της ηρωίδας, της κυρίας Σιζάν, σε ένα ατέρμονο ταξίδι στο παρελθόν, στη μνήμη, στο τραύμα, στο μεταίχμιο μεταξύ πραγματικού και ονειρικού,  σε όλα όσα διαμόρφωσαν την πολλαπλή ταυτότητά της. Ο ρυθμός αυτού του ταξιδιού είναι καταιγιστικός και πολλαπλές οι διηθήσεις ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο, στο ορατό και μη ορατό. Τα πρόσωπα είναι παρόντα και ταυτόχρονα απόντα, θολά μέσα στην αμηχανία τους  και στη ρευστότητα του αφηγηματικού χρόνου. Η αμφιβολία για όλα είναι διαρκώς παρούσα και οι αναγνώστες/-τριες καλούνται να αποφασίσουν τι είναι αυτό που έχει πραγματικά συμβεί σε ένα κείμενο μυστηρίου, πολλαπλών επεισοδίων και επιπέδων ανάγνωσης όπου το  μείζον ζήτημα της αναζήτησης της αλήθειας για την απονομή δικαιοσύνης είναι το νήμα που συνδέει όλα τα επιμέρους στοιχεία του παλίμψηστου της αφήγησης. 

 

  (Η Μαρί Ντιάι δημοσίευσε το πρώτο της μυθιστόρημα σε ηλικία δεκαεπτά ετών)
 

 Η Ndiaye δομεί αριστοτεχνικά την πλοκή και τους χαρακτήρες, ενώ παράλληλα εκκινεί και καταλήγει στην έμφυλη οπτική. Οι γυναικείοι χαρακτήρες, επάλληλα προσωπεία και εκδοχές θηλυκοτήτων, συνθέτουν ένα αδιάλυτο σύνολο διαρκούς ενδεχομενικότητας ως προς την επιτέλεση του κοινωνικού τους φύλου. Πολλαπλοί κοινωνικοί ρόλοι αλλά και διαρκές «στίγμα» (ορατό και χαίνον), αν δεν επιτελεστούν με ακρίβεια, συντελούν στην αφανισμό του Προσώπου μέσα από έναν επαναλαμβανόμενο, μη ορατό,  «φόνο» που τελείται εντός των κλειστών δωματίων της οικογενειακής εστίας και εν μέσω της εκκωφαντικής κοινωνικής σιωπής.

 Το ευάλωτο πρόσωπο, ιδίως το παιδί, όπως και ο πρόσφυγας, χρειάζεται την «απροϋπόθετη φιλοξενία», κατά Ντεριντά, για να αναπτυχθεί. Τι συμβαίνει όμως, όταν αυτή η φιλοξενία δεν πραγματώνεται ή όταν το ίδιο το οικογενειακό περιβάλλον γίνεται εχθρικό, αφιλόξενο; Πώς μπορεί να δομήσει την ταυτότητά του ένα παιδί που καλείται να ενηλικιωθεί κυρίως μέσα από τους μηχανισμούς της απώθησης, προκειμένου να ξεχάσει τις διαρκείς παρεμβάσεις στο σώμα και στον ψυχισμό του;  Η Ndiaye θέτει διαρκώς ερωτήματα, δεν αφήνει λεπτό τους/τις αναγνώστες/-τριες να εφησυχάσουν. Η συνειδησιακή ροή της ηρωίδας κινείται προς την κατεύθυνση μιας epiphany, μιας συνειδητοποίησης, που όμως διαφεύγει. Η στέρεη δομή των οικογενειακών σχέσεων καταρρέει όσο η εικόνα που διαμορφώνεται μοιάζει με εκείνη ενός παραμορφωτικού καθρέφτη που όσο αναζητά κάποια/-α το πρόσωπό του/της εντός του, τόσο περισσότερο η εικόνα θολώνει και διαφεύγει.

Ωστόσο, η  ηρωίδα, η κυρία Σιζάν, προσπαθεί  να ξεδιαλύνει τι ακριβώς έχει συμβεί τόσο σε εκείνη την ίδια όσο και στην υπόθεση που έχει αναλάβει. Ποιος ο ρόλος του Ζιλ Πρινσιπό στην δική της ιστορία όπως και στην υπόθεση που της αναθέτει; Το ερώτημα διαρκώς επανέρχεται. Παράλληλα προσπαθεί να είναι δίκαιη, εντός και εκτός των επαγγελματικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει. Γνωρίζει καλά, όμως, ότι όλα αποδομούνται σε μια μεταιχμιακή εποχή, όπως αποδομείται σταδιακά κι εκείνη στο μεταίχμιο ονείρου και πραγματικότητας, αθωότητας και ενοχής, φωτός και σκιάς. Άλλωστε, η απονομή της δικαιοσύνης εμπεριέχει αντιφάσεις και ασυμμετρίες που μας αποκαλύπτει αριστοτεχνικά η Ndiaye.  

 


  

  Η συγγραφέας χαρτογραφεί τον ψυχισμό γυναικών από διαφορετικά κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, οι οποίες  καλούνται να αναλάβουν ευθύνες, που αντιστοιχούν στον κοινωνικά επιβεβλημένο ρόλο τους. Στο μυθιστόρημά της, όσοι προσπαθούν να ξεφύγουν από την όποια ευθύνη απλώς την μετατοπίζουν σε άλλα πρόσωπα, γυναικεία.  «Εγώ είμαι σημαίνει εφεξής δεν μπορώ να ξεφύγω από την ευθύνη», μας λέει ο Λεβινάς στο «Το υπερβατικό και το υψηλό». Για τον Λεβινάς, όταν το πρόσωπο εμφανίζεται στον κόσμο μας, η πρώτη έκφρασή του είναι μια εντολή: «δεν θα σκοτώσεις». Αυτή την εντολή  λαμβάνει ως τον πρώτο και πιο θεμελιώδη των νόμων. Αυτό τον πρωταρχικό νόμο όμως παραβαίνει η Μαρλίν Πρενσιπό σκοτώνοντας τα τρία παιδιά της. 

  Πώς οδηγήθηκε σε αυτή την αποτρόπαια πράξη; Η επίκληση στην ατομική ψυχοπαθολογία είναι όρος επαρκής για τη διαλεύκανση της υπόθεσης; Ποιες οι ευθύνες του άμεσου και έμμεσου κοινωνικού περιβάλλοντος;  Θυμίζουμε ότι στην αρχαία ελληνική τραγωδία η Μήδεια δεν δικάστηκε αλλά αναλήφθηκε στους ουρανούς πάνω σε φτερωτό άρμα που της έδωσε ο πατέρας της ο Ήλιος. Στο γνωστό διήγημα του Παπαδιαμάντη, "Η Φόνισσα", η  Φραγκογιαννού, πνίγεται στο μέσο του δρόμου μεταξύ θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης. Στο έργο της  Ndiaye η καταληκτική σκηνή, εντός της δικαστικής αίθουσας, είναι διαφωτιστική της δικής της οπτικής. Για όσους/-ες παρακολούθησαν με προσοχή το κείμενο… Άλλωστε, η καταληκτική σκηνή συνομιλεί όχι μόνο με το σύνολο του κειμένου αλλά και με το αίνιγμα του τίτλου  που προέρχεται από το Δευτερονόμιο «Η εκδίκηση είναι δική μου, όπως και η ανταπόδοση» (Δτ32,35).

  Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην άψογη μετάφραση που  διατηρεί τη γοργότητα του ρυθμού, τις εικόνες καταβύθισης σε εσωτερικά τοπία και την κομψότητα του ύφους. Είναι πραγματικά ευτυχής η συγκυρία να έχουμε τόσο σύντομα μεταφρασμένο στα ελληνικά ένα κείμενο τόσο πολυσύνθετο και αξιόλογο. 

 

Απόσπασμα, σελ.28-29

"Μέσα στη μικρή κουζίνα που έβλεπε στο αδιέξοδο, κάτω από το θαμπό φως του κρεμαστού φωτιστικού από πράσινη οπαλίνα και σφυρήλατο σίδερο, αισθανόταν ήρεμη και χωρίς την πίεση του χρόνου, όπως κάθε φορά που περνούσε το κατώφλι του σπιτιού, παρόλο που είχε δει τη συνηθισμένη λάμψη ανησυχίας να περνά από τα μάτια των γονιών της μόλις μπήκε.

Ήταν σαν να της έλεγαν, αμήχανοι και νευρικοί: Είμαστε καλά, είμαστε ήρεμοι, δεν θέλουμε να μας ανακοινώσεις τίποτα δυσάρεστο κι ας είναι δική μας δουλειά να σε φροντίσουμε, ν΄ακούμε τα άσχημα νέα, ωστόσο δεν το θέλουμε, το αρνιόμαστε με όλη μας τη δύναμη, γι΄αυτό κάναμε μόνο ένα παιδί, εσένα που σ' αγαπάμε αλλά μερικές φορές ευχόμαστε να μη μαθαίνουμε νέα σου, από φόβο μήπως είναι άσχημα. Κι έτσι ζηλεύουμε καμιά φορά την ψυχική γαλήνη των δεμένων ζευγαριών που είχαν τη φρονιμάδα (ή αποδέχτηκαν συνετά το γεγονός) να μην αποκτήσουν παιδί από το οποίο θα μπορούσαν να προέλθουν δυσάρεστα νέα ή απογοητεύσεις, ασυναρτησίες ή αφηγήσεις τρόμου, κι αυτό το παιδί, ξαφνικά ξένο, αυτός ο καρπός της επιθυμίας και του εγωισμού, να κάνει τους γονείς να σκεφτούν με πίκρα: Τίποτα δεν μας ανάγκασε να το αποκτήσουμε, υπήρξαμε αδύναμοι και ματαιόδοξοι, και να αυτή η γυναίκα, η  κόρη μας, που κουβαλήθηκε στο σπίτι μας από τα ξημερώματα μιας χειμωνιάτικης ημέρας για να μας ανακοινώσει κάτι που ίσως θα καταστρέψει για πάντα την ηρεμία μας."