Σάββατο 26 Αυγούστου 2017

Λεωφορείο ο κόσμος




Στο λεωφορείο για την Καισαριανή συνάντησα τον Μάριο Χάκκα. Δεν έχασα ευκαιρία και του ’πιασα κουβέντα. Για ένα διήγημα που έγραψε όταν γεννιόταν η αφεντιά μου. Για κείνο, ντε, το λεωφορείο που το έλεγε «Λεωφορείο ο κόσμος» και που όταν το είχα διαβάσει κάπου στην άγουρη εφηβεία μου το ’80, ταυτίστηκα, τ’ ομολογώ, με τους συνομήλικους ήρωές του. Μάλιστα τον ρώτησα αν τους γνώριζε και πώς τους λέγανε και τι ν’ απογίνανε άραγε στη ζωή τους. Εγώ μέχρι τότε μόνο το "Λεωφορείον ο Πόθος" ήξερα και, όσο να 'ναι, άλλα περίμενα και άλλα βρήκα.

Κούνησε το κεφάλι και σκεφτικός έβαλε τα χέρια στις τσέπες. «Τι να κάνουμε…» είπε και κατέβηκε στην επόμενη στάση.

Σημασία δεν έχει πώς ξεκινά και πώς τελειώνει η ιστορία. Αυτό θα το καταλάβαινα πολύ αργότερα. Σημασία έχουν όσα διαμείβονται την ίδια ώρα μέσα στο λεωφορείο, δίχως οι δεκαεξάχρονοι να έχουν αντιληφθεί το παραμικρό.

Όταν άφησα το λεωφορείο, πήγα γραμμή για τον Άγιο Γεώργιο τον Κουταλά. «Κουταλάδες» -από την κουτάλη- ονομάζεται ολόκληρη η περιοχή. Το ρόπαλο με το οποίο ο Ηρακλής, λέει ο μύθος, σκότωσε ένα λιοντάρι κάπου στον Κιθαιρώνα. Μια εκδοχή που ομολογώ δεν την πολυπιστεύω. Όπως σταδιακά έπαψα να πιστεύω και στους άλλους μύθους, κάτι επαναστατικά παραμύθια με τα οποία για χρόνια βαυκαλίστηκε η γενιά μας.  

Μέσα στο μισοκαμένο δάσος, παίρνω το μονοπάτι για το βυζαντινό ξωκλήσι. Μπας και βρω την απάντηση στο "Τι να κάνουμε" για όλα αυτά τα ενεστώτα που μας πληγώνουν. Για δυο βήματα μπρος και κανένα πίσω. Πάντως, ρόπαλα τούτη τη φορά δεν μας χρειάζονται ούτε ροπαλοφόροι Ἡρακλεῖς...


____________________________________________________________________________

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΗΤΑΝ ΚΙΟΛΑΣ ΓΕΜΑΤΟ. Κατειλημμένες όλες οι θέσεις καθήμενων, φισκαρισμένος ο χώρος ορθίων.
Στις ειδικές θέσεις για πρόσωπα που χρήζαν βοήθεια, δυο δεκεξάχρονοι νέοι είχανε στημένη ψιλή κουβεντούλα, αδιάφοροι για το συνταξιούχο κύριο που είχε σταθεί επιδειχτικά από πάνω τους κι εκδήλωνε την αγανάκτησή του μ’  ένα ελαφρό τικ στο προχωρημένο προγούλι του.
- Ο Λένιν, είπε ο ένας, αυτός αν δεν πέθαινε γρήγορα, η εξέλιξη θα ’ταν άλλη. Δε θα υπήρχε εκτροπή. Δε θα πέφτανε τόσα κεφάλια.
- Μπα, του χώθηκε ο άλλος. Πάλι τα κεφάλια θα πέφτανε. Εξάλλου το είπε κι ο Τρότσκι. Ήταν μια αναγκαιότητα. Αλλιώς η επανάσταση φράκαρε.
- Ο Στάλιν το παράκανε όμως, συμπλήρωσε ο πρώτος που φαίνονταν τώρα να πλησιάζει τις απόψεις του άλλου.
- Ακούτε, ακούτε, είπε ο γηραλέος συνταξιούχος, στρέφοντας στο διπλανό όρθιο με το χαρτοφύλακα κάτω απ’ το μπράτσο.
(…)

- Τα εισιτήριά σας, προχώρησε ο ελεγκτής παρακάτω.
- Ένα βήμα μπρος, ακούστηκε η φωνή του εισπράκτορα απ’  το μεγάφωνο.
- Το «Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω» του Λένιν, σπουδαίο βιβλίο, είπε ο ένας από τους δύο νεαρούς που δε νοιάστηκαν καθόλου για όσα συνέβηκαν στο λεωφορείο.
- Και το «Τι να κάνουμε». Το «Τι να κάνουμε». Πρέπει να ξαναδιαβάσουμε.

(Μάριος Χάκκας, από τη συλλογή «Τυφεκιοφόρος του εχθρού», 1966)

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Τσότσηγια & Ὤ' μ

Μιχάλης Μακρόπουλος
"Τσότσηγια & Ὤ' μ"
Νουβέλες
εκδ. Κίχλη, 2017
σελ. 140




Ακολουθώντας το σεφερικό «Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα» o Μιχάλης Μακρόπουλος μάς προσφέρει δυο νουβέλες, που αν και σε πρώτη ανάγνωση είναι προσπελάσιμες, ο απαιτητικός αναγνώστης δεν θα αρκεστεί στις πρόσκαιρες εντυπώσεις και, αφού κατασταλάξει το κείμενο μέσα του, σε λίγο θα το ξαναπιάσει στα χέρια του για να το διαβάσει όχι σαν παραμύθι –σε δύο μέρη- για μεγάλους, αλλά σαν λογοτεχνικό δοκίμιο και πολυσήμαντη αλληγορία για τη βία, τον φόβο, την ανθρωπιά, την τέχνη, τον αγώνα της επιβίωσης που κάνει άνθρωπο τον άνθρωπο.


Εξοικειωμένος με τις αφηγηματικές δομές, το ύφος και τη «σπλαχνική» γλώσσα των παραμυθιών ο συγγραφέας ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τις αφηγηματικές νόρμες των παραμυθιών, όπως τις κατέγραψε το 1908 ο Δανός Λαογράφος Άξελ Όλρικ. Οι δύο ιστορίες του δεν ξεκινούν από το σπουδαιότερο σημείο της δράσης ούτε τελειώνουν απότομα.


Στην «Τσότσηγια» προηγείται μια κατατοπιστική εισαγωγή χαμηλών τόνων, ενώ η ιστορία συνεχίζεται και μετά την κορύφωση, για να κλείσει τον κύκλο σε ένα σημείο ηρεμίας και σταθερότητας. Οι επαναλήψεις είναι συχνές, όχι μόνο για να δώσουν ένταση στην πλοκή, αλλά και για να προσδώσουν σαφή όγκο στην ιστορία. Την ίδια στιγμή, παρόντα στο ίδιο επεισόδιο βρίσκονται συνήθως μόνο δύο πρόσωπα –αντίθετοι χαρακτήρες: η Κατερίνα και ο χήρος άντρας της, η Κατερίνα και οι γιοι του άντρα της, η Τσότσηγια και οι άντρες του σπιτιού. Το πλέον αδύναμο πλάσμα, η Τσότσηγια, στο τέλος αποδεικνύεται το ισχυρότερο. Η πλοκή είναι απλή, συχνά γίνεται με χρονικά άλματα, αναλήψεις και προλήψεις, για να διατηρείται αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ο χρόνος γίνεται απροσδιόριστος («Κύλησαν έπειτα οι μέρες και οι βδομάδες»), ενώ όλα θίγονται με τον απλούστερο –καθόλου απλοϊκό τρόπο. Κι αυτό ακριβώς είναι το προτέρημα του βιβλίου.


«Γλωσσοκεντρικός» συγγραφέας ο Μακρόπουλος, κεντά σαν καλός παραμυθάς λεκτικά το κείμενό του έχοντας διανύσει μια αξιοθαύμαστη πορεία έντονης και επίμονης-επίπονης τριβής με την ελληνική γλώσσα. Πέρα από τα πετυχημένα λογοπαίγνια ("ένα νυχτοπούλι ακουγόταν από πέρα, να μετράει τα μοναχικά δευτερόλεπτα και λεπτά της νύχτας σαν ρολόγι της μοίρας - μοιρολόγι"), τα τοπικά ιδιώματα ("αρχίνησαν να χτυπιούνται χουγιάζοντας και γρούζοντας"), τις συχνά απροσδόκητες παρομοιώσεις («Το κορμί της ήταν σαν στερεμένο πηγάδι», "Ήταν ένας Δεκέμβρης κρύος σαν ψυχή αδίστακτου φονιά"), τις τολμηρές προσωποποιήσεις («Ο καλόγνωμος δράκος, ο καυστήρας, ροχάλιζε μες στη σπηλιά του…») και ευφάνταστες μεταφορές ("εκείνος δε σάλεψε ούτε τοσοδά, ριζωμένος μπρος στο λάκκο που 'χασκε κι ήταν για τον νεκρό κορνίζα τ' ουρανού") που σοφά και με μέτρο τοποθετεί σε επιλεγμένα σημεία, αυτό που δίνει ιδιαίτερη ενέργεια στο κείμενο είναι το ρήμα. Μια μηχανή μεγάλης ιπποδύναμης που δένει σφιχτά τις λέξεις, δημιουργώντας εκπλήσσουσες φράσεις και αξιοθαύμαστες συνδέσεις.


"Την πασπάτεψε, τη γύρισε. Ανέβηκε πάνω της. Μα δεν την ένοιαξε, τώρα η ίδια είχε γίνει τοσηδά· ήταν το κορμί της απέραντη σπηλιά που μέσα του κρυβόταν, κι αυτός ένας δράκος που τη γύρευε. Ποτέ δε θα την έβρισκε.

Ο δράκος βόγκηξε κι έγρουξε, μάνιασε και ξεφύσησε, και τέλος τραβήχτηκε αποπάνω της· και σιγά σιγά η Κατερίνα απλώθηκε μες στο κορμί της, το κατοίκησε όλο ξανά. Τα πόδια της, τα χέρια της, η κοιλιά της, τα στήθια της, η όψη της, ο πόνος στη χούφτα της, τής ανήκαν ξανά όλα. Ήταν ολόκληρη κι ακέρια. Ο δράκος είχε πασπατέψει κι είχε καβαλικέψει μονάχα ένα τσόφλι, ένα ομοίωμα» (σ. 18-19).


Κλείνοντας το βιβλίο έχεις την αίσθηση πως δεν ξεμπέρδεψες μια και καλή με αυτό. Ούτε κι αυτό με σένα. Η θέση του δεν βρίσκεται σε μια βιβλιοθήκη για να ξεκουράσει τη ράχη του και αιωνίως να αναπαυθεί, ανέγγιχτο και ανέραστο έκτοτε. Τα καλά βιβλία προσφέρουν την αποτελεσματικότερη παραμυθία που τόσο την έχει ανάγκη η ψυχή μας, αλλά που τόσο σπάνια πλέον τη βρίσκουμε μες στον εκδοτικό πληθωρισμό των ημερών μας.

Για άλλη μια φορά, η έκδοση της Κίχλης άκρως φροντισμένη!