Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Τα φύλα στη Λογοτεχνία - Λένα Διβάνη, "Βοηθός αυτοκτονίας"



Λένα Διβάνη, Βοηθός αυτοκτονίας (διήγημα)


(πατήστε πάνω στις εικόνες για μεγέθυνση)

 Φύλλο εργασίας 1
1. Ποιος/α αφηγείται και ποια η σχέση του/της με την ιστορία;

2. Ποια είναι τα πρόσωπα της ιστορίας (χώρισέ τα σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα).

3. Ποια στοιχεία καθιστούν αληθοφανείς τους χαρακτήρες;

4. Ποιο ρόλο διαδραματίζει ο χώρος στην εξέλιξη της πλοκής;

5. Συμπλήρωσε τον παρακάτω πίνακα:
Η ταυτότητα του κεντρικού χαρακτήρα
Όνομα

Εξωτερική εμφάνιση

Κινήσεις/χειρονομίες

Χώροι κίνησης

Σκέψεις

Πράξεις

Σχέσεις με άλλα
πρόσωπα

Η γνώμη που έχει
γι’ αυτήν ο αφηγητής

Η γνώμη που έχουν
γι’ αυτήν τα άλλα
πρόσωπα


Φύλλο εργασίας 2
(οι εργασίες ανατίθενται στις ομάδες που έχουμε φτιάξει)
1. Διηγούμαι σε α’ ενικό πρόσωπο, με τη φωνή και από την οπτική γωνία του κυρ Λάμπρου
(έχεις τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσεις ένα τοπικό ιδίωμα).
2. Διηγούμαι σε α’ ενικό πρόσωπο, με τη φωνή και από την οπτική γωνία του Παναγιώτη (του άντρα της Ελένης).
3. Διηγούμαι σε α’ ενικό πρόσωπο, με τη φωνή και από την οπτική γωνία της μάνας της Ελένης (λάβε υπόψη ότι είναι επαρχιώτισσα και δεν ξέρει πολλά γράμματα).
4. Η Μαρία υπαγορεύει στην Ελένη ένα γράμμα. Ολοκλήρωσέ το σαν να είσαι η Μαρία.
5. Στο τέλος του διηγήματος διαβάζουμε τον επίλογο μιας έκθεσης που γράφει η Μαρία. Γράψε την υπόλοιπη.
6. Φτιάξε μια σκηνή ανάμεσα στην Ελένη και τον άντρα της, το βράδυ μετά την αναχώρηση της Μαρίας από το σπίτι τους, ώστε να φαίνεται ο χαρακτήρας τους.
7. Φτιάξε μια σκηνή ανάμεσα στην Ελένη και τον φαρμακοποιό.
8. Είσαι η Πολυξένη. Λίγο προτού πάρεις τη μεγάλη απόφαση, γράφεις ένα γράμμα για την κόρη σου και το εμπιστεύεσαι σε μια γειτόνισσα. Της ζητάς να το παραδώσει στην κόρη σου όταν αυτή ενηλικιωθεί.
9. Είσαι η Μαρία. Έχουν περάσει τα χρόνια και αποφασίζεις να εξιστορήσεις τη ζωή σου σε ένα βιβλίο. Γράψε μια χαρακτηριστική σελίδα για το βράδυ που επισκέφθηκες τη φίλη σου την Ελένη.
10. Στο τέλος της σελ. 2 υπάρχει ένα αφηγηματικό κενό. Το συμπληρώνεις.
11. Δώσε ένα διαφορετικό τέλος στην ιστορία που διάβασες.
12.  Αν ήσουν ο συγγραφέας της ιστορίας, ποια σκηνή θα άλλαζες; ή τι σκέφτηκε και δεν είπε η Μαρία (ή η Ελένη);
13. Εικονογραφείς το διήγημα (5 χαρακτηριστικές σκηνές με τους διαλόγους).


 Φύλλο εργασίας 3
1. Στο διήγημα αναδεικνύεται το θέμα του αναλφαβητισμού. Πώς, κατά τη γνώμη σου, επηρεάζει τη ζωή της Μαρίας η αναγκαστική αποχή της από τη σχολική ζωή;
2. Είσαι συντάκτης σε επαρχιακή εφημερίδα. Γράψε ένα άρθρο (με εκτενές ρεπορτάζ) για την υπόθεση της Μαρίας, την οποία ο/η ίδιος/α ανακαλύπτεις να εργάζεται σε ένα κατάστημα της περιοχής και της παίρνεις συνέντευξη.
3. Να αναδιηγηθείς την ιστορία στην τάξη με 100 λέξεις, χωρίς επίθετα και επιρρήματα.


4. Υποψιάζεσαι πως μια φίλη σου έχει τάσεις αυτοκτονίας. Στείλε της ένα γράμμα ενθαρρύνοντας την πίστη της στη ζωή.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Τα φύλα στη Λογοτεχνία - η κατασκευή του λογοτεχνικού χαρακτήρα



Χρ. Οικονόμου, Περί Ιακώβου και αγάπης 
Τον πατέρα του Ιάκωβου τον φωνάζαμε Τσιφ γιατί ήταν φτυστός εκείνος ο Ινδιάνος που έπαιζε στη Φωλιά του Κούκου – δυο μέτρα άντρακλας, βαρύς κι ασήκωτος, με μαύρα γυαλιστερά μαλλιά που κατέβαιναν μέχρι την πλάτη. Τον είχαμε για θεό. Ψοφάγαμε να βρεθούμε κοντά του, να τον μυρίσουμε, να ξεπατικώσουμε το περπάτημά του, τη ματιά του, πώς μίλαγε, πώς έπινε, πώς άναβε και κάπνιζε το τσιγάρο. Θεό τον είχαμε. Και ζηλεύαμε τον Ιάκωβο επειδή οι δικοί μας πατεράδες δεν πιάνανε μπάζα μπροστά στον Τσιφ – ανθρωπάκια μια σταλιά, κίτρινα και σκεβρωμένα, με γυαλιστερές καράφλες. Κι αργότερα όμως, όταν η μάνα του Ιάκωβου την κοπάνησε μ’ ένα φορτηγατζή απ’ τη Δραπετσώνα κι ο Τσιφ πήρε την κάτω βόλτα κι άρχισε να πίνει μέρα-νύχτα και γέμισε άσπρες τρίχες, εμείς πάλι για θεό τον είχαμε. Καλύτερα έτσι, είπαμε. Οι θεοί μονάχα με θεές πρέπει να πηγαίνουν. Με θεές ή με παρθένες.

Είναι καλοκαίρι του ’87, Ιούλιος νομίζω. Αλλά μπορεί και να ’ναι φέτος το καλοκαίρι ή του χρόνου. Ο Τσιφ πίνει μπίρες στην ταράτσα με τους φίλους του. Μια φάρα όλοι – χτίστες, σιδεράδες, σοβατζήδες. Ο Ιάκωβος έχει αράξει σε μια γωνιά και τους ακούει που μιλάνε για κυβικά και μεροκάματα και κλέφτες εργολάβους. Βαριέται αλλά φοβάται να φύγει γιατί τώρα τελευταία ο Τσιφ χάνει τη ρέγουλα κι είναι ικανός να κατεβάσει ένα καφάσι Άμστελ στην καθισιά του. Μπίρα στην μπίρα, κουβέντα στην κουβέντα, ο Τσιφ θυμάται τα παλιά, τότε που τραβιότανε με μια ζωντοχήρα γειτόνισσά του πέρα στ’ Άσπρα Χώματα. Τις νύχτες πήγαινε σπίτι της πηδώντας από ταράτσα σε ταράτσα για να μην τον πάρουνε είδηση στη γειτονιά. Θα ’τανε λέει ίσαμε πέντε μέτρα μακριά η μια ταράτσα απ’ την άλλη, όμως αυτός δεν καταλάβαινε Χριστό, έπαιρνε φόρα και πήδαγε – μια δυο τρεις ταράτσες στη σειρά. Οι φίλοι του γελάνε. Ποιος είσαι ρε Πετράν; Ο Σπάιντερμαν; Μας φλόμωσες στο παραμύθι μωραδερφέ μου. Με τα πολλά, βάζουνε στοίχημα ένα πεντακοσάρικο, ξερωγώ, ότι ο Τσιφ όχι πέντε αλλά ούτε ένα μέτρο δεν μπορεί να πηδήξει. Ο Ιάκωβος κάτι πάει να πει αλλά ο Τσιφ του κάνει νόημα να κάτσει στ’ αβγά του. Σηκώνεται και πάει στη μέση της ταράτσας και φτύνει τα χέρια του και τινάζει τα μακριά σταχτιά μαλλιά του και φωνάζει έι-ο έι-ο και παίρνει φόρα και πηδάει στον αέρα πάνω απ’ το σοκάκι και φτάνει με λυγισμένα γόνατα στη διπλανή ταράτσα. Ύστερα ξαναπαίρνει φόρα, πηδάει, και προσγειώνεται ξανά με τα γόνατα λυγισμένα. Οι άλλοι μένουν με το στόμα ανοιχτό. Ο Τσιφ χαλαρός ανοίγει μια μπίρα με τον αναπτήρα, πίνει, κι ύστερα παίρνει τα λεφτά και γυρνάει στον Ιάκωβο. Έλα δω παιδί μου. Πες φχαριστώ στους κυρίους και τράβα βάλτα στο χρηματοκιβώτιο.
***
Δυο μέρες μετά ο Ιάκωβος μας φωνάζει σπίτι του. Θέλει να μας δείξει κάτι λέει. Μαζευόμαστε ο Λατέρνας, ο Μπάμπης ο Φτου, ο Χούλι που δυο χρόνια μετά θα μαχαιρώσει μια γκόμενα πάνω στη Μέμου, ο Τάκης ο Σκούπας, εγώ. Στο δρόμο σηκώνεται αέρας και μυρίζουμε τα γιασεμιά στις αυλές και φουσκώνει η καρδιά μας. Όταν φτάνουμε στα Μανιάτικα, ο Ιάκωβος μας λέει τι έκανε προχτές ο Τσιφ κι ύστερα ανεβαίνουμε στην ταράτσα. Ο Τσιφ κρατάει μια Άμστελ και κοιτάει τον ουρανό. Μπροστά του καμιά δεκαριά μπουκάλια άδεια. Πάει κοντά ο Ιάκωβος και του λέει να ξανακάνει το κόλπο με το πήδημα. Ο Τσιφ τον κοιτάει με βλέμμα θολωμένο. Α παράτα με ρε, λέει. Ύστερα γυρνάει σ’ εμάς. Τι το περάσατε δω ρε τσογλάνια; Τσίρκο Μεντράνο; Ο Ιάκωβος όμως επιμένει. Αφού το ’κανες για τα λεφτά, θα το κάνεις και για μένα, λέει στον Τσιφ. Αφού το ’κανες για τα λεφτά θα το κάνεις και για την αγάπη.

Ο Τσιφ σηκώνεται παραπατώντας και στέκεται στη μέση της ταράτσας. Κοιτάει τον ουρανό, τον Ιάκωβο, εμάς. Ύστερα παίρνει φόρα, τρέχει, αλλά με το που φτάνει στην άκρη της ταράτσας κωλώνει, σταματάει απότομα, κουνάει τα χέρια σα ναυαγός που πνίγεται και φεύγει με το κεφάλι στο κενό. Ώσπου να φτάσουμε εμείς στις σκάλες, ο Ιάκωβος έχει κατεβεί κιόλας στο δρόμο. Ο Τσιφ είναι σωριασμένος πάνω σε κάτι σακιά τσιμέντο κι από πάνω του ο Ιάκωβος τον κρατάει αγκαλιά και κάτι του λέει. Ο Τσιφ τρέμει ολόκληρος. Τα μαλλιά του απλώνονται σα σταχτί χταπόδι πάνω στα χέρια του Ιάκωβου. Τι έγινε ρε, φωνάζει ο Λατέρνας. Να φωνάξουμε ασθενοφόρο. Ο Ιάκωβος μας κάνει νόημα. Εντάξει ’ναι, λέει. Άντε κοπανάτε την. Εντάξει ’ναι. Αλλά εμείς δεν πάμε πουθενά. Στεκόμαστε στο έμπα του σοκακιού και κοιτάμε πατέρα και γιο που ’χουνε γίνει κουβάρι. Ο Ιάκωβος χαϊδεύει το μάγουλο του Τσιφ κι όλο κάτι του λέει. Α ρε Τσιφ. Έπεσες υπέρ Ιακώβου κι αγάπης, λέει ο Χούλι – και o αέρας δε μυρίζει τίποτα τώρα. Το σοκάκι σκοτεινιάζει. Νυχτώνει.


[1] Δημοσιεύτηκε στο Κοντέινερ της Ελευθεροτυπίας.

Φύλλο Εργασίας

Χαρακτήρας – «Τσιφ»
Όνομα


Εξωτερική εμφάνιση


Κινήσεις/χειρονομίες


Χώροι κίνησης


Σκέψεις


Πράξεις


Σχέσεις με άλλα
πρόσωπα



Η γνώμη που έχει
γι’ αυτόν ο αφηγητής



Η γνώμη που έχουν
γι’ αυτόν τα άλλα
πρόσωπα