Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Η μνήμη μάς καλεί να γράψουμε ιστορία




(Χρήστος Οικονόμου, Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα, 
εκδ. Πόλις, Αθήνα 2014, σσ. 216)



Ο σπουδαίος Ουρουγουανός συγγραφέας Εντουάρντο Γκαλεάνο στο βιβλίο του Ο κόσμος ανάποδα λέει: «Όταν η μνήμη είναι στ’ αλήθεια ζωντανή δεν κάθεται να ρεμβάζει την ιστορία αλλά μας καλεί να γράψουμε ιστορία». Ο Οικονόμου –με τις τέσσερις ιστορίες του βιβλίου- τολμά για άλλη μια φορά να αποδείξει πως καλή λογοτεχνία είναι αυτή που μπορεί να γράψει ιστορία, όχι να καταγράψει εν είδει ρεπορτάζ τα επώδυνα γεγονότα της ζωής αλλά να δημιουργήσει η ίδια γεγονότα, να σκάψει βαθιά στην ψυχή του καθενός και να βγάλει πολύτιμα κοιτάσματα.
«Κομμάτι, κομμάτι μού παίρνουν τον κόσμο μου»: έτσι τιτλοφορείτο το τελευταίο διήγημα από το «Κάτι θα γίνει θα δεις» (εκδ. Πόλις, 2010). Η Νίκη κι ο άντρας της αποχαιρετούσαν το σπίτι τους στη Σαλαμίνα και έφευγαν για το Κιουστεντίλ της Βουλγαρίας. Μία μία έπαιρναν τις πέτρες από τον φράχτη οι ντόπιοι, για να υψώσουν ένα μεγάλο τείχος που άφηνε απέξω ανθρώπους σαν τη Νίκη και τον άντρα της. Το τείχος χτίστηκε και απέκλεισε εκατομμύρια μικρομεσαίους, που από τη μια μέρα στην άλλη έχασαν τις αυταπάτες τους αλλά ακόμα και τη μνήμη και την ταυτότητά τους. Έχει κανείς την εντύπωση πως το πρώτο βιβλίο κυοφορούσε τέσσερα ολόκληρα χρόνια το δεύτερο. Οι τίτλοι των δύο βιβλίων άλλωστε συνδέονται άμεσα: «Κάτι θα γίνει σήμερα, θα δεις, σήμερα θα δεις το καλό να ’ρχεται από τη θάλασσα», μονολογεί ο Λάζαρος στο ομώνυμο διήγημα (σελ. 154).
Οι επιτήδειοι ντόπιοι με το αγροτικό έγιναν οι αρουραίοι στο «Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα» (εκδ. Πόλις, 2014), και το αντρόγυνο τελικά δεν μετανάστευσε στη Βουλγαρία, αλλά έγιναν ξενομπάτες –μαζί με άλλους σαν κι αυτούς, όπως τον Τάσο, τον Λάζαρο, τον Χρόνη- σ’ ένα νησί του ελληνικού αρχιπελάγους. Η Νίκη έγινε η Άρτεμη και ο άντρας της έγινε ο Σταύρος. Δυο άνθρωποι που τους κάψανε το όνειρο προτού καλά καλά κάνουν μια καινούργια αρχή. Κι όμως δεν το βάζουν κάτω. Μπορεί η πατρίδα να τους πρόδωσε, αλλά στο βάθος την αγαπούν, κι αν δεν την αγαπούν, δεν μπορούν να την μισήσουν. «Η πατρίδα, λέει ο Σταύρος, «είναι σαν τη μάνα μου. Δεν μπορούσα να συνεννοηθώ μαζί της και δεν άντεχα να της μιλήσω πέντε λεπτά χωρίς να τσακωθούμε κι ήταν φορές που με τρόμαζε και με τρέλαινε, αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να τη μισήσω». Στο ίδιο μήκος κύματος συντονίζεται και η Άρτεμη: «Η αρχή δεν είναι ποτέ πίσω μας. Η αρχή είναι πάντα μπροστά μας».
 
Ο Οικονόμου όπως και στο «Κάτι θα γίνει θα δεις» ακολουθεί τα βήματα του Στάινμπεκ: «Θεωρώ πως ένας συγγραφέας, που δεν πιστεύει παθιασμένα στην τελειότητα του ανθρώπου, δεν είναι αφοσιωμένος στη λογοτεχνία ούτε ανήκει σ’ αυτήν». Και ο Οικονόμου αγαπάει τους τσακισμένους ήρωές του και συμπάσχει μαζί τους, αναζητώντας ένα νόημα ζωής. Σ’ έναν κόσμο κατακερματισμένο, οι ήρωες γυρεύουν απεγνωσμένα σημεία συνοχής, συνενοχής και σύμπνοιας. Αναζητούν εναγωνίως μια καινούργια νεοελληνική ταυτότητα, που δεν θα στηρίζεται στην οίηση του παρελθόντος ούτε στα βρόμικα χρήματα αλλά στα έργα του παρόντος. «Για να ξεδιψάσεις δεν φτάνει μόνο να θυμάσαι το νερό –πρέπει να πιεις νερό. Η ζωή θέλει πράξεις για να ζήσει».  Η μετάβασή τους από τη θέση του μικροαστού στη θέση του κατατρεγμένου ξενομπάτη δεν γίνεται ανεπαίσθητα. Είναι γεμάτη τραύματα. Το νέο σώμα και η νέα ταυτότητα των ηρώων κυοφορούνται με τρόπο επώδυνο. Η κοινωνική ανθρωπολογία χρησιμοποιεί συχνά τον όρο "διαβατήρια τελετουργία" για να δηλώσει τα στάδια μετάβασης ενός υποκειμένου από μία κατάσταση σε μιαν άλλη. Αυτές οι μεταβάσεις προκαλούν, λόγω της οριακότητάς τους, όχι μόνο αλλαγή ταυτότητας και ένα αίσθημα ανασφάλειας, μετεωρισμού. Αν το συλλογικό υποκείμενο είμαστε εμείς και η οριακότητα (liminality) της μεταβατικής μας κατάστασης στα χρόνια της χολέρας που ζούμε είναι προφανής, τότε η αναζήτηση της νέας ταυτότητας, της νέας γλώσσας- ερμηνείας του καταρρέοντος κόσμου μας πιθανότατα είναι ο μόνος όρος για την επιβίωσή μας. Ο Οικονόμου δεν είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος. Εξετάζει όμως αυτή την οριακότητα λογοτεχνικά, δείχνοντας με τη γραφή του το παραλήρημα που μας έχει προκαλέσει αυτή η απίστευτη χωροχρονική συμπύκνωση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια.
«Τώρα έχουμε πόλεμο. Τώρα είναι ο θάνατός σου η ζωή μου» λέει ο Φράγκι. Αυταπάτες δεν υπάρχουν. Η κρίση έχει οδηγήσει σε καταστάσεις κοινωνικού δαρβινισμού, κι όσοι μιλούν για αλληλεγγύη, δίκτυα, αυτοοργάνωση μοιάζουν ρομαντικοί και διώκονται. Το κακό κρατάει από παλιά. «Γιατί το μαχαίρι του αδερφού σφάζει σαν δυο φορές το μαχαίρι του ξένου… Κάποτε ήμασταν χωρισμένοι δεξιά αριστερά, τώρα χωριστήκαμε σε ξενομπάτες κι αρουραίους… Ξενομπάτες εμείς, αρουραίοι αυτοί. Έσμιξε το κακό το δικό τους με το δικό μας», λέει με παράπονο ο Λάζαρος, το Τόξο. Και συνεχίζει «Φταίει που ποτέ δεν αγαπήσαμε αληθινά αυτό τον τόπο. Ποτέ».
Για την επώδυνη αυτή μετάβαση κανείς δεν είναι αθώος. Πρώτα και κύρια η ελληνική οικογένεια και το σχολείο. Για τον Οικονόμου είναι «οι μήτρες του κακού». «Οικογένεια. Βρικόλακες που ρουφάνε ψυχές, ψυχοβγάλτες, βρικόλακες που γεννάνε βρικόλακες που θα γεννήσουν κι αυτοί βρικόλακες. Μια χώρα βρικολάκων, εδώ ζούμε πια».
 Ξεχωριστή αναφορά θέλω να κάνω στο δεύτερο διήγημα με τίτλο «Σκότωσε τον Γερμανό», όπου ο Οικονόμου δοκιμάζει νέες τεχνικές και όπου η θερμοκρασία του κειμένου ανεβαίνει κατακόρυφα. Λόγος παραληρηματικός από έναν ανάπηρο αντιεξουσιαστή ποιητή που αφήνει τον Πειραιά για το νησί. Ο δραματικός μονόλογος ενός ανθρώπου που θέλει αλλά δεν μπορεί. Ένα δοκίμιο πάνω στον νόμο της αδράνειας. Κείμενο στοχαστικό, σπαρακτικό, με υπαρξιακή σκοπιά, με πλήθος διακειμένων: Ηράκλειτος, Σοφοκλής, Αισχύλος, Σέξτον, Νίτσε, Καζαντζάκης, Κάφκα, Χάιντεγκερ, Allen Ginsberg και παντού Σαίξπηρ, μια διαρκής και επίμονη συνομιλία με τον Σαίξπηρ. Ο Χρόνης, ο πρωταγωνιστής, δηλ. ο Χρόνος, παραμένει καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο αναμένοντας τον επιτάφιο (την περιφορά του νεκρού/της πατρίδας), χωρίς προσδοκία όμως ανάστασης, ταΐζει τον σκορπιό του που επίσης είναι παγιδευμένος σε μια γυάλα, όπως και ο ίδιος ο ήρωας, αναμένοντας σε αυτή τη μετέωρη κατάσταση την επόμενη κίνηση. Θα είναι εναντίον των άλλων που θα στραφεί το κεντρί ή εναντίον του εαυτού; Περιμένει παθητικά πότε θα βγει από το απέναντι σπίτι η πιτσιρίκα την οποία ο γέρος έχει ακόμα κλειδωμένη, για να ασελγεί με τις ώρες. Και η μάνα του καθηλωμένη και αυτή με ποικιλία ηρεμιστικών στο κρεβάτι της. Χρόνης, μητέρα, πιτσιρίκα, σκορπιός: τετραπλή παγίδευση. («Ο σκορπιός περιμένει. Ο Χρόνης περιμένει. Και το κορίτσι περιμένει»). Ο χρόνος ακινητεί, ο σκορπιός περιφέρεται στη γυάλα αναμένοντας, η κοπέλα δεν φαίνεται πουθενά ούτε και ο γέρος, και ο Χρόνης βρίσκεται ενώπιον ενός οντολογικού διλήμματος: «… ή είσαι σαν κι αυτούς ή δεν είσαι σαν κι αυτούς». Δίνει κουράγιο στον εαυτό του και εξετάζει όλες τις ενδεχόμενες ενέργειες, βουλιάζοντας στο τέλμα της αδράνειας και φλερτάροντας με την ιδέα της αυτοχειρίας: «Δεν είσαι υπεύθυνος μόνο γι’ αυτά που λες και κάνεις, αλλά και γι’ αυτά που δεν λες και δεν κάνεις». Και λίγο πιο κάτω: «Ο μόνος αληθινός αντιεξουσιαστής είναι ο αυτόχειρας αντιεξουσιαστής». Βρίσκει κουράγιο συνομιλώντας με τον νεκρό πατέρα του και αρπάζει ένα μαχαίρι και το βάζει στο στόμα, γίνεται παιδί-σκουλήκι και πάει να σώσει το κορίτσι-λάστιχο, αφού πρώτα σκοτώσει συμβολικά τη γονεϊκή εξουσία του πατέρα και της μητέρας που τον κρατούν δέσμιο («φεύγει μπροστά ο Χρόνης/Κρόνος [σημ. ο χρόνος], χωρίς να κοιτάει πίσω, χωρίς ν’ ακούει πίσω το ρόγχο του πατέρα, το ρόγχο της μάνας, το ρόγχο του σκορπιού…»).
Το τρίτο διήγημα με τίτλο «Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα» είναι μια ιστορία για το χρήμα και την καταλυτική επίδραση που ασκεί η απεγνωσμένη αναζήτησή του από τους φτωχούς. Πιστεύω πως όλη η ιστορία στηρίζεται σε μια φράση του Ευριπίδη: Σκαιόν τὸ πλουτεῖν κ’ ἄλλο μηδέν εἰδέναι (“είναι φοβερό να πλουτίζεις και να μην ξέρεις τίποτε άλλο”). Από τη μία, ο νεαρός εφοπλιστής Χάρης Δρακάκης και, από την άλλη, ο ταβερνιάρης ο Λάζαρος, το Τόξο. Ο πρώτος, κλασική περίπτωση ανθρώπου που όλα και όλους τα εξαγοράζει με το χρήμα. Ο δεύτερος, ξενομπάτης μεροκαματιάρης, στοιχίζεται με αυτούς που πιστεύουν πως «ο άνθρωπος που μισεί το χρήμα μισεί τον εαυτό του. Κι όποιος μισεί τον εαυτό του μισεί τον κόσμο όλο. Το μίσος το τρέφουν οι φτωχοί. Επειδή αυτό που θέλουν δεν είναι να πάψουν να είναι φτωχοί, αλλά να γίνουν πλούσιοι». Ο Λάζαρος θυσιάζει τον γιο του, για να απολαύσει αυτός τη μεγάλη ζωή που ο ίδιος στερήθηκε. Μια μορφή που πιθανόν παραπέμπει στον λαϊκό ήρωα των Ελβετών, τον Γουλιέλμο Τέλλο, τον εξαιρετικό σκοπευτή με το τόξο-βαλλίστρα ο οποίος σκότωσε τον τύραννο Γκέσλερ, έναν ηγεμόνα της Αυστρίας των Αψβούργων, ο οποίος έστησε ένα στύλο στην κεντρική πλατεία του χωριού, κρέμασε το καπέλο του στην κορυφή και απαιτούσε όλοι οι κάτοικοι να υποκλίνονται ενώπιον του καπέλου ως ένδειξη υποταγής. Ο Τέλλος πέρασε μπροστά στον στύλο χωρίς να υποκλιθεί και για τον λόγο αυτό συνελήφθη. Ο Γκέσλερ του υποσχέθηκε ότι θα του χάριζε την ελευθερία αν πετύχαινε με το βέλος του ένα μήλο τοποθετημένο πάνω στο κεφάλι του γιου του, του Βάλτερ, αλλιώς θα τον εκτελούσε μαζί με τον γιο του. Στις 18 Νοεμβρίου 1307, κατά την παράδοση, ο Γουλιέλμος Τέλλος έκοψε στα δύο το μήλο πάνω στο κεφάλι του γιου του με ένα βέλος της βαλλίστρας του. Ο Τέλλος έγινε ήρωας, γιατί με το τόξο και την ανυπόταχτη στάση του άναψε τη σπίθα μιας εξέγερσης των ντόπιων ενάντια στους Αυστριακούς δυνάστες, στην οποία ο ίδιος έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Λάζαρος το Τόξο αντίθετα αποδείχτηκε αντιήρωας γιατί το δικό του τόξο (η φιλοχρηματία του) σημάδεψε το κεφάλι του ίδιου του γιου του.

Φαίνεται πως ακόμα και σήμερα είναι πολλοί ανάμεσά μας που νοσταλγούν τον καιρό της ψεύτικης ευημερίας και του εύκολου πλουτισμού. Αυτή είναι άλλωστε η καλύτερη μέθοδος αλλοτρίωσης των φτωχών: «Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να καταστήσεις ακίνδυνους τους φτωχούς είναι να τους εκπαιδεύσεις να θέλουν να μιμούνται τους πλούσιους» (Carlos Ruiz Zafón, Ισπανός συγγραφέας). Ο Πέτρος, ο γιος του Λάζαρου, έχει ενδοιασμούς, αλλά δεν θέλει και να δυσαρεστήσει τον πατέρα του. Τελικά, υποκύπτει (σε όλα;) και λίγο αργότερα εξαφανίζεται. Το όνειρο της φυγής από το νησί, από τη φτώχεια, από τη μιζέρια, γίνεται εφιάλτης, πραγματικός ή συμβολικός θάνατος. Επιβεβαιώνεται, έτσι, για άλλη μια φορά ο λόγος του Μάρκες: «Τα χρήματα είναι τα περιττώματα του διαβόλου». Ο Λάζαρος δεν χάνει το κουράγιο του και αναζητά απεγνωσμένα τον γιο του. Είναι σίγουρος ότι ο γιος του δεν βρίσκεται στη δρακοσπηλιά αλλά θα ’ρθει από τη θάλασσα: «Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα» επαναλαμβάνει διαρκώς, μια ευχή που ηχεί σαν μουσικό και θεματικό μοτίβο. «Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα», μια φράση που λειτουργεί σαν παραμυθία, σαν παυσίλυπο για τους απελπισμένους ανθρώπους. Σαν την θεά Δήμητρα και ο Λάζαρος ψάχνει τον γιο του στα έγκατα της γης. Ο υποχθόνιος θεός στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το χρήμα που ως διά μαγείας άρπαξε τον Πέτρο από τη γη και τον οδήγησε στη σκοτεινή σπηλιά του χρήματος.
Το σκηνικό που στήνει ο Οικονόμου πάνω σ’ ένα ελληνικό νησί –το οποίο, σημειωτέον, δεν το κατονομάζει- αποτελεί ένα συνεκδοχικό σκηνικό, ως προς τη νοηματική του λειτουργία. Λειτουργεί, δηλαδή, ως «μικρόκοσμος», σαν ένας φανταστικός «μικρός κόσμος» που παρουσιάζει σε ευσύνοπτη μορφή τις σχέσεις που ο συγγραφέας θέλει να δείξει πως υφίστανται στον πολυσύνθετο «μακρόκοσμο» της ελληνικής κοινωνίας. Ως προς τη συμμετοχή του στη δράση, θα το χαρακτηρίζαμε δυναμικό. Διεισδύει δυναμικά στη δράση και αφομοιώνεται από αυτήν, επηρεάζοντας, προσδιορίζοντας, καθορίζοντας τα γεγονότα, και αντίστροφα: επηρεαζόμενο από αυτά. Σ’ αυτή την περίπτωση το σκηνικό λειτουργεί σαν ένας ακόμα μυθιστορηματικός χαρακτήρας. Η δράση εκτυλίσσεται κυρίως στον ανοιχτό χώρο, ενώ οι περίκλειστοι χώροι της δρακοσπηλιάς που χάνεται ο Τάσος και ο Πέτρος, και του σπιτιού που μένει ο γέρος στο «Σκότωσε τον Γερμανό», αντίστοιχα, φαίνεται πως έχουν μυρωδιά θανάτου.
Ο χώρος στο νησί είναι υπερβολικά περιορισμένος και εύκολες διαφυγές δεν υπάρχουν. Το ένστικτο της εδαφικότητας ενεργοποιείται από τη στιγμή που πάτησαν ξενομπάτες στον περίκλειστο αυτό χώρο. Είναι γνωστός ο ψυχολογικός μηχανισμός, όπου ο άνθρωπος γίνεται λύκος για τον άλλο άνθρωπο, όταν αυτός γίνεται εισβολέας στην επικράτεια του άλλου. Και επικράτεια στην περίπτωσή μας είναι η βολή του καθενός, το σπίτι του, η δουλειά του, ο παράδεισος της λαμογιάς και της λαθροχειρίας. Ξένοι γινόμαστε μεταξύ μας όταν δεν έχουμε κοινούς στόχους που να μας δένουν, ακόμα κι όταν ο στόχος είναι η καλοπέραση με ξένα δανεικά. Τότε όλοι τα βάζουνε με όλους, τότε αταβαστικά γινόμαστε κτήνη με ρόπαλα, τότε ο θάνατός σου η ζωή μου. Κι αλίμονο σ’ αυτούς –όπως ο Τάσος, ο Πέτρος και τόσοι άλλοι- που θα πάνε κόντρα στο ρεύμα, που θα τολμήσουν να φαντασιώσουν μιαν άλλη κοινωνία, μια κοινωνία αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, αυτούς σίγουρα θα τους καταπιεί το μαύρο σκοτάδι της σκοτεινής δρακοσπηλιάς, απ’ την οποία κανείς δεν γλυτώνει. «Κι όσοι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο δεν ανήκουν σ’ αυτό τον κόσμο», λέει ο Χρόνης.
Τρεις παρένθετες άτιτλες ιστορίες μικρού μήκους παρεμβάλλονται μεταξύ των διηγημάτων και άλλη μία (ελαφρώς εκτενέστερη) κλείνει το βιβλίο. Και οι τέσσερις ιστορίες είναι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις από μία κοπέλα, την Ιωάννα, που ζει στο νησί μαζί με τον 50χρονο πατέρα της, τον Ιωάννη Εγκεφαλικό, ο οποίος έχει υποστεί εγκεφαλικό... Τέσσερις (ή μία σε τέσσερα μέρη) παρένθετες ιστορίες που μπορούν να διαβαστούν και ως αυτοτελείς αφηγήσεις. Τέσσερις ιστορίες-αλληγορίες για το τέλος του κόσμου και το χρέος των ανθρώπων απέναντι στα παιδιά. Ο Οικονόμου σ’ αυτές τις ιστορίες διαλέγεται με την Αποκάλυψη του Ιωάννη και με τους όρους του προφητικού αυτού κειμένου της Καινής Διαθήκης οραματίζεται το τέλος, το καλό τέλος αυτής της περιπέτειας. Γιατί «το τέλος το τελειωτικό δεν είναι απαραίτητα κακό». Ο Ιωάννης μετρά εμμονικά από το 1 μέχρι το 77 και ο αριθμός 77 μάς παραπέμπει στο σφαγμένο αρνί με τα 7 κέρατα και με τα 7 μάτια.
Το νησί από ψηλά μοιάζει με ένα ζευγάρι «ζαβές» χειροπέδες. Το ένα χέρι είναι ατροφικό, το άλλο όχι. Τα δύο μέρη-νησιά τα ενώνει μια λωρίδα γης, οι Πόρτες. Δυο λίμνες βρίσκονται στη μέση των νησιών, η Αψιθιά (Άψινθος) και η Δευτέρα Παρουσία. Πάνω από την πρώτη υψώνεται ο Πόλεμος. Και πάλι το νησί-χειροπέδες συνιστά ένα συνεκδοχικό και αλληγορικό σκηνικό. Το νησί είναι η Ελλάδα που πλήττεται από τεκτονικές δονήσεις και ανεπαισθήτως μετακινείται χάνοντας την ταυτότητά της και τα σημεία αναφοράς της. Κανείς δεν φαίνεται, ωστόσο, να συνειδητοποιεί το επικείμενο τέλος παρά μόνο ο Ιωάννης Εγκεφαλικός, που θέλει –λέει-να μετρήσει το ραδόνιο που σκοτώνει τον κόσμο. Τα σημάδια του επερχόμενου τέλους πολλαπλασιάζονται, αλλά κανείς δεν τα παίρνει στα σοβαρά, καθώς οι περισσότεροι έχουν χάσει την πίστη τους και όσους ακόμα πιστεύουν τους λοιδορούν και τους συκοφαντούν. Αντίθετα, ο Ιωάννης -ένας σύγχρονος Θεολόγος που βλέπει οράματα αλλά λόγω της διαφορετικότητάς του οι άλλοι τον αντιμετωπίζουν ως γραφικό, ως άνθρωπο που έπαθε «εγκεφαλικό» και δεν ξέρει τι λέει- είναι ο μόνος που παλεύει μέχρι το τέλος για να μην έρθει το τέλος, ένα σύγχρονος «εικονομάχος» που μάχεται -χωρίς να χάνει την πίστη του εναντίον όλων των ειδώλων. Γιατί το κάνει; Για να σώσει τα παιδιά. Για να σώσει το αύριο. Για να υπάρχει αύριο.
Είναι αξιοσημείωτο πως τόσο ο Σεφέρης το 1966 όσο και ο Ελύτης το 1985, δύο κατεξοχήν ελληνολάτρες ποιητές που συνδέθηκαν με το αίτημα της ελληνικότητας, μετέγραψαν στα νέα ελληνικά το εσχατολογικό αυτό κείμενο. Αν τώρα συνδέσουμε τους δυο νομπελίστες ποιητές με τον διάλογο που επιχειρεί ο Οικονόμου με την «Αποκάλυψη», μπορούμε ίσως να ισχυριστούμε ότι οι τεχνίτες του λόγου, που σμιλεύουν τον χρόνο με τις λέξεις, που παλεύουν να αποτυπώσουν την ομορφιά, χρησιμοποιώντας το γλωσσικό όργανο που διαθέτουν με τρόπο εμπνευσμένο, έχουν μια εντελώς ιδιαίτερη σχέση με τη γλώσσα.
«Παρά το ότι είμαστε φτιαγμένοι από κακή πάστα, δεν έχουμε ακόμη τελειώσει. Κι αν κάτι μας κάνει να αξίζουμε, εμάς που είμαστε μια αναλαμπή στην ιστορία του σύμπαντος, μια φευγαλέα ζεστασιά μέσα στους πάγους, είναι αυτή η πρόκληση να αλλάξουμε τα πράγματα και να αλλάξουμε κι εμείς οι ίδιοι» (Γκαλεάνο). Αυτή –πιστεύω- είναι και η σπουδαιότερη παρακαταθήκη αυτού του βιβλίου.
Διάβασα το βιβλίο ακούγοντας τον δίσκο του David Gilmour On an island.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Άκης Παπαντώνης, Καρυότυπος (Νουβέλα, εκδ. Κίχλη, Νοέμβριος 2014)




 «Δεν πρέπει να συνταγογραφούμε τη μοναξιά στον οποιονδήποτε» 
Γκωγκέν (σελ. 109)

ΚΑΡΥΟΤΥΠΟΣ (ουσ.) [λόγ. Caryotype < caryo - "πυρήνας" < αρχ. κάρυο(ν) + -type < αρχ. τύπος]: η απεικόνιση, ανά ζεύγη και κατά φθίνουσα σειρά μεγέθους, του συνόλου των χρωμοσωμάτων ενός κυττάρου, η οποία χρησιμεύει στη διάγνωση τυχόν ανωμαλιών στη δομή ή τον αριθμό τους.


Αν ο τίτλος ενός κειμένου (βιβλίου ή διηγήματος) αποτελεί, όπως λέγεται, τη χειραψία του συγγραφέα με τον αναγνώστη, τότε σίγουρα το πρωτόλειο του Άκη Παπαντώνη συνιστά μια θερμή σύσταση, πολλά υποσχόμενη, που σίγουρα δεν πρόκειται να ξεχαστεί εύκολα ή να μας αφήσει αδιάφορους. Ένα βιβλίο που μόλις το τελειώσεις σε καλεί να το ξαναπιάσεις από την αρχή.
Πριν από έναν μήνα όταν αγόρασα τη νουβέλα του Παπαντώνη, είχα μόλις διαβάσει ένα συνταρακτικό κείμενο της Χριστίνας Πουλίδου που αναφερόταν σε δημοσίευμα της  «Guardian».  (http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=38256). Αντιγράφω σχετικό απόσπασμα:
«Το ΄89, όταν εκτελέστηκε το ζεύγος Τσαουσέσκου, ο κόσμος όλος πληροφορήθηκε το θέμα των «ορφανών» της Ρουμανίας. Τα χιλιάδες παιδιά που μεγάλωναν σε κρατικά ιδρύματα της χώρας κατέκλυσαν τη διεθνή επικαιρότητα, ένα κύμα αποστολής ανθρωπιστικής βοήθειας και στη συνέχεια υιοθεσίας εκδηλώθηκε, η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε ως προϋπόθεση ένταξης της χώρας την αναθεώρηση του καθεστώτος που ρύθμιζε τη ζωή των εγκαταλελειμμένων παιδιών, αλλά ένα πρόσφατο δημοσίευμα της «Guardian» ήταν για μένα ιδιαίτερα διαφωτιστικό. Και το μοιράζομαι μαζί σας.
Ο Βισινέλ, 27 χρονών σήμερα, ήταν δύο μηνών όταν βρέθηκε σε ένα κρατικό βρεφοκομείο. Ως τα τρία του (που τον έστειλαν σε ένα «προσχολικό οικοτροφείο») θυμάται τον εαυτό του να ξυπνά κατουρημένος. Στο νέο ίδρυμα που τον έστειλαν, τον χτύπαγαν στα πέλματα των ποδιών όταν τα έκανε πάνω του. Μια μέρα στον παιδικό σταθμό έκλεψε μια γομολάστιχα – ένα παιδάκι τον μαρτύρησε στον επιστάτη, ο οποίος τον έγδυσε, τον ξάπλωσε πάνω στο θρανίο και τον έδειρε στον πισινό με ένα ξύλο. Στα οχτώ του, τον μετέφεραν σε ένα Κέντρο. Μοιραζόταν ένα δωμάτιο με άλλα έξι αγόρια και το πρωί έπρεπε με στρατιωτική πειθαρχία να πλυθούν, να ντυθούν και να στρώσουν το κρεβάτι τους, καθώς περνούσε ο Επιθεωρητής και η παραμικρή καθυστέρηση ή ατέλεια συνεπαγόταν ξυλιές στις παλάμες.

Στα 11 χρόνια του, πήδησε από ένα μπαλκόνι δευτέρου ορόφου και το 'βαλε στα πόδια. Έζησε σ' έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί κοιμόταν τα βράδια πάνω σ' ένα μεταλλικό πάγκο αποσκευών και το πρωί έκανε δουλειές του ποδαριού. Στο δημοσίευμα υπάρχουν κενά στην εξιστόρηση της ζωής του Βισινέλ, καθώς ο ίδιος δεν άντεχε συναισθηματικά να επανέλθει στα ιδιαίτερα οδυνηρά περιστατικά της ζωής του. Ως τα 11 χρόνια του δεν ήξερε ποια είναι η οικογένειά του. Εκείνη τη χρονιά, όμως, εντελώς τυχαία συναντήθηκε με δύο αδέλφια του και ξετυλίγοντας το κουβάρι έμαθε ότι ήταν ένα από τα 13 παιδιά ενός αλκοολικού που έδερνε τη γυναίκα του και μιας γυναίκας που ήταν βαριά ψυχικά άρρωστη…»
Σήμερα ο Βισινέλ είναι απόφοιτος της Νομικής και της Σχολής Θεάτρου, ενώ έχει συνιδρύσει με τον αδελφό του μια ΜΚΟ – «σχεδιάζοντας το μέλλον σου» λέγεται και εργάζεται με παιδιά που μεγαλώνουν με τη βοήθεια της κοινωνικής πρόνοιας. Ούτε ο Βισινέλ, ούτε κάποιο απ' τα αδέλφια του έκαναν οικογένεια.
 
Ο Παπαντώνης ξεκινώντας από την πραγματολογική βάση της επιστήμης (από τα πρώιμα πειράματα του Λεβίν σε ποντίκια, κατά τη δεκαετία του 1950, μέχρι τις πρόσφατες έρευνες των Νέλσον και Ντρούρι για τα αναπτυξιακά προβλήματα και τις συναισθηματικές διαταραχές στα ίδια τα «ορφανά του Τσαουσέσκου») και των ιστορικών ντοκουμέντων, υφαίνει με λιτή μαεστρία την ιστορία ενός εμμονικού ανθρώπου, του Ν. (σκόπιμη η απροσδιοριστία λόγω έλλειψης ταυτότητας), γύρω από το ρουμανικό (και όχι μόνο) τραύμα που επιφέρει στον άνθρωπο η απουσία της γονεϊκής στοργής και αγάπης.

Μετά το «Χάδι» του Αλέξανδρου Στεφανίδη (εκδ. Άγρα, 2013), δώδεκα σπαράγματα ζωής της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του αφηγητή, στο Ζάννειο ορφανοτροφείο του Πειραιά, ο «Καρυότυπος» του Παπαντώνη περιστρέφεται γύρω από έναν παρόμοιο θεματικό άξονα: Πώς ορίζεται η γονεϊκή στοργή; Είναι εγγενές ή επίκτητο γνώρισμα; Και κατά δεύτερο λόγο: Η αποξένωση είναι απόρροια κοινωνικών καταστάσεων και εξαναγκασμών ή αποτελεί καθαρά προσωπική επιλογή; Ο συγγραφέας δεν δίνει απαντήσεις· θέτει με τρόπο υπόγειο, υπαινικτικό, κρυπτικό, ελλειπτικό –και στο τέλος, υποβλητικά ανατριχιαστικό- αμείλικτα και ίσως αναπάντητα ερωτήματα, ερεθίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη σκέψη και τον προβληματισμό του αναγνώστη για μια ατέρμονη όσο και χρήσιμη αναζήτηση απαντήσεων εις το διηνεκές.

Ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» και στον Μισέλ Φάις φώτισε τις συγγραφικές του προθέσεις αλλά και την προσωπική βάσανο σύνθεσης αυτής της τόσο καλοδουλεμένης και απαιτητικής νουβέλας:
Πρόθεσή μου, κατά τη σύνθεση των δεκαεννέα χιλιάδων λέξεων του βιβλίου, που διήρκεσε κάτι περισσότερο από τέσσερα χρόνια, ήταν ένα σχόλιο για τη ρίζα της εσωστρέφειας της σύγχρονης ζωής — για τον ίλιγγο τού να είσαι «μόνος ανάμεσα σε πλήθος (μόνων)» και το βάρος των πρώτων βιωμάτων. Με γνώμονα αυτό, καθώς διατρέχουμε χρωμόσωμα χρωμόσωμα τον «καρυότυπο» του ήρωα, προσπάθησα να ανασυστήσω την αναμέτρησή του με τις ρίζες του, τη χώρα στην οποία ζει, τη χώρα την οποία άφησε, τη γλώσσα, την εικόνα του εαυτού του, την οικογένειά του, το άλλο φύλο, τις επινοημένες μνήμες και ενοχές του, τα πειραματόζωά του και τα «ορφανά Τσαουσέσκου» — με όλα όσα ναρκοθετούν την πραγματικότητα ενός νέου ανθρώπου ο οποίος «πάσχει από μνήμη» και κινείται χωρίς πυξίδα σε μια πόλη που αρνείται να γνωρίσει, «ήδη τρία χρόνια εκεί».
Ο ήρωας, ένας τριαντάχρονος μοριακός Βιολόγος, μοναχικός στα όρια του αυτισμού (κλεισμένος στο υπόγειο «κελί» του, που θυμίζει εφιαλτικό εργαστήριο του Μέντελ), ιδιόρρυθμος, αντικοινωνικός, φοβισμένος, αγοραφοβικός, αυτοκαταστροφικός, καθιστά τον ίδιο τον εαυτό του πειραματόζωο μαζί με τα ποντίκια του εργαστηρίου του, προκειμένου να δώσει απαντήσεις, μέσω των αυτιστικών του μονολόγων, στις αχνές μνήμες της παιδικής του ηλικίας πρώτα στη Ρουμανία κι έπειτα στην Ελλάδα. Στο τέλος, χάνεται χωρίς να αφήσει αποτυπώματα παρά μόνο τις ολιγόλεξες και αινιγματικές αναρτήσεις του στο f/b. Μια σκιώδης παρουσία που κουβαλά ανεπούλωτα και ανεπίγνωστα τραύματα που καθόρισαν το παρελθόν και το παρόν του και κατάργησαν το μέλλον του.

Η γλώσσα του Παπαντώνη, απολύτως συντονισμένη με τον χαρακτήρα του αλαφροΐσκιωτου ήρωα, απέριττη, απροσχημάτιστα λιτή, ασθματική, θα έλεγα, καθηλώνει τον αναγνώστη και μαγνητίζει τη σκέψη του, παρασύροντάς τον στις σκοτεινές στοές του μυαλού του κεντρικού ήρωα. Λες και ο μικροπερίοδος και παρατακτικός λόγος παρακολουθεί τον βηματισμό του Ν(ικολάε), ακριβώς πάνω στο χνάρι που αφήνουν οι περαστικοί στα χιονισμένα πεζοδρόμια της Οξφόρδης.

Το βιβλίο μάς αποχαιρετά με αυτά τα λόγια: Αργότερα, καθώς καληνυχτίζονταν, στο μυαλό όλων στριφογύριζε η λέξη «αύριο». Πιστεύω πως το συγγραφικό «αύριο» που μας επιφυλάσσει ο Άκης Παπαντώνης θα είναι χωρίς αμφιβολία λαμπρό και απρόβλεπτο.

Διάβασα το βιβλίο ακούγοντας τις "Μέρες Οργής" του Μότσαρτ

[ 17 ]
«[...] Ἐδῶ τὶς ἀργίες τὶς λένε bank holidays. Μοῦ φαίνεται ξεκαρδιστικὰ ἀστεῖο νὰ καθορίζουν οἱ τράπεζες τὶς ἡμέρες τῶν διακοπῶν σου. (Μικρὴ παύση.) Τὰ μικρὰ τί κάνουν; Εἶναι καλά;» Ἡ φωνή του γκέλαρε ἀπὸ τοῖχο σὲ τοῖχο στὸ ἄδειο σαλόνι. Πάτησε stop. Μετὰ rewind. Ἀκούστηκε ἕνα κοφτὸ κλάκ. Μετὰ ξανὰ play. Ὅταν βαρέθηκε νὰ ἀκούει τὸν ἑαυτό του νὰ μιλᾶ, ἔβγαλε τὴν κασέτα ἀπὸ τὸ μαγνητόφωνο καὶ τὴν ἄφησε νὰ γλιστρήσει στὸν φάκελο. Εἶχε ξεκολλήσει τὸ αὐτοκόλλητο ποὺ ἔγραφε: «Guns N᾽ Roses, Use your Ιllusion II». Μὲ κεφαλαῖα γράμματα καὶ ἐπιμέλεια μαθητῆ δημοτικοῦ ἔγραψε στὴ θέση τοῦ παραλήπτη τὴ διεύθυνση τῆς ἀδερφῆς του. Τὴ θέση τῶν στοιχείων τοῦ ἀποστολέα τὴν ἄφησε κενή. Ζύγισε τὸν φάκελο στὰ χέρια του. Τὸν ἔφερε ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ στὸ δεξὶ καὶ πάλι στὸ ἀριστερὸ καὶ πάλι στὸ δεξί. Χωρὶς νὰ σταματήσει τὸ παιχνίδι, σηκώθηκε καὶ βάδισε πρὸς τὴν ἐξώπορτα. Ἤδη ἀπὸ πρίν, ὅσο ἄκουγε τὸν μαγνητοφωνημένο ἑαυτό του, εἶχε ντυθεῖ: παλτό, κασκὸλ καὶ γάντια. Βγῆκε. Περπάτησε ὣς τὸ γραμματοκιβώτιο καί −πρώτη φορὰ μέσα σὲ τρία χρόνια− ἄφησε τὸν φάκελο νὰ πέσει μέσα. Ὅταν ἐπέστρεψε στὸ κλουβί του, εἶχε στὸν λαιμὸ μιὰ γεύση ξινὴ καὶ γλυκιὰ μαζί. Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο τὴν ἔβγαλε κάτω ἀπὸ τὰ σκεπάσματα − πρώτη φορὰ μέσα σὲ τρία χρόνια. Οὔτε ἐργαστήριο οὔτε τίποτα.
Τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς σηκώθηκε νωρὶς νομίζοντας (ἐλπίζοντας) πὼς ἦταν Δευτέρα. Πλύθηκε βαρύθυμα. Φόρεσε ὅ,τι βρῆκε πεταμένο δεξιὰ κι ἀριστερά, τράβηξε τὴν πόρτα πίσω του νὰ κλείσει, ἀνέβηκε στὸ ποδήλατο. Καί, κάνοντας μία ἐξαίρεση στὴ συνήθη διαδρομή του, πέρασε κάτω ἀπὸ τὴ γέφυρα τοῦ Donnington γιὰ νὰ βγεῖ στὸ ποτάμι. Ἡ ὁμίχλη ἦταν πυκνή. Ὑγρασία βάραινε τὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων, καὶ καθὼς περνοῦσε ἀπὸ κάτω ἦταν σὰν νὰ ψιχάλιζε. Πρὶν ἀπὸ τὴν τοξωτὴ γέφυρα τοῦ μίλησε ἕνας ἄστεγος. Εἶχε στήσει πρόχειρο παράπηγμα στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Ἔκανε πὼς ψάρευε, μὲ μιὰ τριχιὰ γιὰ πετονιὰ καὶ μιὰ ἐφημερίδα γιὰ δόλωμα. Ἴσα ποὺ τὸν διέκρινε.
«Δὲν βλέπεις τὴ μύτη σου σήμερα, φίλε», τοῦ φώναξε.
«Οὔτε τὰ δέντρα ποὺ κλαῖνε», ἀπάντησε αὐτὸς μισοειρωνικά, χωρὶς νὰ σταματήσει νὰ κάνει πεντάλ.
«Οὔτε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κλαῖνε», διόρθωσε ὁ ἄστεγος καθὼς ξανάριχνε τὴν τριχιὰ στὰ θολὰ νερά.
Ἡ ἑπόμενη Παρασκευὴ ἦταν bank holiday. Ἀποφάσισε πὼς ἤθελε νὰ δεῖ τὴ Μάγχη νὰ ἀνοίγεται στὸν Ἀτλαντικό. Ξεκίνησε πολὺ νωρὶς τὸ πρωί. Τὰ σύννεφα ἦταν πυκνὰ καὶ ψιλόβρεχε. Ἡ βροχὴ σταμάτησε καθ’ ὁδόν − σὲ μερικὰ σημεῖα ἄνοιξαν τὰ σύννεφα. Ἀποκαλύφθηκε ἡ γῆ τοῦ Ντόρσετ: ἐναλλὰξ στεγνὰ καὶ νοτισμένα μπαλώματα μὲ μέτωπο πρὸς δυσμάς.
Τὸ Bed & Breakfast ποὺ εἶχε κλείσει γιὰ τὴ διαμονή του −βαμμένο μὲ ἕνα γαλάζιο χρῶμα ποὺ γκρίζαρε ἔντονα, χτισμένο ἀκριβῶς πάνω στὸν δρόμο, στὸ σημεῖο ποὺ περνοῦσε δίπλα στὴ θάλασσα− εἶχε ἕναν μικρὸ κῆπο. Ἦταν στρωμένος μὲ χαλίκια κι εἶχε ἕνα γύψινο ἀγαλματάκι στὴ μέση, ποὺ ἔμοιαζε μὲ γοργόνα. Ἀραιὰ καὶ ποῦ −κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μέρας, καθὼς τὴ νύχτα τὸ μέρος θύμιζε νεκρόπολη− ἔφταναν λεωφορεῖα καὶ πάρκαραν μπροστὰ στὸ παρακείμενο λούνα πὰρκ γιὰ νὰ κατεβάσουν ἐπιβάτες, μετρημένους στὰ δάχτυλα. Ἔμοιαζαν ὅλοι τους συνταξιοῦχοι καὶ σκόρπιζαν γρήγορα εἴτε πρὸς τὰ καταλύματά τους εἴτε πρὸς τὸ μικρὸ καφὲ μὲ τὰ σκαμπὸ ἀπὸ μπαμποὺ εἴτε πρὸς τὸν μόλο.
Τὸ δωμάτιό του, παραδόξως γιὰ δωμάτιο σὲ ἀγγλικὸ οἴκημα, εἶχε μπαλκόνι. Μικρό. Τὸ μπαλκόνι ἔβλεπε στὸ λούνα πάρκ: ξεθωριασμένα χρώματα στὸ καρουσέλ, καλώδια ποὺ κρέμονταν στὰ συγκρουόμενα, σπασμένα λαμπιόνια στὸ ταψί. Ἡ θέα τὸν ἀποσυντόνιζε. Τὸν ἔκανε νὰ θέλει νὰ κλείσει τὰ μάτια του. Στάθηκε γιὰ λίγο στὸ ἄνοιγμα. Ὁ ἥλιος ἔδυε. Προσπάθησε νὰ διακρίνει τὴν ἀπέναντι ἀκτή. Ἐπέστρεψε στὸ δωμάτιο. Στὸ βάζο τοῦ τραπεζιοῦ ὑπῆρχε μιὰ ἀνθοδέσμη πλαστικὰ λουλούδια. Μόλις τὰ πρόσεξε, ἔνιωσε τὴν ἀνάγκη νὰ τὰ χαρίσει σὲ κάποιον. Σὲ ὁποιονδήποτε. Βγῆκε νὰ βρεῖ κάτι γιὰ φαγητό. Ἀγόρασε fish ’n’ chips, ἀπὸ τὴν καντίνα στὸν μόλο. Τὰ πλαστικὰ λουλούδια ἦταν ἀκόμα στὸ δωμάτιο ὅταν ἐπέστρεψε.
Κάποια στιγμή, ἀσυναίσθητα, ἄρχισε νὰ μιλᾶ μόνος του. Στὴν ἀρχὴ στ’ ἀγγλικά. Ἔπειτα στὰ ἑλληνικά. Τέλος, σὲ συλλαβιστὰ ρουμάνικα, πρὶν σωπάσει.
Τὸ ἑπόμενο πρωὶ κατέβηκε στὴν παραλία. Ἔβγαλε τὰ παπούτσια, ἔχωσε τὶς κάλτσες μέσα, δίπλωσε τὰ μπατζάκια δυὸ φορές. Ἄρχισε νὰ βαδίζει στὴν ἄμμο. Προσπέρασε ἕνα μισοχωμένο πολυβολεῖο − γκρίζο ὅσο ἔπιανε τὸ μάτι του. Πλησίασε τὸν μόλο. Τυλιγμένος σὲ κοτετσόσυρμα καὶ ὁμίχλη. Κάτι φιγοῦρες μυρμήγκιαζαν στὸ βάθος. Πλησιάζοντας διέκρινε χλωμὰ μπούτια καὶ χέρια ποὺ μάζευαν ἀπὸ τὴν ἄμμο καρέκλες, σακοῦλες, μιὰ πολύχρωμη ὀμπρέλα. Προσπέρασε. Περπάτησε ὣς τὴν ἄκρη τοῦ μόλου. Τραγουδοῦσε ἕνα παιδικὸ τραγουδάκι. Ἔσυρε τὰ πόδια του στὸ μουλιασμένο ξύλο − γέμισαν ἀκίδες. Κάθισε ὀκλαδὸν καὶ τραβοῦσε τὶς ἀκίδες ἀπὸ τὴ σάρκα τῶν πελμάτων του. Τὸ Στενὸ κατέβαζε ἀέρα. Τυλίχτηκε στὰ ροῦχα του καὶ συνέχισε. Κάποια στιγμή, ἀσυναίσθητα, ἄρχισε νὰ μιλᾶ μόνος του. Στὴν ἀρχὴ στ’ ἀγγλικά. Ἔπειτα στὰ ἑλληνικά. Τέλος, σὲ συλλαβιστὰ ρουμάνικα, πρὶν σωπάσει. Γύρισε νὰ φύγει. Ἡ βροχὴ τὸν ξαναβρῆκε στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ὁ ἀέρας τὸν ἔσπρωχνε στὴν πλάτη. Τὸν κυρίευε τὸ γνωστὸ συναίσθημα ἀργιῶν καὶ διακοπῶν, πὼς εἶχε μείνει μακριὰ ἀπὸ τὸ μενοὺ τῆς καθημερινότητάς του λίγο περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἄντεχε τὸ στομάχι του.