Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

"Κάτι θα γίνει, θα δεις"...H ελληνική λογοτεχνία "ταξιδεύει".

Το βραβευμένο με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2011 βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου "Κάτι θα γίνει, θα δεις", μετά τη διθυραμβική υποδοχή του στην Ιταλία, ξεκίνησε το ταξίδι του στη Γερμανία.
Μια "άλλη" ελληνική λογοτεχνία, απαιτητική, μακριά από υπαρξιακούς ναρκισσισμούς και ρηχές συναισθηματικές αφηγήσεις, ανοίγει τα πανιά της και ταξιδεύει τους ήρωές της στη σύγχρονη Ευρώπη. Ο αφηγηματικός λόγος του Νότου γίνεται το μέσο επι-κοινωνίας των αναγνωστών του Βορρά με τους προβληματισμούς και τα αδιέξοδα ηρώων κι ηρωίδων που σιγά σιγά ξεφεύγουν από τον αρχικό τοπικό τους προσδιορισμό (συνοικίες του Πειραιά) και γίνονται οικουμενικοί.



Ακολουθούν αποσπάσματα από συνέντευξη του συγγραφέα στην ιταλική εφημερίδα L’ Unità.
«Η άποψή μου είναι ότι χάσαμε τον πόλεμο και ζούμε σε μια μεταπολεμική Ελλάδα. Τον πόλεμο αυτό, τον χάσαμε, με ευθύνη, κυρίως, της πολιτικής ηγεσίας, και μάλιστα χωρίς να πέσει ούτε μια ντουφεκιά. Ζούμε, λοιπόν, στην μεταπολεμική Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι μικρή χώρα, δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνη της. Το αν θα καταφέρει να επιβιώσει, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις των ισχυρών της Ευρώπης. Αν αυτοί κάνουν κάτι για να σωθεί η Ευρώπη, έχει καλώς. Αλλιώς, του χρόνου η κατάσταση θα είναι πολύ χειρότερη. Και όχι μόνο για την Ελλάδα, βέβαια». Παράλληλα, σε ό,τι αφορά το βιβλίο διηγημάτων του τονίζει ότι «προσπαθεί να μην μπερδεύει τη δημοσιογραφία με τη συγγραφή», διότι «δεν γράφει λογοτεχνία από προσωπική αντίδραση» αλλά διότι επιθυμεί «να δώσει ανθρώπινο πρόσωπο στις απρόσωπες, και πολλές φορές απάνθρωπες, δυνάμεις που προσπαθούν να καθορίσουν τη ζωή μας: την πολιτική, την οικονομία, την εξουσία, τη βία, τη φτώχια».
Στην ερώτηση, τέλος, «Ποια είναι η άποψή σας, για την περίπτωση της Ελλάδας; Χρειάζεται έξοδος από το Ευρώ, παραμονή, ή δυο ξεχωριστά ευρώ, πλουσίων και αδύναμων;», ο Χρήστος Οικονόμου, μεταξύ άλλων, απαντά: «λυπάμαι —και τρομάζω— που εκατομμύρια απλοί πολίτες στις λεγόμενες ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες δεν θέλουν, ή δεν μπορούν να βγουν από τον μικρόκοσμό τους και να δουν τι συμβαίνει δίπλα τους. Αναρωτιέμαι τελικά: Εκτός από το κοινό νόμισμα, δεν μας συνδέει πια τίποτα άλλο εμάς τους Ευρωπαίους;»

Ο Χρήστος Οικονόμου επαναπροσδιορίζει την αξία και την αρχετυπική σημασία του ελληνικού έπους … αποτυπώνει τη δυσκολία του να ζεις με δυσκολία στο σήμερα.
Ιταλικό περιοδικό Panorama, 2012

(Το λογοτεχνικό περιοδικό) Five Dials 23 θα περιλαμβάνει διηγήματα από … τον Χρήστο Οικονόμου.
The Guardian, 2012

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Δίψα για μάθηση



Η Κατεούρα είναι μια από τις πιο φτωχές περιοχές της Παραγουάης, μια παραγκούπολη χτισμένη πάνω σε μια χωματερή με τους κατοίκους της να εξαρτώνται αποκλειστικά από την ανακύκλωση των σκουπιδιών για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.
Τα μικρά παιδιά με τις οικογένειές τους ζουν πραγματικά σε άθλιες συνθήκες , ωστόσο, η δύναμη της μουσικής και τα συναισθήματα που αυτή γεννά αποδεικνύονται για ακόμη μια φορά ο συνδετικός κρίκος που δίνει διαφορετική πνοή σε μια ολόκληρη κοινότητα.
Ο Χουάν Μανουέλ παίζει Μπαχ επιδεικνύοντας με περηφάνια το τσέλο του που είναι κατασκευασμένο από ένα πεταμένο τενεκέ πετρελαίου και ξύλο, ενώ τα κλειδιά του προέρχονται από ένα παλιό εργαλείο που χρησιμοποιούνταν για επεξεργασία κρέατος.
Τα παιδιά παίζουν με αρκετά έγχορδα, όπως τσέλο και βιολί, αλλά και πνευστά, όπως το φλάουτο, όλα κατασκευασμένα από ανακυκλωμένα υλικά, ενώ η προσπάθειά τους αυτή την έχουν ονομάσει «Ανακυκλωμένη Ορχήστρα» και δίνουν κανονικά κονσέρτα όπου τους καλέσουν.
Ο δάσκαλος μουσικής εξηγεί ότι σε μια περιοχή σαν την Κατεούρα είναι πραγματικά ακατόρθωτο να αγοράσει κάποιος ένα κανονικό όργανο.
«Στην πραγματικότητα μπορεί ένα βιολί να κοστίζει περισσότερο κι από ένα σπίτι σε μια περιοχή σαν την Κατεούρα» σχολιάζει με νόημα, ενώ όλοι οι ενήλικες της φαβέλα αυτής έχουν αγκαλιάσει την προσπάθεια και δηλώνουν υπερήφανοι γι' αυτήν.
[Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών]

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Μίλτος Σαχτούρης, Η Αποκριά

[Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ' Λυκείου]


Μακριά σ' ένα άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο με παγωμένα δόντια
Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ' ένα άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά.

 
 
Το ποίημα αυτό είναι το προτελευταίο της τρίτης ποιητικής συλλογής του Σαχτούρη Με το πρόσωπο στον τοίχο, η οποία κυκλοφόρησε το 1952 σημειώνοντας το πρώτο βήμα τής κατεξοχήν προσωπικής του ποίησης και αποτελώντας την αρχή της δεύτερης φάσης της. Η συλλογή περιλαμβάνει ποιήματα της πενταετίας: 1948 -1952, τα οποία είναι φορείς της φρίκης του εμφυλίου πολέμου και αποστάγματα εμπειριών από τη στρατιωτική του θητεία. Ο ίδιος εξομολογείται: «Υπηρέτησα το 1949 με 1951 – αμέσως μετά την κρίσιμη φάση του εμφυλίου».

Περισσότερα: εδώ

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Ο άγνωστος Βάρναλης


Την Τρίτη 20 Νοεμβρίου ο Ηρακλής Κακαβάνης και οι εκλεκτοί καλεσμένοι του παρουσίασαν στην Καισαριανή το βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ, με τον εύστοχο τίτλο "Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του". Συντονιστής της βραδιάς ήταν ο δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη Νίκος Μπογιόπουλος.
Παραβρέθηκαν αρκετοί εκπρόσωποι Μέσων Ενημέρωσης και bloggers. Ανάμεσά τους ο παλαίμαχος αγωνιστής ζωγράφος Γιώργος Φαρσακίδης, Ο Γιώργος και η Ηρώ Σγουράκη δημιουργοί της εκπομπής «Μονόγραμμα», ποιητές και λογοτέχνες της νεότερης γενιάς. 
Ένα βιβλίο που, όπως είπε, η Γεωργία Λαδογιάννη έχει πολλές αρετές. Από την πρώτη του αράδα μέχρι την τελευταία περιέχει μικρούς και μεγάλους θησαυρούς. Με το υλικό που περιέχει θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά βιβλία.
Μια εκδήλωση ζεστή, που στους παλαιότερους δημοσιογράφους θύμισε «εκδηλώσεις της δεκαετίας του '70, όπου άκουγα καινούργια πράγματα». «Ήταν τόσο όμορφα χτες, τόσο ζεστά και φιλικά που συγκινήθηκα. Με γύρισαν σε άλλες εποχές, σε πολύ καλές εποχές». «Ήταν μια σπίθα απαραίτητη, για να ανάψουμε φωτιές σήμερα». Αυτά ήταν μερικά από τα σχόλια των παρευρισκομένων δημοσιογράφων.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με θεατρική απόδοση από τους ηθοποιούς Στέλιο Γερανή και Κατερίνα Φωτιάδου ενός σατιρικού κειμένου του Βάρναλη, με τίτλο «Λόγια και πράξις». Ένα κείμενο που δείχνει ότι ο Βάρναλης ανακάλυψε την αποξένωση του λόγου πριν από τον Μπρεχτ. Συνεχίστηκε με τις ομιλίες των Γιώργου Σαρρή, Γεωργίας Λαδογιάννη και Διονύση Τσακνή με συντονιστή τον δημοσιογράφο Νίκο Μπογιόπουλο. Η Γεωργία Λαδογιάννη, επίκουρος καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, είναι η μόνη στο πανεπιστήμιο που διδάσκει Βάρναλη ως ποιητή και ως κριτικό της Λογοτεχνίας.
Οι ομιλητές αναφέρθηκαν στον λαϊκό και αυθόρμητο χαρακτήρα του Βάρναλη, που έζησε πέρα από κάθε σεμνοτυφία και σοβαροφάνεια, ανατρεπτικός και σαρκαστικός σε όλα του. Μίλησαν για τον Βάρναλη που, στα είκοσί του, χάλαγε τον κόσμο μαζί με τους άλλους μποέμ νέους ποιητές στα καφενεία του λόφου της Δεξαμενής, κι ύστερα κατέβαιναν έτσι για την τρέλα με τα πόδια μέχρι το Φάληρο. Αυτός που «την εποχή των ανοιξιάτικων ερώτων» έκανε καντάδες στην οδό Δεινοκράτους μαζί με τους άλλους ποιητές, που «αγαπούσαν εξ αποστάσεως», μάταια πάντα, την ίδια γυναίκα. Αυτός που, από τους πρώτους, ακολούθησε τον λαό στο δρόμο της επανάστασης, οδηγητής του να κρατά το φως που πάντα καίει. «Φωνή του λαού και παππού των λαϊκών αγώνων», τον χαρακτήρισε ο Ρίτσος. Αυτός που έδωσε τη μάχη με τον ιδεαλισμό στις δεκαετίες του 1920 και 1930, πρωταγωνιστής στα «Αθεϊκά» και πέτρα του σκανδάλου στα «Μαρασλειακά», ο πάντα αμετανόητος κομουνιστής, που, στο πρόσωπό του, συναντήθηκαν η επαναστατική τέχνη και η υψηλή αισθητική.
Όπως επισήμανε ο Νίκος Μπογιόπουλος, «(...) ο κομουνιστής Βάρναλης έγραψε με πλήρη επίγνωση ότι «όλες οι τέχνες "πολιτεύονται", είτε το ξέρουνε είτε όχι, είτε τους φαίνεται είτε όχι. Κι η επαναστατική τέχνη "πολιτεύεται" - έλεγε ο Βάρναλης - με τη διαφορά, πως το ξέρει. Γιατί αν είναι κανείς συντηρητικός από κοινωνική Συνήθεια, γίνεται επαναστάτης μονάχα από γνώση της πραγματικότητας και από αντίδραση στη Συνήθεια».
«Ο Κ. Βάρναλης ήταν από τους ποιητές που φρόντιζε όσο λίγοι να ακονίζει το ποιητικό του μαχαίρι. «Γράφω με δύσκολο τρόπο εύκολα πράματα. Γράφω λίγο έλεγε», τόνισε ο Γιώργος Σαρρής και συνέχισε: «Έψαχνε λέξεις, ρίμες, ήχους, ρυθμούς. Και, φυσικά, νοήματα μαζί με το παίδεμα πάνω στη γλώσσα. Η γλώσσα του Κ. Βάρναλη είναι μια γλώσσα από πέτρα και κρασί, από ήλιο, χώμα που σηκώνει ο άνεμος μες στην πρωινή θολούρα, σ' ένα δρόμο πλάι στα λιόδεντρα, γεμάτη πόνο, αλλά και γέλιο βροντερό του εργάτη. Μια γλώσσα απλή, καθημερινή μα πλημμυρισμένη από βαθιά αγάπη για τον λαό με όλα τα καλά και τα κακά του (...) Η ποίηση αλλά και η ζωή του Βάρναλη είναι πλημμυρισμένες από την πίστη στη νίκη του ανθρώπου. Του απλού, λαϊκού ανθρώπου που παλεύει, που αγαπάει, που μεθάει και γλεντάει, που αγωνίζεται να κερδίσει αυτό που του αξίζει κι έτσι ανυψώνεται και κάθεται στο πλάι του Θεού και του μιλάει στον ενικό, του ανθρώπου που κυλιέται στ' ανθρώπινα χωρίς καμιά ενοχή. Αυτός ήταν ο Βάρναλης».
Η Γεωργία Λαδογιάννη, με το πάθος της αγάπης για την ποίηση, μίλησε για τον ποιητή που τον απασχόλησαν οι στοιχειωμένοι πόθοι του λαού όπως και τον Σολωμό. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο πλαίσιο συζήτησης που θέτει το βιβλίο για τα ποιήματα «Καλός πολίτης» και «Εξαγνισμός» - δύο ποιήματα γραμμένα στα τέλη της δεκαετίας του '20 - ποιήματα σημαδεμένα από την ιστορία, με τα οποία ο Βάρναλη μετά το «Φως που καίει» αποφασίζει να γίνει δεύτερη φορά στόχος. Ο «Καλός πολίτης» είναι μια καλλιτεχνική κορύφωση στην απεικόνιση του μικροαστού.
Ο Διονύσης Τσακνής, στην ιδιαίτερα σύγχρονη και επίκαιρη ομιλία του, χαρακτήρισε το βιβλίο χρήσιμο για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή φέρνει τον εραστή της ποίησης του Βάρναλη και της στάσης ζωής του σε επαφή με άγνωστες πλευρές του και δεύτερον, συμβάλλει στην προβολή του πολιτισμού της Αριστεράς, όπου ο Βάρναλης είναι το βαρύ πυροβολικό. Στο πρόσωπό του, συμβολίζεται η ταύτιση λόγου και έργου της μαχόμενης ελληνική διανόησης στο πλάι του ταξικού κινήματος της εποχής. Στα ζητήματα που απαντά ο διανοητής Βάρναλης είναι ζητήματα που θέτει το ίδιο το ταξικό κίνημα. Το παράδειγμα της δίωξής του στα "Μαρασλειακά" και αργότερα στα 1955 με τη στάση του στη δίκη Λουντέμη όπου έθεσε το μέτρο της στάσης του λογοτέχνη. Ο Δ. Τσακνής διάβασε ένα απόσπασμα από την κατάθεση του Βάρναλη στη δίκη, η οποία περιέχεται στο βιβλίο ως ένα ενδεικτικό παράδειγμα του πολιτισμού της Αριστεράς. Εκεί ο Βάρναλης έθεσε τρία ερωτήματα: Ο λογοτέχνης, ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας, με ποιον θα πάει, με τους αδικητές ή με τους αδικημένους; Αν ο λαός πέσει στα δεινά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο. Αν η πατρίδα πέσει σε εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους;


Παραθέτω ένα απόσπασμα από το ποίημα με τίτλο ΣΑΠΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Πήδα, οργισμένη θάλασσα στον όχτο
και σάρωσε τη Σάποια Πολιτεία!
Μα αφτόναι, ω Λαοθάλασσα, δικό σου
χρέος και πολυ σαι δυνατότερή μου.

Σηκώσου, να σαρώσεις μια για πάντα
ξένον Αφέντη, ντόπιο Παραγιό του.
Κι άμα θα λείψει η ανώνυμη γενιά τους,
οι άντρες την Πολιτεία θα ξαναχτίσουν.

Άλλο ένα απόσπασμα από το ποίημα [ΤΟ "ΟΧΙ" ΤΟΥ ΛΑΟΥ]
Όλ' οι λαοί κι όλοι μικροί μεγάλοι κάθε τόπου
που αγωνιστήκανε να σώσουν την τιμή τ' ανθρώπου
μα πιότερο ο ελληνικός, ο πρώτος μες τους πρώτους
πρώτος μέσα στους νικητές και μες τους αλυτρώτους.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Το portfolio της αξιολόγησης και άλλες πρ(ωτ)ότυπες ιστορίες, της Πηνελόπης Κουφοπούλου

Μας ζύγισαν, μας μέτρησαν και μας βρήκαν λειψούς
Θα αρνηθώ να υποβάλω φάκελο αξιολόγησης.
Ας μου συγχωρεθεί το πρώτο ενικό της δήλωσης αλλά οι χαλεποί καιροί δεν ευνοούν τις συλλογικές αποφάσεις, ενίοτε ούτε καν τις προσωπικές εξομολογήσεις. Ας είναι...
Πολλοί συνάδελφοι από τη γενιά μου -μεταξύ των οποίων κι εγώ- «ανακαλύψαμε» τον κατασταλτικό ρόλο της εκπαίδευσης στην εφηβεία με το τραγούδι των Pink Floyd We dont need no Education και λίγο αργότερα, ως φοιτητές πλέον, μέσα από τις κοινωνιολογικές αναλύσεις του Πιερ Μπουρντιέ και του Μισέλ Φουκώ. Εντούτοις, γίναμε δάσκαλοι, σε πειραματικά, επαγγελματικά ή γενικά γυμνάσια και λύκεια- δεν έχει και πολλή σημασία, αποτέλεσμα μάλλον τυχαίας συγκυρίας.

Και είμαστε περίπου ευτυχείς με την επαγγελματική μας επιλογή...