Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής "Τροπή" της Χρύσας Βλάχου

Υγρά σύμφωνα
Το κρύσταλλο ράγισε.
Ανάμεσα φύτρωσες.
Αντικατοπτρισμός η θέαση της ζωής σου.
Παράπεσες στο θε-
κι άφησες το -λω να λιάζεται περήφανο
σε α' ενικό.
Μερικές σκέψεις
Τα ποιήματα της Χρύσας Βλάχου αν και πρωτόλεια, είναι απαιτητικά, πολύ καλά δουλεμένα, που κάθε άλλο παρά πρωτόλεια θυμίζουν. Η γραφή της, προσωπική, με έντονο το στοιχείο της θηλυκής αποτύπωσης των πραγμάτων, δείχνει πως ο πνευματικός κάματος απέδωσε πολλά υποσχόμενους - για το μέλλον – καρπούς. Εστιάζω στη θηλυκή αποτύπωση της πραγματικότητας, καθώς ο λόγος της είναι βαθύτατα συγκινησιακός. Το συγκινησιακό φορτίο πηγάζει από ένα πλούσιο απόθεμα βιωμάτων που ανακαλώνται μνημονικά, άλλοτε από μια χαμένη παιδική ηλικία αθωότητας κι άλλοτε από στιγμές μιας έντονης προσωπικής διαδρομής. Ο έρωτας, διακριτικός, είναι πανταχού παρών κι απόμακρος συνάμα.
Ωστόσο, τα βαθιά υπαρξιακά ποιήματά της δεν αποδίδουν μόνο μια πορεία προσωπικών βιωμάτων. Το συλλογικό ενυπάρχει και συνυφαίνεται με τις προσωπικές αγωνίες. Σε μια εποχή έντονης κρίσης, η ποίηση δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη, και η Χρύσα καταθέτει τη δική της αγωνία. Η προσδοκία υπέρβασης της ζοφερής πραγματικότητας, χωρίς αιθεροβάμονες σκέψεις, είναι παρούσα αλλά εξαιρετικά συγκρατημένη.
Όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο αισθητοποιεί τις σκέψεις και τα έντονα συναισθήματά της, οφείλω να σταθώ ιδιαίτερα στα συχνά παιχνίδια, ακόμα και στις ακροβασίες, με τις λέξεις. Λέξεις σπάνιες, κάποιες ξεχασμένες, με φορτία μυθολογικά, αλλά κυρίως ψυχαναλυτικά, απαιτούν από τον αναγνώστη να καταβάλει κι εκείνος τον δικό του κάματο για να «ξεκλειδώσει» τα καλά κρυμμένα νοήματα.
«Στίχοι – Β’»
Σε μπλε θρυμματισμένο βάφτηκε το χτεσινό μου ημερολόγιο.
Κηλίδες μελανιού έσταξαν στο πάτωμα και πιο κει σερνόταν
μια θαλασσί αράχνη που έγλειφε το έκκριμά της.
Πρόκειται για ένα ποίημα «ποιητικής», δηλ. ποίημα που αποκαλύπτει τις πεποιθήσεις της δημιουργού του για τη διακονία της τέχνης της. Εδώ η ποιήτρια μάς εισάγει στα άδυτα του εργαστηρίου της. Η ίδια, μια εργατική κι ακάματη «αράχνη», καταγράφει με έντονο μπλε χρώμα τις μαρτυρίες της, εν είδει «ημερολογίου». Φροντίζει για το «έκκριμά» της, τον ιστό-δημιούργημά της. Σε μόλις τρεις στίχους, με αξιοσημείωτη λιτότητα και πυκνότητα, καταθέτει τον τρόπο της επίμονης, διαρκούς, μοναχικής ποιητικής της προσπάθειας. Διακριτικά φανταζόμαστε να την παρακολουθεί η τιμωρός και προστάτιδά της θεά της σοφίας, Αθηνά-Εργάνη.
Τέλος φόΤο ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής έχει τίτλο «Σκέψη»
Πόσο λυπηρό...
Να χάνεται το πριν
στου απαρεμφάτου την τέλεια βαθμίδα

Ένα ποίημα «γραμματικής τεχνολογίας». Η λέξη-κλειδί εδώ είναι το «α-παρέμφατο», αυτό που δεν «παρεμφαίνει», δηλ. δεν φανερώνει το υποκείμενό του. Μπορεί να παίξει, βέβαια, το ρόλο του υποκειμένου και του αντικειμένου, το ρόλο δηλ. τόσο του θύτη όσο και του θύματος. «Πόσο λυπηρό…». Αυτή ακριβώς η δυνατότητα, η «τέλεια βαθμίδα» του απαρεμφάτου να καθορίζει τελικά και να προσδιορίζει το παρελθόν – το πριν – του καθενός μας. Ό,τι αφήσαμε να λειτουργήσει ερήμην μας χωρίς τον δικό μας cogito, το δικό μας sum, εξελίχθηκε σε ένα πριν που χάθηκε… Σ’  ένα παρελθόν που σχηματοποιήθηκε χωρίς τη λειτουργία του προσώπου μας. Τρεις στίχοι σε κλιμακωτή αύξουσα παράταξη που εκφράζουν τη λύπη για ό,τι χάθηκε ανεπιστρεπτί.

Θεατρικές γέφυρες teen spirit

Ένας πανελλήνιος θεσμός για τους εφήβους
Τμήμα Εφηβικού Θεάτρου, ΛΥΚΟΦΩΣ-teen spirit

Ομάδες εφήβων σε έξι πόλεις της Ελλάδας (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Καλαμάτα, Κέρκυρα, Κομοτηνή, Πάτρα), συγγράφουν, με τη βοήθεια και την καθοδήγηση διακεκριμένων θεατρικών συγγραφέων και σε συνεργασία με τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, θεατρικά κείμενα τα οποία στην συνέχεια ανεβάζουν στην Αθήνα στα πλαίσια ενός Πανελλήνιου θεατρικού φεστιβάλ.
Περισσότερα: εδώ

Παράλληλο κείμενο για το πεζογράφημα του Γ. Ιωάννου «Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς»

Εργασία: Να βρείτε τρεις (3) τουλάχιστον ομοιότητες περιεχομένου και δύο (2) τουλάχιστον κοινές αφηγηματικές τεχνικές ανάμεσα στα δύο κείμενα.

Το 1955 στην Τούμπα ήταν όλο παράγκες ξύλινες και παρόμοια χαμόσπιτα με σκεπές από τενεκέδες ή κεραμίδια και μικρές ασπρισμένες αυλές. Αστραφτοκοπούσε ο ασβέστης και η πάστρα μέσα σε κείνη τη μουντάδα. Για στολίδια είχανε γλάστρες με σκουλαρικιές, με μπιγκόνιες και με γεράνια και στο χώμα φυτεμένα λουλούδια και δέντρα. Πιο πολύ ακακίες. Ή καμιά καϊσιά με κείνα τα καΐσια τα μεγάλα, τα ζουμερά, που το άρωμά τους μας μεθούσε και τα κουκούτσια τους τα τσακίζαμε ανάμεσα στις πέτρες και τα τρώγαμε με λαχτάρα. Είχανε και μουριές για τον παχύ τους ίσκιοž το καλοκαίρι πέφτανε καταγής τα μούρα και μαυροκοκινίζανε οι αυλές και πλάκωναν οι μέλισσες που με το βουητό και τις τσιμπιές τους δεν αφήνανε σε ησυχία τον κόσμο. Μερικοί φυτεύανε και λεμονιές σε μεγάλα βαρέλια και τις κουκουλώνανε τη βαρυχειμωνιά με τσουβάλια ή με χοντρά νάυλον για να μην καούνε, μια και το ψυχρό κλίμα της Βορείου Ελλάδος δεν σήκωνε τέτοια δέντρα ευαίσθητα. Ήταν και τα λεμόνια ακριβά και πολλές φορές δυσεύρετα. Όλα φτωχικά και ταπεινά μα περιποιημένα και ανοιχτόκαρδα. Κάθε τιτίζα[1] νοικοκυρά στην αυλίτσα της ένιωθε παραπάνω από βασίλισσα. Ο κόσμος ήτανε μαθημένος σε πέντε αναγκαία πράματα, εκεί πάνω χτίζανε την καθημερινή ευτυχία τους. Έτσι ήτανε δασκαλεμένοι απ’ τους παππούδες τους. Το λίγο τούς φαινότανε πολύ. Όχι σα σήμερα που το πολύ δεν μας γεμίζει καθόλου κι όσο αυγαταίνει εκείνο τόσο αδειάζουμε εμείς. Πολλά σπίτια είχανε τσαρδάκια σκεπασμένα με σαλκίμια[2] και κληματαριές και καθόταν από κάτω ο κόσμος κι έπινε το καφεδάκι του κι έκαναν οι γείτονες μουχαμπέτι[3]. Σε σκαμνάκια, σε καρεκλάκια ψάθινα, που περνούσαν οι γύφτοι κάθε τόσο και τα διόρθωναν τραγουδώντας καθισμένοι σταυροπόδι κατάχαμα. Μουχαμπέτι, καφεδάκι, κουλουράκι το πρωί, μουχαμπέτι, καφεδάκι, κουραμπιεδάκι το απόγευμα. Τα γλυκά, όλα σπιτικά, σπάνια του ζαχαροπλαστείου, μόνο τις τρανές γιορτές οι πάστες. Σοκολατίνες επί το πλείστον, μια και η σοκολάτα ήτανε περιζήτητη. Μόλις έπαιρνε να βραδιάζει, πάλι μουχαμπέτι, μεζεδάκια και ρακί. Τραγούδια λέγανε τα δικά τους, τα προσφυγικά, όμως ακούγανε κι απ’ το ραδιόφων, ό,τι τους έβαζαν οι κρατικοί σταθμοί κι ο Ενόπλων Δυνάμεων.
[…] Έτσι την περνούσαμε. Χαμοζωή. Σπιτάκια προσφυγικά, του εποικισμού. Είχαμε, βέβαια, και μικρές πολυκατοικίες που αργότερα έγιναν μεγαλύτερες, και στο τέλος με την αντιπαροχή του Καραμανλή η περιοχή έγινε αγνώριστη, ακόμη και για μας τους καθεαυτού Τουμπιώτες. Οι πιο πολλοί δρόμοι, τι δρόμοι, τα σοκάκια, ήταν χωματόδρομοι. Μόνο οι κεντρικοί ήταν ασφαλτοστρωμένοι. Καλντερίμια δεν είχε. Όλοι οι προσφυγικοί συνοικισμοί ήταν αγροί, χωράφια ακατοίκητα…. Το κράτος δεν γύριζε να μας κοιτάξει, και τα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν αραιά και πού, λιγοστά. Κι εκείνα, όχι σαν τώρα, της κακιάς ώρας, σαραβαλάκια. Σπάνια να δεις καμιά αμαξάρα. Μόνο αν περνούσε κανένας πολιτικός, αν μας καταδεχόταν κανένας μητροπολίτης.
(Θωμάς Κοροβίνης, Ο γύρος του θανάτου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2010, σελ. 35-38)






[1] Τιτίζα (τουρκ. titiz): σχολιαστική, τυπική.
[2] Σαλκίμι (τουρκ. salkim): είδος αναρριχώμενης ακακίας με μωβ τσαμπιά.
[3] Μουχαμπέτι (τουρκ. muhabbet): κουβεντολόι.


Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου


Ξεκινώντας με οδηγό τον αφορισμό του Ντανιέλ Πενάκ: "Το ρήμα 'διαβάζω' δεν έχει προστακτική", καλούμαστε από φέτος να υλοποιήσουμε τη φιλόδοξη προσπάθεια να μοιραστούμε με τους μαθητές μας (του Β4 Ζαννείου Π.Π. Λυκείου) την αναγνωστική απόλαυση ενός εξαιρετικού βιβλίου: "Κάτι θα γίνει, θα δεις", του Χρήστου Οικονόμου, το οποίο έλαβε το Κρατικό Βραβείο καλύτερου διηγήματος-νουβέλας, το 2010. Πρόκειται για ένα βιβλίο που οι ιστορίες του διαδραματίζονται στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, όπου μένουν οι μαθητές. Επομένως, η ανάγνωση σύγχρονων λογοτεχνικών κειμένων, και μάιστα όταν αυτά περιγράφουν μια πόλη που γνωρίζουν καλά οι μαθητές, αποτελεί την πρώτη φιλοπερίεργη αφορμή ανάγνωσης.
Πιστεύουμε πως η αποσπασματικότητα στη διδασκαλία της λογοτεχνίας:
α) Είναι ανεπίτρεπτη παρέμβαση πάνω στο λογοτεχνικό έργο, αδιανόητη για άλλες μορφές τέχνης.
β) Κατατάσσει αυθαίρετα τα έργα σε ‘θεματικές’ ενότητες, προκρίνοντας τη θεματολογία, δηλαδή το περιεχόμενο, σε βάρος άλλων παραμέτρων.
γ) Καλλιεργεί μοιραία το διδακτισμό, την ηθικολογία και την επιφανειακή προσέγγιση.
δ) Δημιουργεί κάποιες φορές παρανοήσεις για το έργο,
ε) Δεν αναδεικνύει, συνήθως, το μυθολογικό και ιδεολογικό σύμπαν του δημιουργού,
στ) Καθιστά ευκαιριακή μόνο τη σχέση του μαθητή με τη λογοτεχνία και
ζ) Σε συνδυασμό με τη χρήση του μοναδικού εγχειριδίου καθιστά «σχολικά» τα κείμενα και ματαιώνει εξαρχής τη σχέση των μαθητών με αυτά. Καταργεί την αναγνωστική απόλαυση.
Είναι ανάγκη, λοιπόν, το ακέραιο λογοτεχνικό βιβλίο να μπει δυναμικά στο ελληνικό σχολείο, ουσιαστικά αξιοποιημένο από έναν δάσκαλο συναναγνώστη και σύμβουλο του μαθητή. Τα «προγράμματα ή εργαστήρια ανάγνωσης», οι «κύκλοι μελέτης» και τα δίκτυα αναγνώσεων που λειτουργούν εδώ και χρόνια σε άλλες χώρες, είναι ανάγκη να μπουν στη διδασκαλία μας.
Πολύτιμοι αρωγοί στην προσπάθεια αυτή στάθηκαν οι οδηγοί της κας Γεωργιάδου και του κου Καρτσάκη (εδώ)

To σχέδιο διδασκαλίας: εδώ

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Μια πρόταση για εφαρμογή της "δημιουργικής γραφής" στην τάξη

Το τελευταίο τεύχος του περ. ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ (τ. 143) φιλοξενεί ένα άκρως ενδιαφέρον και επίκαιρο κείμενο του καλού φίλου και πολύπειρου συναδέλφου Μάνθου Μοϊάνου, με θέμα την εφαρμογή της "Δημιουργικής γραφής" στη Νεοελληνική Γλώσσα της Α' Λυκείου. Θεωρώ ότι το μοντέλο που προτείνει βρίσκεται καταρχήν στη σωστή κατεύθυνση, εφόσον εμπλέκει γόνιμα το Γλωσσικό μάθημα με τη Λογοτεχνία. Σίγουρα, η πρότασή του μπορεί να αποτελέσει αφετηρία διαβούλευσης για τις απαραίτητες αλλαγές που απαιτεί το Π.Σ. συνολικά για το Λύκειο.

Περισσότερα: εδώ

Συμπληρωματικά και επικουρικά στην παραπάνω πρόταση διδασκαλίας μπορεί να λειτουργήσει το βιβλίο "Δημιουργική Γραφή-Οδηγίες πλεύσεως" του Κυπριακού Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Το βιβλίο, που απευθύνεται και στην α' βάθμια και στη β' βάθμια εκπαίδευση, γραμμένο υπό την εποπτεία του Μίμη Σουλιώτη, συντάχθηκε σύμφωνα με τις αρχές του ενιαίου και συνεκτικού αναλυτικού προγράμματος και της διαφοροποίησης της διδασκαλίας,  όπου η χρήση βιωματικών μεθόδων μάθησης είναι απαραίτητη για την καλλιέργεια των ιδιοτήτων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων που απαιτούνται στον 21ο αιώνα. Το παρόν εγχειρίδιο, Δημιουργική γραφή-Οδηγίες πλεύσεως, είναι προορισμένο να στηρίξει την πρακτική άσκηση των μαθητών στη λογοτεχνική γραφή με στόχο αφενός να αναπτύξουν τη δημιουργικότητά τους και αφετέρου να γίνουν επαρκέστεροι αναγνώστες, μέσω της πλέον βιωματικής δραστηριότητας στον χώρο της λογοτεχνίας, της συγγραφής. Απευθύνεται στους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν Λογοτεχνία, δίνοντας δομημένα μια σειρά από ενδεικτικές δραστηριότητες που μπορούν να επιλέξουν με βάση τα ατομικά ενδιαφέροντα των μαθητών και μαθητριών τους, προσφέροντάς τους ταυτόχρονα και το θεωρητικό υπόβαθρο γι’ αυτές.