Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη - "ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ"

Α. Ηθογραφία
1. Ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής των απλών και ταπεινών ανθρώπων της Σκιάθου.
2. Λαογραφικές και ηθογραφικές καταγραφές – (εδώ):
 Λαϊκοί θρύλοι και παραδόσεις (π.χ. για το «άντρον» [=σπηλιά] των νυμφών ή το δείπνο του ήλιου, σε άμεση συσχέτιση με την αρχαία ελληνική μυθολογία).
 Τρόπος ζωής και συνήθειες των απλών ανθρώπων της νησιώτικης υπαίθρου.
 Άμεση γνώση της ποιμενικής ζωής αλλά και επιρροές από το αρκαδικό [βουκολικό] ειδύλλιο [π.χ. η στερεότυπη εικόνα που έχει η Μοσχούλα για τους βοσκούς, ο βοσκός ως «σατυρίσκος του βουνού», η θαλάσσια σπηλιά, η εξιδανίκευση του πραγματικού χώρου).
 Γεωργικές εργασίες (όργωμα, σπορά, θερισμός κ.λπ.) – έναρξη εργασιών με προσευχή (στοιχείο λαϊκής θρησκευτικότητας).
 Νομή αγαθών που προέρχονταν από τα χωράφια και τα αμπέλια.
 Κλοπές ζώων από τα κοπάδια.
 Πρότυπο γυναικείας ομορφιάς (γραμμές σώματος, χρώμα μαλλιών, λευκό-τητα σώματος).
 Συμπεριφορές κοριτσιού (αγοροκόριτσο).
 Αντιλήψεις καλογέρων για την αποφυγή του γυναικείου πειρασμού και τη σωτηρία της ψυχής.
 Φόβοι ήρωα να μην παρεξηγηθεί και εκτεθεί ότι κινούμενος από δόλο παραμόνευε να δει γυμνή τη Μοσχούλα.
 Χαρακτηριστικά αστικής κοινωνίας.
3. Ευδαιμονική και εξιδανικευμένη αναπαράσταση του παρελθόντος (εδώ της ερωτι-κής ζωής).
4. Αποστροφή για τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής αστικής ζωής (εδώ του κόσμου των μορφωμένων και της μισθωτής εργασίας στην Αθήνα).
5. Νέοι τρόποι γραφής (πρωτοπρόσωπη αφήγηση, φωνογραφικοί πιστοί διάλογοι κ.λπ.)

Β. Ρομαντισμός – λυρισμός
i. Ο έντονος συμβολισμός σε συνδυασμό με τη μεταφυσική διάσταση.
ii. Η μεγάλη λεπτολογία στις περιγραφές της φύσης (ποιητική πνοή) δημιουργεί διάχυτη ατμόσφαιρα μαγείας, ρομαντισμού, συγκίνησης και νοσταλγίας.
iii. Τα σκηνογραφικά στοιχεία με τις αναφορές στη νύχτα, τη σελήνη, το βλοίσβο του κύματος, το βράχο, την «ουρά της λαμπράς αλουργίδος» κ.λπ. μαρτυρούν ρομαντική επίδραση (εδώ).
iv. Η ειδυλλιακή αναπαράσταση και η εξιδανικευμένη εικόνα του χωριού και του παρελθόντος.

Γ. Ψυχογραφικός χαρακτήρας
i. Επίμονη ψυχογράφηση του πρωταγωνιστή (εδώ), συναισθηματικές διακυμάνσεις, αντιδράσεις του σε διλημματικές καταστάσεις, στοχαστική διάθεση.
ii. Βλ. και «εσωτερίκευση» της δράσης.

Δ. Θρησκευτικότητα
i. Η χριστιανική πίστη και ο χριστιανικός ανθρωπισμός.
ii. Η στοχαστική διάθεση πάνω στα γεγονότα, τα πρόσωπα και τα πράγματα (απο-κάλυψη νοήματος).
iii. Οι ιδεολογικές κατευθύνσεις του ιδεολογικού προβληματισμού του.
iv. Η φυσιολατρική διάθεση (φύση και άνθρωπος αποτελούν ανεξάρτητα «κτίσματα» του Θεού – η φύση συνδέεται με την παλιά φυσικότητα και αθωότητα του ανθρώπου και διευκολύνει την επικοινωνία του με το Θεό).
v. Επιρροές από εκκλησιαστικά κείμενα:
 Δευτερονόμιο (νομή καρπών μόνο για χορτασμό)
 Άσμα Ασμάτων (περιγραφή κόρης)
 Παροιμίες και σημεία της Π. Διαθήκης («το σχοινίον της παραβολής», «σχο-ίνισμα κληρονομίας).
 Τρόπος ζωής, συνήθειες και αντιλήψεις καλογέρων.
 Έναρξη εργασιών με προσευχή.
 Εκκλησιαστικοί όροι (π.χ. «εγκαταβίωσεν», «κωλυόμενος να ιερατεύση», «φραγγέλιον»).
 Εκκλησιαστικά ιδρύματα («Κοινόβιον του Ευαγγελισμού», «ιερατική σχο-λή», «η εν Αθήναις Ριζάρειος» κ.λπ).

Ε. Αφηγηματικό υλικό
i. Έμμεσες γνώσεις (αρχαιοελληνικά, εκκλησιαστικά και βυζαντινά κείμενα, ξένα κείμενα, μυθολογία).
ii. Άμεσες, «ζωντανές» γνώσεις (π.χ. ήθη και έθιμα, ιστορίες από απλούς ανθρώπους της Σκιάθου και της Αθήνας, ανέκδοτα, παραμύθια, παραδόσεις, μάγια, ξόρκια, προλήψεις, δεισιδαιμονίες, τραγούδια κ.λπ.)
iii. Αυτοβιογραφικά στοιχεία – βιώματα (εδώ: η φυσική ζωή στη Σκιάθο, οι εικόνες του βοσκόπουλου, η σχέση με τη θάλασσα, το μοναστήρι του Ευαγγελισμού και οι καλόγεροι, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του νησιού, οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές των ανθρώπων, η σχέση με τη θρησκεία και τους εκπροσώπους της).

ΣΤ. Σύνθεση
i. Δεν υπάρχει έντονη και φανερή δράση – η σύνθεση είναι απλή.
ii. Εσωτερίκευση της δράσης (εκτεταμένες ψυχολογικές αναλύσεις – ψυχογράφηση – διαγραφή χαρακτήρων, εδώ: τα εναλλασσόμενα και αντιφατικά συναισθήματα  και τα διλήμματα του ήρωα = εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις).
iii. Παρουσία ελάχιστων προσώπων και στοχαστική στάση τους (αποτύπωση βιωμάτων).
iv. Λεπτομερείς και εκτεταμένες περιγραφές (σκηνικό), που αναστέλλουν τη δράση.

Ζ. Γλώσσα
i. Εντελώς προσωπική – κράμα καθαρεύουσας, εκκλησιαστικής, δημοτικής και σκιαθίτικων ιδιωματισμών.
ii. Οι διάφορες γλωσσικές μορφές δε χρησιμοποιούνται αδιακρίτως, αλλά παρουσιάζουν αναβαθμούς:
 Στις περιγραφές και στις λυρικές παρεκβάσεις συναντάται η αμιγής καθαρεύουσα (παλαιότερη λογοτεχνική παράδοση και εκκλησιαστική).
 Στην αφήγηση χρησιμοποιείται η καθαρεύουσα με πρόσμειξη στοιχείων της δημοτικής (προσωπικό ύφος).
 Στους διαλόγους αποτυπώνεται σχεδόν φωνογραφικά η ομιλούμενη λαϊκή γλώσσα μαζί με ιδιωματισμούς (φυσικότητα διαλόγων): υποδηλώνουν την ακριβή παρουσία του ανθρώπου και συμβάλλουν στην ηθοποιία.
iii. Η αφθονία στη χρήση των επιθέτων και σχημάτων λόγου και η εξαιρετική εικονοποιία αναδεικνύουν τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και προβάλλουν τα στοιχεία της ευτυχισμένης ζωής του παρελθόντος (εδώ).
iv. Συμβολική χρήση λέξεων (εδώ).
v. Η επίμονη χρήση κτητικών (εδώ) υπογραμμίζει τη σχέση του ήρωα με τα πράγματα, που λειτουργούν σαν ανθρωπόμορφα υποκατάστατα του γυναικείου κορμιού.
vi. Προσεκτική χρήση των χρόνων και των σημασιών των ρημάτων (εδώ).
vii. Απόδοση των λεπτομερειών (εδώ).

[Οδυσσέας Ελύτης, Ομιλία στους Έλληνες της Σουηδίας, 1979]

Αγαπητοί φίλοι και συμπατριώτες,
περίμενα πρώτα να τελειώσουν οι επίσημες γιορτές που προβλέπει η «Εβδομάδα Νόμπελ» και ύστερα να ‘ρθω σε επαφή μαζί σας. Το έκανα γιατί ήθελα να νιώθω ξέγνοιαστος και ξεκούραστος. Ξεκούραστος βέβαια δεν είμαι. Χρειάστηκε να βάλω τα δυνατά μου για να τα βγάλω πέρα με τις απαιτήσεις της δημοσιότητας, τις συνεντεύξεις και τις τηλεοράσεις. Αλλά ένιωθα κάθε στιγμή ότι δεν εκπροσωπούσε το ταπεινό μου άτομο αλλά ολόκληρη τη χώρα μου. Κι έπρεπε να την βγάλω ασπροπρόσωπη. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Δεν είμαι καμωμένος για τέτοια. Τιμές και δόξες δεν μου πάνε. Την ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε πενήντα τετραγωνικά, παλεύοντας με τη γλώσσα. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: μία πάλη συνεχής με τη γλώσσα. Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.
Ό,τι και να πει ένας ποιητής, μικρό ή μεγάλο, σημαντικό η ασήμαντο, δεν φέρνει αποτέλεσμα, θέλω να πω δεν γίνεται ποίηση, αν δεν περάσει από την κρησάρα της γλώσσας, αν δεν φτάσει στην όσο γίνεται πιο τέλεια έκφραση. Ακόμα κι οι πιο μεγάλες ιδέες, οι πιο ευγενικές, οι πιο επαναστατικές, παραμένουν σκέτα άρθρα, αν δεν καταφέρει ο τεχνίτης να ταιριάσει σωστά τα λόγια του. Μόνον τότε μπορεί ένας στίχος να γί-νει κτήμα τους. Μόνον τότε μπορεί να έρθει και ο συνθέτης να βάλει μουσική, να γίνουν οι στίχοι τραγούδι. Και για ένα τραγούδι ζούμε, στο βάθος, όλοι μας. Το τραγούδι που λέει τους καημούς και τους πόθους του καθενός μας. Τόσο είναι αλήθεια ότι το μεγαλείο και η ταπεινοσύνη πάνε μαζί, ταιριάζουν.
Εμένα μου έλαχε να αγαπήσω τον τόπο μου όπως τον αγαπάτε κι εσείς. Να τι είναι που μας ενώνει απόψε όλους εδώ πέρα. Η αγάπη μας για την Ελλάδα. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί τρόποι να αγαπά ένας λαός τη χώρα του. Αλλά για τον ποιητή, πιστεύω, υπάρχει μόνον ένας: να ανήκει σε ολόκληρο τον λαό του. Πάνω από τις διαιρέσεις και τις διχόνοιες, ο ποιητής να στέκει κι να αγαπά όλο το λαό του, να ανήκει σε όλο τον λαό του. Δεν γίνεται αλλιώς. Η πατρίδα είναι μία. Ο καθένας στον τομέα του ας έρθει κι ας κάνει κάτι, όπως αυτός το νομίζει καλύτερα. Όμως ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει το σύνολο. Θέλω να πιστεύω πως ίσως και ο ξενιτεμένος, το ίδιο.
Για μας η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλες, είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι. Είναι οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους –όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.
Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του. Κι είχε δίκιο. Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να θρέψει το αθάνατο ποίημά του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» έσωσε και παράδωσε στη φυλετική μας μνήμη το Μεσολόγγι και τους αγώνες του. Αυτό έκαναν ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης. Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι εγώ. Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου, την ψυχή όλου του ελληνικού λαού. Να δω πόσο μοιάζανε όλοι οι αγώνες του, από την αρχαία εποχή ίσαμε σήμερα, για το δίκιο και για τη λευτεριά. Κι αυτό θα κάνω όσα χρόνια μου δώσει ο Θεός να ζήσω. Αυτή είναι η πράξη μου. Και το γεγονός ότι έφτασαν να τη γνωρίσουν οι ξένοι, είναι μία νίκη. Όχι δική μου νίκη. Δική σας. Γι’ αυτό σας ευχαριστώ. Κι αν μου το συγχωρείτε - να σας δώσω μια γνώμη - ακούστε την: όσο καλά κι αν ζείτε σε αυτή τη φιλόξενη, την ευγενική χώρα, όσο κι αν νιώθετε καλά και στεριώνετε και κάνετε οικογέ-νεια - μην ξεχνάτε την πατρίδα και προπαντός τη γλώσσα μας. Πρέπει να είσαστε υπερήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη γλώσσα μας.
Είμαστε οι μόνοι σε ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό ουρανό και τη θάλασσα θάλασσα, όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι λίγο αυτό. Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας και όλη του την ευγένεια. Χαίρομαι κι αυτή τη στιγμή που σας μιλάω σε αυτή τη γλώσσα και σας χαιρετώ, σας αποχαιρετώ μάλλον, αφού η στιγμή έφτασε να φύγω.

Θέματα:
Α. Αφού πυκνώσετε το περιεχόμενο του κειμένου σε ένα δικό σας κείμενο 100-120 λέξεων, να το παρουσιάσετε στη σχολική σας τάξη, στα πλαίσια ενός αφιερώματος στον Οδυσσέα Ελύτη.

Β1. α. Αν σας ζητούσαν να τιτλοφορήσετε το κείμενο, ποια φράση από την ομιλία του Ελύτη θα θεωρούσατε την καταλληλότερη για τίτλο;
      β. Από όποιες ενδείξεις της μορφής και του περιεχομένου συμπεραίνει κανείς ότι το κείμενο  αποτελεί ομιλία;
Β2. Σχολιάστε σε μια παράγραφο το ακόλουθο απόσπασμα από την ομιλία του Ελύτη: «Η γλώσσα δεν είναι μόνο ένα μέσο επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ευγένεια».
Β3. Να αντιστοιχίσετε τα αποσπάσματα της στήλης Α με τους τρόπους και τα μέσα πειθούς της στήλης Β. Δυο στοιχεία από τη στήλη Β περισσεύουν.

ΣΤΗΛΗ Α’
1. Είπε ένας Γάλλος … λόγος του.
2. Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι εγώ.
3. Για μας η Ελλάδα … πλατάνι
4. Πρέπει να είσαστε υπερήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη γλώσσα μας.
ΣΤΗΛΗ Β’
α. Επίκληση στο ήθος του πομπού
β. Επίκλγ. Επίκληση στη λογικήηση στο ήθος του δέκτη
δ. Επίκληση στο συναίσθημα περιγραφή
ε. Επίθεση στο ήθος του αντιπάλου
στ. Επίκληση στην αυθεντία
Β4. Να βρείτε πέντε λέξεις /φράσεις που χρησιμοποιούνται συνυποδηλωτικά.

Γ. Συμμετέχετε σε μια σχολική εκδήλωση, αφιερωμένη στην ελληνική γλώσσα. Εκπροσωπώντας τους συμμαθητές σας, εκφωνείτε μια ομιλία, στην οποία αναλύετε τη σχέση γλώσσας και εθνικής ταυτότητας και τονίζετε το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η γλώσσα μας στην πολύγλωσση Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Ενδεικτικές απαντήσεις στο παράλληλο κείμενο "Ο ΨΩΜΟΖΗΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ"

1. Η επαιτεία
Και τα δύο ποιήματα – με διαφορά μόλις δύο ετών στη συγγραφή τους – χρησιμοποιούν το ίδιο ρήμα σε διαφορετικούς ρηματικούς τύπους: «ψωμοζητώντας» (ενεργητική μετοχή στο στ.8 του «Κρητικού») αλλά και «ψωμοζητώ» (στον «Ψωμοζήτη στρατιώτη του Σούτσου). Τόσο ο Φαναριώτης λόγιος όσο και ο φιλελεύθερος Επτανήσιος χρησιμοποιούν ένα σύνηθες στο καθημερινό λεξιλόγιο ρήμα, για να εκφράσουν έμμεσα την καταγγελία τους για την τύχη πολλών αγωνιστών της Επανάστασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο ζωγράφος Θεόδωρος Βρυζάκης απέδωσε εικαστικά το ποίημα "Ο ψωμοζήτης στρατιώτης" εκφράζοντας το αίσθημα πικρίας της κοινής γνώμης στο θέαμα των επαιτών-παλαιών αγωνιστών.
2. Η απομυθοποίηση του πολέμου
Τόσο ο ήρωας του Σολωμού όσο και ο ήρωας του Σούτσου εκφράζουν με ενάργεια τα ταυτόσημα συναισθήματά τους σχετικά με τον πόλεμο. Το ηρωικό παρελθόν θλίβει ως ανάμνηση καθώς πλέον έχει επέλθει πλήρης απομυθοποίηση του πολέμου. Έτσι, ο Κρητικός στο στ.7 μας λέει πως «χαρά δεν του ‘ναι ο πόλεμος…», ενώ ο ψωμοζήτης στρατιώτης διαπιστώνει με θλίψη πως «Όλος ο κόσμος άλλαξε…».
3. Μοναξιά
Η μοναξιά είναι ο σύντροφος και των δύο προσώπων. Ο Κρητικός στους στ. 16-18 επανέρχεται με αναδρομική αφήγηση στους χαμένους συντρόφους που ήδη μας έχει ενημερώσει προηγουμένως για την απώλειά τους, ενώ ο ψωμοζήτης στρατιώτης στους τελευταίους στίχους του ποιήματος αισθάνεται ξένος και μόνος, καθώς προσπαθεί «του κάκου» να βρει ένα φίλο του «ηρωικού καιρού».

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Συγκριτική θεώρηση κειμένων: "Κρητικός" και "Ο ψωμοζήτης στρατιώτης"

Nα επισημάνετε και να σχολιάσετε τουλάχιστον 3 ομοιότητες μεταξύ του παρακάτω ποιήματος και του αποσπάσματος 5 [22] στ. 5-20 από τον "Κρητικό".

Ο ΨΩΜΟΖΗΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ [Αλ. Σούτσος, 1831]

Ένας γέρος στρατιώτης με του ζήτουλα τον δίσκο,

Στο ραβδί ακουμβισμένος και με το σακκί στον ώμο,

Έλεγε σ’ ένα παιδάκι που του έδειχνε τον δρόμο

•Μη, παιδάκι μου, μην τρέχης και πολύ οπίσω μνήσκω

•Εσύ είσ’ ευτυχισμένο... τα ματάκια σου τα έχεις,

Γερά έχεις ποδαράκια, κ’ ελαφρό σαν λάφι τρέχεις...

Εγώ έχασα το φως μου στου Μεσολογγιού την πόλι,

Και το ένα μου ποδάρι με το άρπαξε το βόλι.
………………………………………………………
Ετυφλώθηκα. Δεν βλέπω της Ελλάδος τα βουνά,

Κι’ ο ελεύθερός της ήλιος στα ματάκια μου δεν λάμπει...

Δενδροσκέπαστοι, ωραίοι κ’ αιματοβρεμένοι κάμποι,

Σ’ εσάς τώρα κόσμος άλλος ζωήν ήσυχη περνά.

Εγώ μόνος, για να ζήσω, τρέχω και ψωμοζητώ

Στα ερημοκλήσια μέσα και στους δρόμους ξενυκτώ.
………………………………………………………..
Προσπαθώ του κάκου ναύρω έναν φίλο του παλιού μας,

Του ηρωικού καιρού μας.

Άλλοι πέθαναν, και άλλοι ζουν απ’ όλους ξεχασμένοι

Όπου κι’ αν σταθώ με σπρώχνουν, με περιγελούν οι ξένοι.

To ποιητικό τοπίο στον "Κρητικό"

Ο τόπος όπου διαδραματίζεται το κεντρικό επεισόδιο – η πάλη του Κρητικού με τα κύματα - είναι η θάλασσα. Αξίζει όμως να σημειωθεί πως «συμμετέχει» όλη η φύση, μια «αντίμαχη φύση» που πολεμά τον άνθρωπο. Γενικότερα στο σολωμικό ποιητικό σύμπαν, η σχέση «Φύση-Άνθρωπος» είναι καθοριστικής σημασίας, εφόσον το ίδιο το ποιητικό τοπίο είναι το θέμα της ποίησής του: το ποιητικό τοπίο (εδώ η θάλασσα) δε λειτουργεί ως σκηνογραφικό φόντο αλλά ως η αποκάλυψη των τόπων της ύπαρξης, των τόπων εκείνων που αποκαλύπτουν ένα μέρος του σχεδίου του Θεού για το σύμπαν. Έτσι, ο Σολωμός, ως ρομαντικός ποιητής, θεώμενος τη φύση, βλέπει το αθέατο. Δηλαδή μέσα στη φύση μπορεί και στοχάζεται. Αυτός είναι και ο λόγος που η ρομαντική ποίηση έχει καθιερωθεί να θεωρείται ποίηση της ερμηνείας της φύσης.
Για τη σχέση «Φύση-Άνθρωπος» δύο σημεία πρέπει να επισημανθούν ως τα κυριότερα που οφείλει ο μαθητής να γνωρίζει:
(α) Η τάση για εξατομίκευση της φύσης: ο ποιητής δε βλέπει τα πράγματα που βρίσκονται γύρω του και που είναι ανεξάρτητα από αυτόν, αλλά υποβιβάζει τη φύση σε έναν καθρέφτη που αντανακλά τα αισθήματά του, αναζητά ένα συμβολικό αντίστοιχο για κάτι που βρίσκεται μέσα του: αυτό ακριβώς οδηγεί στην ανακάλυψη στοιχείων πνευματικών στη φύση (ανιμισμός). Οι περιγραφές τοπίων αντα-νακλούν καταστάσεις ψυχικές. Αυτή η τάση για εξατομίκευση, αφενός, φανερώνεται μέσα από το συν-δυασμό της φύσης με τον έρωτα και με το θάνατο του ανθρώπου και, αφετέρου, γίνεται και το θέμα των τριών μεγάλων ποιημάτων της ποιητικής ωριμότητας του Σολωμού, του Κρητικού, των Ελεύθερων Πολιορκημένων και του Πόρφυρα. Κοινό θέμα των παραπάνω ποιημάτων είναι η δοκιμασία του αν-θρώπου, η σύγκρουσή του με το περιβάλλον-φύση και η προσπάθειά του να αναδείξει απέναντι και σε σχέση με αυτό την ιδιαίτερη, την προσωπική μορφή του. Ο Σολωμός, επιδιώκοντας την πραγμάτωση του «Υψηλού» του Σίλλερ, τοποθετεί το «Υψηλό» στα πλαίσια του σχήματος εκείνου που εφαρμογή του αποτελούν τα τρία προαναφερόμενα ποιήματα, δηλ. του σχήματος:
αντίσταση εξωτερικών/φυσικών συνθηκών – δοκιμασία ηθική – υπαρξιακή ακεραίωση.
Η φύση είναι μια αντίμαχη δύναμη που πολεμά τον Κρητικό με δύο τρόπους (ο ένας είναι συνάρτη-ση του άλλου): (i) η άλογη βία των στοιχείων της φύσης (π.χ. τα κύματα της φουρτουνιασμένης θάλασ-σας έπειτα από την κακοκαιρία, αστροπελέκια κ.ά.), (ii) το αρχέτυπο του κάλλους και του αγαθού. Έτσι η φύση παραλύει την αντίσταση του ήρωα ή την προσπάθειά του ενάντια σε φυσικά εμπόδια, κυριε-ύοντας την ύπαρξή του με τη μαγευτική ακτινοβολία των αξιών, των οποίων είναι φορέας της. Από την άλλη, όμως έχουμε την ηθική θέληση του ανθρώπου που παλεύει έναν αγώνα χαμένο και έρχεται να διαβρώσει το ακαταμάχητο κάλεσμα για ζωή και επίγεια ευδαιμονία που ακτινοβολεί η φύση (η «δοκι-μασία» του ήρωα, ο «Πειρασμός» του ως «Ελεύθερος Πολιορκημένος»: η φυσική βία εξωτερικά – η φεγγαροντυμένη και ο γλυκύτατος ηχός εσωτερικά. Τελικά, η επίδραση της φύσης αφομοιώνει τον ήρωα, εξουδετερώνει το αγωνιστικό του πνεύμα, με αποτέλεσμα ο ήρωας να χάσει τον αγώνα (να σώσει την αρραβωνιαστικιά του), όμως στον άνισο αυτό αγώνα, αν και ηττήθηκε εξωτερικά, νίκησε εσωτερικά (ηθική ολοκλήρωση).

(β) Η κλίμακα των λειτουργιών του φωτός στο ποιητικό τοπίο: όργανο, σύμβολο και φορέας της υπερβατικής λειτουργίας της φύσης είναι το φως, το θείο φως, (το φως της Αγίας Γραφής, το φως που ταυτίζεται με τον Χριστό, την αλήθεια, την αρετή και τη σωτηρία) που φωτίζοντας το τοπίο αποκα-λύπτει και την αόρατη διάστασή του. Το φως επιτελεί δύο λειτουργίες: από τη μια, φωτίζει και προβάλλει τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν ένα φυσικό τοπίο και, από την άλλη, με την παρεμβολή του μεταμορφώνει το τοπίο, του αλλάζει χαρακτήρα και από φυσικό το κάνει μεταφυσικό.
Παράδειγμα των δυο αυτών λειτουργιών του φωτός αποτελεί το χωρίο 3 [20], στ. 19 – 4 [21], στ. 8. Εδώ το φως αρχικά φαίνεται ότι – ως φως των άστρων – δεν επιδρά πέρα από τα πλαίσια της φυσικής διάστασης του τοπίου. Όμως αυτή η εντύπωση γρήγορα διαλύεται: «κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση…», μια σιωπή ιερή απλώνεται κι αμέσως μετά το φως απλώνεται, «ανακατώνεται» με τα στοιχε-ία της φύσης και σαν αποτέλεσμα αυτής της ανάμειξης έχουμε την υλοποίηση του φωτός, τη σωμάτω-σή του μέσα από τη φεγγαροντυμένη. Με αυτόν τον τρόπο το φυσικό τοπίο μέσω της επίδρασης του θείου φωτός γίνεται χώρος πνευματικός κι ο ποιητής δε διακινδυνεύει την πιθανότητα να περάσει αυτή η κατάσταση της μετουσίωσης απαρατήρητη και γι’ αυτό τη δηλώνει καθαρά: «Τότε από φως μεσημερ-νό η νύχτα πλημμυρίζει». Το «βίωμα του μεσημεριού» είναι βίωμα μεταφυσικό. Η προνομιακή αυτή ώρα του ύψιστου και μέγιστου φωτός γίνεται μια ώρα αποκαλυπτική του απόλυτου μέσα στο οποίο το άτομο αφομοιώνεται, με αίσθημα μακαριότητας αφήνει την ατομικότητά του και ενώνεται μ’ αυτό, ε-νώνεται με την άπειρη και άχρονη φύση, που δεν είναι παρά «κτίσμα» του Απόλυτου, του θείου.