Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Το «φόντο» της ματαιοδοξίας (εξαιρετικό κείμενο για τη διδασκαλία της ενότητας "ΜΝΗΜΕΙΑ" στη Γλώσσα της Γ' Λυκείου

Τα άφθαρτα αρχαία σημάδια, τα απομεινάρια αλλοτινών εποχών, ηρωικών στιγμών ως διάκοσμος σε εμπορικές εκδηλώσεις, ως «σκηνικό» σε βαρυσήμαντες συναντήσεις ή γεγονότα προσφέρουν την αίγλη που δεν διαθέτουν εφήμερες πολυτέλειες - σάλες, κήποι, ταράτσες, μέγαρα, γιοτ. Η επίδειξη μόδας στο Πολεμικό Μουσείο που συζητήθηκε τις περασμένες ημέρες δεν είναι ούτε πρωτόφαντη ούτε καν σπάνια. Είναι όμως για πολλούς «βέβηλη». Ωστόσο, σε τι διαφέρει από το γεύμα διευθυντικών στελεχών εταιρείας κινητής τηλεφωνίας στη Στοά του Αττάλου, από τη σειρά δεξιώσεων -παλαιότερα- στη Στοά Ευμένους, από τις συναυλίες στην Πνύκα ή στη Ρωμαϊκή Αγορά που άφηναν πίσω τους ένα χαλί από αποτσίγαρα και σκουπίδια, από την πληθώρα των εκδηλώσεων σε μουσειακούς χώρους που απλώς δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας; Οχι σε πολλά.
Τέχνη, ιστορική μνήμη, εμπόριο, ανθρώπινη μεγαλομανία στο χωνευτήρι της αγοράς και των δημοσίων σχέσεων. Κάθε άλλο παρά «είδηση» αποτελεί η στιγμιαία σύζευξη καταναλωτικών προϊόντων με τους φορείς των αναμνήσεων, τα σύμβολα εποχών. Η προσπάθεια κοινωνικά συμβάντα να «κλέψουν» ένα κομμάτι από τη βιωμένη παλαιότητα, από την αντοχή στον χρόνο, από την «αθανασία» του μνημείου.
Αν το άνοιγμα των μουσείων στην κοινωνία δεν πλήττει την υπόστασή τους, δεν προσβάλλει τον χαρακτήρα τους, φέρνει χρήματα στα δημόσια ταμεία και τους πολίτες πιο κοντά στα μνημεία, τα οποία πάσχουν από έλλειψη προβολής, υποστηρίζουν οι παρέχοντες τις άδειες. Λεπτοφυείς μετατοπίσεις του νοήματος. Στις περισσότερες εκδηλώσεις του είδους ο χώρος «ανοίγει» για έναν μικρό αριθμό εκλεκτών καλεσμένων, όχι την «κοινωνία». Επειτα, τι είναι αυτό που προσβάλλει ένα μνημείο; Η χαμηλή ποιότητα του συμβάντος; Η δημοσιοποίησή του; ΄Η το μέγεθος της ανθρώπινης ματαιοδοξίας σε μια εποχή που όλα αγοράζονται, ακόμη και το «ιερό», το τυλιγμένο στη μαγεία του χρόνου; Τι είναι «βέβηλο»; Μόνο ένα γεύμα πρωτοκλασάτων στελεχών στον Βράχο της Ακρόπολης, μια επίδειξη μόδας στο Ηρώδειο, μια φωτογράφηση γυμνού στον δρόμο με τα λιοντάρια της Δήλου; Τι είναι πιο κρίσιμο; Το ποιος, το γιατί ή το πώς γίνεται η εμπορική αξιοποίηση των μνημείων; Εχει σημασία, λένε οι επαΐοντες, ποια ήταν η αρχική χρήση του χώρου, αν ήταν ναός ή αγορά, αν το μνημείο είναι αναστηλωμένο ή πλήρως ανακατασκευασμένο... Σωστό. Ωστόσο, στο πλεοναστικό σύμπαν όπου είμαστε καταποντισμένοι, λογικές θέσεις μοιάζουν με γελοία προσχήματα.
Είναι αμφίβολο αν το κοινό στις εκδηλώσεις αυτές έρχεται σε αληθινή επαφή με τα εκθέματα. Μια τεράστια απόσταση χωρίζει το «σημερινό παρόν από εκείνα τα βαθιά περασμένα» έλεγε ο Γ. Σεφέρης στο δοκίμιό του «Πάντα πλήρη Θεών» με αφορμή τη διαφήμιση ενός «αγγλοσαξονικού ποτού» με φόντο τη δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα, πρωταγωνιστές δυο τουρίστες και τραπεζάκι τον σπόνδυλο μιας κολόνας. «Χρειάζεται νομίζω μια πίστη σ’ αυτά τα αρχαία σημάδια» έλεγε ο ποιητής, «η πίστη πως έχουν δική τους ψυχή». Μόνο τότε μπορούμε να πιάσουμε «ένα διάλογο μ’ αυτά». Ούτε συγκίνηση, ούτε πίστη, και φυσικά ούτε διάλογος, αφού το μόνο που ενδιαφέρει είναι ο υπερφίαλος, επιδεικτικός μονόλογος.
Τ. Καραϊσκάκη, εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4/6/2010
INFO: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_31_27/06/2010_405752




ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΚΡΙΤΗΡΙΟΥ "Διαπραγματευόμενοι την οροθετική γραμμή"

Α. Ο Μπρυκνέρ εξετάζει το θέμα της προστασίας θεσμών όπως το σχολείο από οποιαδήποτε συμφέροντα. Αρχικά αναφέρει ότι, παρά τις προσπάθειες ιδιωτών να εκμεταλλευτούν τις «αδυναμίες» του εκπαιδευτικού συστήματος, το σχολείο οφείλει να παραμείνει αποκλειστικά χώρος μόρφωσης. Επισημαίνει την αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού της εκπαίδευσης και της διατήρησης της δωρεάν παιδείας. Στη συνέχεια υπογραμμίζει πως η αξία του σχολείου έγκειται στη δημιουργία ολοκληρωμένων και όχι μονοδιάστατων προσωπικοτήτων και γι’ αυτό είναι επικριτέα η εμπορευματοποίησή του. Καταλήγοντας, τονίζει πως κάθε γενιά έχει την ευθύνη να διατηρήσει αλώβητους τους θεσμούς και τις αξίες της, γιατί έτσι προστατεύει την ίδια της τη ζωή. (98 λέξεις)
Β1. α. «Η ομοιομορφία, η αμνησία, η βλακεία είναι οι μάστιγες της δημοκρατίας των μαζών». Στη σύγχρονη εποχή που αλλάζει ριζικά η ανθρώπινη δραστηριότητα αναδομούνται και οι νόρμες συμπεριφοράς. Αυτές οι αλλαγές συχνά πυροδοτούνται από την έξαρση του φαινομένου της μαζοποίησης. Οι άνθρωποι, από ελεύθερα όντα, γίνονται μέλη μιας αγέλης που καθοδηγείται και κατευθύνεται από ένστικτο ή από αποφάσεις άλλων. Τα άτομα χάνουν την ατομικότητά τους και αποδέχονται τη φαλκίδευση της ατομικής τους ελευθερίας. Έτσι, γίνονται όλοι ίδιοι, ξεχνούν τα στοιχεία του εαυτού τους που τους καθιστούν οντότητες ξεχωριστές και ενεργούν απερίσκεπτα και άβουλα καθοδηγούμενοι από τις αποφάσεις και τις προτιμήσεις της μάζας.
β. «Το σχολείο δεν υπόκειται σε κριτήρια κέρδους αλλά απόδοσης και διάδοσης γνώσεων». Αυτό σημαίνει ότι όσοι εμπλέκονται στο θέμα της μόρφωσης –εκπαιδευτικοί και μαθητές– δε θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το σχολείο χρησιμοθηρικά. Από τη μία, οι εκπαιδευτικοί δεν πρέπει να βλέπουν την εκπαίδευση ως έναν χώρο που τους αποφέρει κέρδη και να εργάζονται μηχανικά και χωρίς κανένα ενδιαφέρον δημιουργώντας μονοδιάστατους ανθρώπους, καθώς και να μην εκμεταλλεύονται προς όφελός τους τις «αδυναμίες» του εκπαιδευτικού συστήματος. Από την άλλη, οι μαθητές οφείλουν να συνειδητοποιήσουν πως το σχολείο είναι ένα εκκολαπτήριο ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων και όχι ένας μηχανισμός κατασκευής μελλοντικών ειδικευμένων με σίγουρη επαγγελματική αποκατάσταση, αλλά αναμφισβήτητη πνευματική μονομέρεια. Πρέπει να καταλάβουν πως το σχολείο προσφέρει και μεταδίδει γνώση για όλη τους τη ζωή και όχι μόνο τα εφόδια για την κοινωνικο-οικονομική τους επιτυχία.
Β2.
1η παράγραφος: Το σχολείο ως χώρος μόρφωσης και όχι ως επιχείρηση.
2η παράγραφος: Η αναγκαιότητα της προσφοράς δωρεάν γνώσης και ολοκλήρωσης του ατόμου μέσω του σχολείου.
3η παράγραφος: Η αξία του σχολείου έγκειται στην προσφορά γενικής παιδείας.
4η παράγραφος: Η προστασία του χώρου της εκπαίδευσης από ιδιωτικά συμφέροντα.
5η παράγραφος: Η ευθύνη της νέας γενιάς να διαφυλάξει την ποικιλομορφία της ζωής.
Β3. Θεματική περίοδος: «Για ποιο λόγο… αστροναύτης;».
Σχόλια – λεπτομέρειες-: «Επειδή, έτσι… σε τίποτα».
Περίοδος-κατακλείδα: «Εξ ου… ορισμένων ιδιωτών».
Η παράγραφος αναπτύσσεται με τη μέθοδο της αιτιολόγησης.
Β4. τελείωση = αρτίωση, αλωθεί = κυριευθεί, ακατάπαυστα = ασταμάτητα.
Γ. Ενδεικτικές απαντήσεις:
Α΄ ζητούμενο:
- Η εξειδίκευση και ο έντονος καταμερισμός της εργασίας στη σύγχρονη εποχή δημιουργούν την αντίληψη στους νέους πως το μόνο που χρειάζονται να αποκομίσουν από το σχολείο είναι οι γνώσεις που τους εξασφαλίζουν την επαγγελματική αποκατάσταση.
- Η παιδεία ακολουθεί το τεχνοκρατικό και υλιστικό πρότυπο και δημιουργεί από νωρίς μονοδιάστατους ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο για την εξασφάλιση της οικονομικής και κοινωνικής επιτυχίας.
- Το ίδιο το εξεταστικό σύστημα έχει μετατραπεί σε ένα «κυνήγι» σωστών και λανθασμένων απαντήσεων και απομνημόνευσης-γεγονός που όχι μόνο κάνει τους νέους αδιάφορους απέναντι στη γενική παιδεία και μόρφωση, αλλά τους ωθεί να ακολουθήσουν πιστά αυτό, ώστε να μπορέσουν να πετύχουν στον μοναδικό τους πλέον στόχο, που είναι η εισαγωγή σε κάποια σχολή.
- Το εκπαιδευτικό σύστημα ευνοεί τον άγονο εγκυκλοπαιδισμό και τη βαθμοθηρία και μετατρέπει τους μαθητές σε ανταγωνιστικά όντα, ανίκανα να αντιμετωπίσουν τη σύγχυση των αξιών και να οργανώσουν την κρίση και τη στάση ζωής τους.
- Το έντονο σχολικό πρόγραμμα και ο ρυθμός που επιβάλλει συχνά στερούν από τα παιδιά τη χαρά που προσφέρει η ανάγνωση ενός βιβλίου. Το παιδί και ο έφηβος που τρέχουν από το σχολείο στα ιδιαίτερα και έχουν να μελετήσουν και να κάνουν εργασίες στο σπίτι για την άλλη μέρα ζουν ένα κουραστικό σχολικό πρόγραμμα, το οποίο συνήθως εξισώνει την έννοια του βιβλίου με τη μελέτη και τη σκληρή δουλειά. Το αποτέλεσμα είναι να αποξενώνεται το παιδί από το βιβλίο και να επιδιώκει άλλες δραστηριότητες στον ελεύθερό του χρόνο. Αλλά και οι γονείς, από την πλευρά τους, μερικές φορές κάνουν το σφάλμα να εξισώνουν την ανάγνωση βιβλίων με την απόκτηση μιας συγκεκριμένης πληροφορίας ή ως μορφωτικό εφαλτήριο, με αποτέλεσμα να μην έχουν διδάξει στο παιδί τους τη χαρά της ανάγνωσης και την απόλαυση της εξερεύνησης του κόσμου των λέξεων και των ιδεών.
Β΄ ζητούμενο:
- Δημιουργούνται μονοδιάστατοι άνθρωποι, ανίκανοι να αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε θέμα προκύπτει πλην αυτού στο οποίο έχουν ειδικευτεί.
- Οι μαθητές χάνουν τη χαρά της δημιουργίας και της απόκτησης χρήσιμων γνώσεων –πέραν αυτών που χρειάζονται για την επαγγελματική τους αποκατάσταση– και δε συνειδητοποιούν πως η ευκαιρία να τους παρέχονται δωρεάν ποικίλες γνώσεις ίσως να μην τους ξαναδοθεί ποτέ ξανά.
- Αδυνατούν να ανακαλύψουν κλίσεις και ταλέντα που ενδεχομένως έχουν σε τομείς διαφορετικούς αυτών στους οποίους επιλέγουν να αφοσιωθούν με στόχο την οικονομική τους επιτυχία.
- Οι μαθητές, μεγαλώνοντας με την αντίληψη πως το σχολείο τούς προετοιμάζει μόνο για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, δεν αποκτούν βιώματα ανθρωπιάς και ηθικές αξίες αλλά γίνονται σκληρά, χωρίς ηθικές αξίες ανταγωνιστικά όντα.
- Περιορίζεται η κοινωνική αγωγή των μαθητών και δεν ολοκληρώνονται οι διαδικασίες κοινωνικοποίησής τους, καθώς είναι αδιάφοροι για τις απαιτήσεις, τους κανόνες και τις εμπειρίες του ευρύτερου συνόλου και απορροφούνται από τη συστηματική ενασχόληση με τα βασικά μαθήματα.
Γ΄ ζητούμενο:
- Είναι ανάγκη να καθιερωθεί ένα νέο σύστημα εισαγωγής σε Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. της χώρας ή να βελτιωθεί το υπάρχον, για να μπορέσει το σχολείο της μέσης εκπαίδευσης να παρέχει ουσιαστικές και γενικές γνώσεις που να καλύπτουν, αλλά και να ελκύουν, το ενδιαφέρον του μαθητή.
- Πρέπει να γίνει αναπροσαρμογή του παρόντος συστήματος αξιολόγησης και βαθμολόγησης.
- Να διδάσκονται σε περισσότερες διδακτικές ώρες και με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους εκπαιδευτικούς μαθήματα όπως η κοινωνιολογία, η πληροφορική, η αισθητική αγωγή κτλ.
- Να επεκταθούν δραστηριότητες του σχολείου όπως οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, οι πολιτιστικές πρωτοβουλίες, οι φιλανθρωπικές γιορτές κτλ.
- Να ανανεωθούν και να εκσυγχρονιστούν τα σχολικά εγχειρίδια.
- Να καλλιεργείται μέσω των διδασκόντων το ανθρωπιστικό πρότυπο όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά, ώστε να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές ότι το σχολείο δημιουργεί και πρέπει να δημιουργεί ολοκληρωμένες προσωπικότητες και όχι άρτιους υποψήφιους εργαζόμενους.

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

http://www.ted.com/talks/lang/gre/ken_robinson_says_schools_kill_creativity.html

http://www.ted.com/talks/lang/gre/ken_robinson_says_schools_kill_creativity.html

Διαπραγματευόμενοι την οροθετική γραμμή

Όσο αποδεκτό είναι να ιεραρχούμε τα σχολικά ιδρύματα ανάλογα με τις επιδόσεις τους, τόσο καταστροφικό είναι να καταστήσουμε το σχολείο ένα εργοστάσιο παραγωγής πελατών κι όχι ελεύθερων ανθρώπων. Οι επιχειρήσεις που καραδοκούν με επιμονή κυνηγού τις ελλείψεις της δημόσιας εκπαίδευσης – κι ο Θεός ξέρει πόσο πολλές είναι – κάνουν τη δουλειά τους. Όμως η αποστολή του Κράτους είναι να διαφυλάξει για το παιδί ένα χώρο ελεύθερο από κάθε θρησκευτική, ιδεολογική ή εμπορική επιρροή έτσι που να προσφέρει στους πάντες, αδιακρίτως, μια ποιοτική μόρφωση.
Οι χώρες μας έχουν άμεση ανάγκη από μια μεγάλη μεταρρύθμιση στον τομέα της εκπαίδευσης η οποία, υπερμεγέθης και πολυέξοδη, παράγει τόσο άγνοια όσο και γνώση, τόσο ανισότητες όσο και επιτυχία. Όμως αυτή τη μεταρρύθμιση δε θα μας την εξασφαλίσει ο ιδιωτικός τομέας, όποιες κι αν είναι οι προτεινόμενες μέθοδοι, όπως η διδασκαλία κατ’ οίκον, το επίδομα εκπαίδευσης, η αγορά κάποιων ειδικών υπηρεσιών από την οικογένεια ή το just in time open learning, η ανοιχτή εκπαίδευση την κατάλληλη ώρα όπου μαθαίνει κανείς όλα τα πράγματα που πρέπει να ξέρει σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Το σχολείο δεν είναι μια επιχείρηση μινιατούρα μήτε οι μαθητές του λυκείου επαγγελματικό σώμα, αν επάγγελμα σημαίνει αμειβόμενη δραστηριότητα. Το σχολείο δεν υπόκειται σε κριτήρια κέρδους αλλά απόδοσης και διάδοσης γνώσεων. Έστω κι αν αποτελεί τόπο χρήσιμων γνώσεων που θα αποφέρουν αργότερα χρηματικό κέρδος, οφείλει να συνεχίσει να προσφέρει δωρεάν τη γνώση που συνδέεται με την προσωπική τελείωση.
Για ποιο λόγο να μαθαίνει κανείς μουσική, φιλοσοφία, ζωγραφική, νεκρές γλώσσες, αν πρόκειται να γίνει αργότερα μηχανικός, χρηματομεσίτης ή αστροναύτης; Επειδή έτσι από την παιδική μας ηλικία μάς ξεκλειδώνονται κάποιες πόρτες που, όταν θα μεγαλώσουμε, θα αποφασίσουμε μόνοι μας αν θα τις ανοίξουμε ή αν θα τις αφήσουμε κλειστές. επειδή έτσι προσφέρεται στον καθένα η απίστευτη δυνατότητα να ξεφύγει από τη μονοτονία της μιας και μόνης επαγγελματικής δραστηριότητας, του ενός και μόνου προφίλ, προπάντων όταν είχε την τύχη να μυηθεί από έναν καθηγητή πάνω από τα κοινά μέτρα. Ο κόσμος είναι πιο πλούσιος από τη μικρή μου ύπαρξη, υπάρχουν και άλλες υπέροχες, ασυνήθιστες πραγματικότητες που θα τις εγκαταλείψω: ιδού το μήνυμα του σχολείου που μας δίνει ένα διπλό μάθημα ταπεινότητας και περιέργειας. Το σχολείο παραμένει μια πολυτέλεια στις ωφελιμιστικές κοινωνίες μας, επειδή συντηρεί το πνεύμα της φιλομάθειας, της ενασχόλησης με τη μελέτη που δεν «χρησιμεύει» σε τίποτα. Εξ ου και το μίσος που γεννά σε εκείνους που θέλουν να το προσαρμόσουν στις απαιτήσεις της αγοράς ή ορισμένων ιδιωτών.
Επιβάλλεται, λοιπόν, να το καταστήσουμε ιερό, να το προστατεύσουμε από τον κίνδυνο να καταποντιστεί μέσα σε μια «φιλελεύθερη» –με την κακή έννοια του όρου–κοινωνία, να αλωθεί από τα ιδιωτικά συμφέροντα, τους διαφημιστικούς ιούς και γενικά από την ομοιομορφία, την αμνησία, τη βλακεία, που είναι οι μάστιγες της δημοκρατίας των μαζών. Το όριο ανάμεσα στο εμπορικό και το μη-εμπορικό πρέπει να προσδιορίζεται και να επαναπροσδιορίζεται ακατάπαυστα με συλλογικές και τεκμηριωμένες αποφάσεις.
Εναπόκειται στην κάθε γενιά να αποφασίσει αν θα βγάλει στον πλειστηριασμό αυτούς τους συμβολικούς χώρους, αυτά τα εχέγγυα της κοινωνικής συνοχής που είναι η δικαιοσύνη, η δημόσια διοίκηση, ο πολιτισμός, η οικολογία, η εκπαίδευση, οι δημόσιες υπηρεσίες, η κάθε γενιά θα μετακινήσει τον κέρσορα ανάλογα με τις επιθυμίες της, θα αποφασίσει για τα ρίσκα που είναι διατεθειμένη να αναλάβει, για τις απαγορεύσεις που θα διατηρήσει, για την αντίσταση που θα προβάλει στις παράλογες απαιτήσεις ατόμων ή λόμπι2. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που διακυβεύεται είναι η ποικιλομορφία της ζωής μας.
(Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Η μιζέρια του πλούτου», εκδόσεις Αστάρτη, Αθήνα, 2002)
Λεξιλόγιο:
1 οροθετική γραμμή (κυρ.): η εδαφική γραμμή που αποτελεί σύνορο μεταξύ όμορων χωρών, (μτφ.): μεταίχμιο.
2 λόμπι: ομάδα προσώπων που ασκούν πολιτική επιρροή και επηρεάζουν παρασκηνιακά την πολιτική κατάσταση.
Θέματα:
Α. Να συντάξετε την περίληψη του κειμένου σε 100 λέξεις.
Β1. Να μελετήσετε το κείμενο και να απαντήσετε στα ακόλουθα ερωτήματα:
α. « …η ομοιομορφία, η αμνησία, η βλακεία είναι οι μάστιγες της δημοκρατίας των μαζών»: να σχολιάσετε σε μία παράγραφο το περιεχόμενο της παραπάνω διαπίστωσης.
β. Τι εννοεί ο Μπρυκνέρ με τη φράση: «Το σχολείο δεν υπόκειται σε κριτήρια κέρδους αλλά απόδοσης και διάδοσης γνώσεων».
Β2. Να πλαγιοτιτλοφορήσετε τις παραγράφους του κειμένου.
Β3. Να επισημάνετε τη δομή και τον τρόπο ανάπτυξης της 3ης παραγράφου.
Β4. Να παραθέσετε έναν μονολεκτικό συνώνυμο όρο για καθεμιά από τις ακόλουθες λέξεις του κειμένου: τελείωση, αλωθεί, ακατάπαυστα.
Γ. Ως τελειόφοιτοι, έχετε διαπιστώσει πως οι περισσότεροι μαθητές στις τελευταίες λυκειακές τάξεις αδιαφορούν για τα μαθήματα που δε θα τους φανούν «χρήσιμα» στις εξετάσεις. Στο πλαίσιο μιας σχολικής εκδήλωσης εκφωνείτε μια ομιλία, στην οποία διερευνάτε τις αιτίες και τις συνέπειες της χρησιμοθηρικής αντιμετώπισης της γνώσης από τους νέους και προτείνετε συγκεκριμένες λύσεις, ώστε η γνώση να μην αντιμετωπίζεται ωφελιμιστικά.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Οι ποιητές της Β' Μεταπολεμικής Γενιάς όπως ανθολογούνται στα Κ.Ν.Λ. της Γ' Λυκείου

1. Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου (1930 - ): λειτουργεί και συμπεριφέρεται, ποιητικά, ως δέσμια ενός τραυματικού, προσωπικού παρελθόντος, από το οποίο ανασύροντας διαρκώς, με τρόπους συνειρμικούς, επιμέρους στοιχεία, οδεύει προς ένα επίσης προσωπικό μέλλον, αποχρώσεως σαφώς με-ταφυσικών (κυριαρχεί γι’ αυτό ο εσωτερικός μονόλογος). Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο πόλους – παρελθόν και μέλλον – κινείται ακαταπαύστως, με απώτερο στόχο να βιώσει και να υπερβεί τις ψυχοφθόρες καταστάσεις του παρόντος, με εγκαρτέρηση, κυρίως όμως με τη νηνεμία και την ασφάλεια του μέλλο-ντος, όπως, μέσω της πίστης της, το έχει οραματιστεί.

2. Λουκάς Κούσουλας (1929 - ): λειτουργεί με τα βιώματα του παρόντος και όλα όσα, συνειρμικά, αναδύονται από το παρελθόν, κατά τρόπο διανοητικό περισσότερο, με το συναίσθημα υπερσκελι-σμένο από μία διάθεση νηφάλια και στοχαστική και εμπλουτισμένη με στοιχεία ειρωνείας και σαρκα-σμού, που στρέφεται εναντίον του εαυτού του και της γύρω πραγματικότητας. Ο κυρίαρχος τόνος είναι εξομολογητικός και μόνιμα χαμηλόφωνο, όλη η παρουσία του ποιήματος συντείνει στο να υποβάλλει στον αναγνώστη είτε με την ειρωνεία είτε με το πολύ προσεκτικό δούλεμα της κάθε εικόνας – τη στο-χαστική ενατένιση του κόσμου αλλά και της σχέσης του ίδιου του ποιητή με τον κόσμο.

3. Σπύρος Τσακνιάς (1929 – 1999): η μνήμη είναι το στοιχείο που διαδραματίζει το σημαντικό-τερο ρόλο στην ποίησή του, τα πάντα κυμαίνονται μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, με αποτέλεσμα να καταργείται ως χρονική διάσταση το μέλλον. Ό,τι χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης του είναι η διαβρωτική αίσθηση ενός ανέκκλητα χαμένου προορισμού. Παράλληλα, ο ποιητής κάνει εμφανέστερη την πρόθεσή του να υπεκφεύγει με την τεχνική των παραβολών, από το άχαρο παρόν και από τις διεκδικητικές όσο και εκδικητικές μνήμες. Η γλώσσα, εξάλλου που χρησιμοποιεί ανταποκρίνε-ται επιτυχώς στις προθέσεις του. Είναι μια γλώσσα προσηνή, συζητητική, προσεκτικά και όσο χρειάζε-ται απαλλαγμένη από τον φόρτο της προσωπικής συγκίνησης, εμποτισμένη στην υγρασία ενός κατα-σταλαγμένου συναισθήματος, που με τον καιρό έχει γίνει φιλικό και οικείο.

4. Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996): ποιητής του ατομικού πάθους (όπως και ο Ντ. Χριστιανόπουλος), με την έννοια ότι και στη δική του ποίηση διακρίνεται η ασθμαίνουσα ερωτική αγωνία ενός ανθρώπου βαθύτατα μοναχικού και ιδιαιτέρως ευάλωτου μπροστά στη διαδικασία των πάσης φύσεως απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών, σε καμία περίπτωση όμως περιθωριακού. Ό,τι τον ευαισθητοποιεί και, ακολούθως, τον κινητοποιεί ποιητικά, είναι περασμένα συμβάντα και κατα-στάσεις της προσωπικής του ζωής, γεγονός που καθιστά προφανή το μέγιστο ρόλο που διαδραματίζει στην ποίησή του η μνήμη. Ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο κυμαίνεται ακαταπαύστως η μνήμη, διαμορφώνοντας, έτσι, την προσήκουσα στο εκάστοτε αναπολούμενο βίωμα θολή ατμόσφαιρα. Κι αυτό παράλληλα με τη δυσπιστία που τον διακατέχει απέναντι στο οποιοδήποτε ενδεχόμενο ένταξής του σε κάθε μορφής κοινωνική ομάδα.

5. Νίκος Γρηγοριάδης (1931 - ): η ποίησή του κινείται ανάμεσα σε δύο πόλους: τις αιματηρές μνήμες του «επίμαχου» παρελθόντος και μία εντονότατη, υπαρξιακών καταβολών, αγωνία, συνδυασμένη με μια εξίσου έντονη και σωματικά προσδιορισμένη ερωτική διάθεση.

6. Κική Δημουλά (1931 - ): η ποίησή της αντιστοιχεί στην προσωπική της ζωή. Το γεγονός αυτό εξετάζεται μέσα από βιωματικά φορτισμένους στίχους, που αναδεικνύουν τη γυναικεία ψυχολογία και την ιδιαιτερότητα της ιδιοσυγκρασίας της. Το θεματικό περιεχόμενο αποτελούν τα προβλήματα του ανθρώπου, που έχουν σχέση με την καθημερινή τριβή και φθορά, τα γηρατειά, το θάνατο, την αγωνία της ύπαρξης. Το ύφος είναι λιτό, πεζολογικό, αλλά και άμεσο, ζωηρό, πρωτότυπο, δραστικό: ευρηματικές μεταφορές και προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών, συμβολισμοί, επαναλήψεις, παρηχήσεις, μετωνυμίες, συνεκδοχές, αμέλεια στη σύνταξη, χρήση του επιθέτου στη θέση του ουσιαστικού ή και το αντίστροφο. Η γλώσσα της είναι αιρετική, τολμηρή, ανατρεπτική, εναργής δημοτικοκαθαρευουσιάνικη σύμμειξη λέξεων. Δικός της είναι αυτός ο λόγος ο έμμεσος, ο υπαινικτικός, ο αυτοσαρκαστικός και ειρωνικός και ταυτόχρονα τόσο καίριος για την ψυχοφθόρα καθημερινότητά μας, για τον «έρμαιο ψυχισμό» μας, για το γελοίο που μας απειλεί, για τη ματαιότητα. Έτσι εκφράζει την αγάπη της για τη ζωή και αυτή είναι η εξέγερσή της.

7. Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931 - ): η ποίησή του, πέρα από την έντονα εξομολογητική και υπόκωφα λυρική διάθεση που εκφράζει, χαρακτηρίζεται από ωμότητα, δραματικότητα, αλλά και από μία πρόθεση, αμέσως ή εμμέσως εκδηλωνόμενη, άσκησης κοινωνικής κριτικής, που έχει ως αφετηρία την «κοινωνικά καταδικαστέα» ερωτική ροπή του. Η έκφρασή του, ο λόγος του ο ποιητικός είναι απλός και άμεσος, απογυμνωμένος από τερτίπια και στολίδια. Αγκαλιάζει τα πράγματα, απλά και γνήσια όπως είναι, πολλές φορές επώδυνα και καταστροφικά, με μια αξιοζήλευτη λιτότητα. Κυρίως όμως ο έρωτας είναι γι’ αυτόν ένας εκούσιος αυτοεξευτελισμός, που, ωθημένος στα άκρα, συνιστά μιαν ύστα-τη επιλογή, αλλά και πράξη ελευθερίας κοινωνικών διαστάσεων.

8. Βύρων Λεοντάρης (1932 - ): αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους «πολιτικοποιημέ-νους» - ιδεολογικά τραυματισμένους – πρώτους μεταπολεμικούς ποιητές και τους παρεμφερώς προ-βληματισμένους ποιητές της γενιάς του. Σημαδεμένος ανεξίτηλα από τα όσα τραυματικά συνέβησαν τη δεκαετία του ’40 και έως το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’50, απ’ όπου φαίνεται να έχει «θηρεύσει» - συναισθηματικά μεταπλασμένο – αρκετό μέρος από το πρωτογενές υλικό της ποίησής του, εκφράζει τη βαθύτατη συντριβή που τον διακατέχει στη θέα του προδομένου και νεκρού, πια οράματος που κάποτε τον συνεπήρε. Η απογοήτευση από μια ήττα, για την οποία ο ποιητής, χωρίς να ευθύνεται σε προσωπι-κό επίπεδο, αισθάνεται ενοχή και ηθική ευθύνη, διαπερνά όλη σχεδόν την ποίησή του, προσδίδοντάς της διαστάσεις υπαρξιακής αγωνίας, χωρίς ωστόσο μεταφυσικό υπόστρωμα. Το παρελθόν δεν ανακα-λείται, ενδεχομένως με συγκίνηση, ως απλή μνήμη, αλλά υποβόσκει μονίμως, ως γενεσιουργό αίτιο ενός τραγικά κατακερματισμένου παρόντος, αποτελώντας, αν όχι τη μοναδική, πάντως την κυριότερη πηγή προέλευσης όλων των αλλοτριωτικών, για το παρόν, εκπομπών δυσοίωνων και μολυσματικών αναθυμιάσεων. Η ήττα του χθες είναι ήττα του σήμερα αλλά και του αύριο.

9. Τάσος Δενέγρης (1934 - ): στο παράλογο που χαρακτηρίζει τον κοινωνικό του περίγυρο (κα-ταναλωτισμός, αφόρητη εξωστρέφεια, υποκατάστατα των αληθινά ανθρώπινων αναγκών) αντιπαρα-θέτει θυμό, ειρωνεία, σαρκασμό, κάποτε και χλεύη, προστρέχοντας σε χώρους εξωποιητικούς, όπως είναι η ροκ μουσική, ο κινηματογράφος, ο κόσμος των σπορ και η μεγαλοαστική άνεση. Οι ήρωές του είναι προϊόντα της εποχής μας, από τυπικά δείγματα μετριότητας και κοινωνικής ή πολιτικής απάθειας, έως επαγγελματίες πολιτικοί, διάσημες γόησσες ή αστοί ομοφυλόφιλοι. Ακόμα, μετέρχεται ετερό-κλητα μέσα, συνδυάζοντας παραδοσιακούς και νεωτερικούς τρόπους έκφρασης, καλλιεργώντας μιαν ιδιόρρυθμη αίσθηση ρυθμού και αρμονίας, γεγονός που προσδίδει κάτι το ανεξήγητα υπόκωφο και α-πειλητικό στις ποιητικές του συλλήψεις.

10. Βασίλης Καραβίτης (1934 - ): ένας ποιητικός λόγος λιτός, άμεσος, οξύς, παρατηρητικός, συ-νήθως αντιλυρικός, και με περισσότερο ή λιγότερο προφανή την πρόθεση του ποιητικού υποκειμένου, με αφορμή το εκάστοτε ποιητικό έναυσμα (που μπορεί να είναι μία σκέψη, ένα καθημερινό συμβάν, κάποια κατάσταση), να καταθέσει, σχεδόν υπό μορφή αποφθέγματος ή και θυμοσοφικών αποχρώσεων άποψή του. Άποψη που δραματοποιείται και ενεργοποιείται ποιητικά από μιαν έμφυτη τάση για σαρ-κασμό και αυτοσαρκασμό, ειρωνεία αλλά και έναν κυνισμό περισπαστικό, κρυπτικό του βαθύτερου κραδασμού που διεγείρει τη συνείδησή του στη θέα ενός κόσμου χωρίς ηθικά, πνευματικά, αισθητικά ερείσματα.

11. Θωμάς Γκόρπας (1935 - ): στις δύο πρώτες συλλογές του καταθέτει όσα επωδύνως εισπράττει ζώντας, με την ψυχολογία του πρόσφυγα, στην απρόσωπη, απάνθρωπη και αφιλόξενη πρωτεύουσα της δεκαετίας του ’50, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί αμέσως μετά τον Εμφύλιο: την εξουθενωτική μοναξιά του περιθωριοποιημένου κοινωνικά και δυσπραγούντος οικονομικά ανθρώπου, τη θλίψη της καθη-μερινότητάς του, τα συνειδητοποιημένα και τα ασυνείδητα, κυρίως, αδιέξοδά του. Στη συνέχεια της ποιητικής του πορείας, ανένταχτος και πάντα «ελεύθερος σκοπευτής» μέσα στο χώρο της Αριστεράς, στρέφει την προσοχή του σε μιαν άλλη κατηγορία περιθωριοποιημένων, αυτήν που σχηματίζεται αφε-νός από ανθρώπους μοναχικούς και αφετέρου από ανθρώπους που βολεύτηκαν. Κι όλα αυτά, διατηρώ-ντας ακατάπαυστα ζωντανές μνήμες από το γενέθλιο τόπο του και από τη μάχη που χάθηκε.

12. Πρόδρομος Μάρκογλου (1935 - ): έχει χαρακτηριστεί «ποιητής της κοινωνικής οδύνης», επειδή στην ποίησή του, όσο σε λίγους συνοδοιπόρους του ποιητές, είναι ευανάγνωστες και πρωτοεπίπεδες οι κοινωνικές και ιστορικές αναφορές, όπως αυτές προκύπτουν, άμεσα, από τις μνήμες του Εμφυλίου και όλα τα τραυματικά επακόλουθα. Βεβαίως, δεν πρέπει να νομιστεί ότι ο ποιητής, παραμένο-ντας δέσμιος των περασμένων, περιορίζεται σ’ αυτά και αδρανοποιείται μπροστά στο παρόν. Απεναντίας, το αντιμετωπίζει με σθένος, οπλισμένος με όλα όσα απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση και κα-τοχύρωση του ύφους και του ήθους που τον διακρίνει. Ενδυναμωμένος από τα ιδανικά και τα οράματα που, παρά τη συντριβή τους, εξακολουθούν να τον κινητοποιούν, πνευματικά και συναισθηματικά, και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας ακέραιης και, συχνά, αμείλικτα κριτικής στάσης απέναντι στον κόσμο που τον περιβάλλει. Μιας κριτικής χωρίς λυρικά ξεσπάσματα, χωρίς ίχνος ωραιοποιητικής διά-θεσης ή πρόθεσης, η αντικειμενικότητα της οποίας αμβλύνεται από την ένταση ενός εσωτερικού θυ-μού, που σκληραίνει την έκφρασή του: «Η ψυχή μας / καρφωμένο τομάρι στην τάβλα».

13. Μάρκος Μέσκος (1935 - ): διατηρώντας εν εγρηγόρσει τις μακρινές, λαμπερές ωστόσο ανα-μνήσεις των παιδικών και των νεανικών του χρόνων, τις ενεργοποιεί λυρικά – επικουρούμενος σ’ αυτό και από το γεγονός ότι στον λυπημένο χώρο της μνήμης του επικρατεί το συγκινησιακό και όχι το ιδεο-λογικό εκτόπισμα των τραυματικών γεγονότων -, για να μπορεί έτσι να διατηρεί το πρόσωπό του ακέ-ραιο, παρά τις δυσοίωνες συνθήκες του σύγχρονου κόσμου. Όποια κι αν είναι, πάντως, η υφή του εκτο-πίσματος που δημιουργούν μέσα του αυτά τα τραυματικά γεγονότα της ιστορίας – συναισθηματική ή ιδεολογική – η ποίησή του βρίθει από αναγνωρίσιμες κοινωνικές/ιστορικές αναφορές.

14. Ανέστης Ευαγγέλου (1937 - 1994): εκφράζει επί μονίμου βάσεως το χαώδες ρήγμα που τον χωρίζει από την πραγματικότητα. Ήδη από τον τίτλο της πρώτης του συλλογής (Περιγραφή εξώσεως, 1960) εκείνο που πρωτίστως προκύπτει είναι η αίσθηση του εξωσμένου από παντού. Το σύμβολο του «κατεδαφισμένου πατρικού σπιτιού», διευρυνόμενο στον κοινωνικό χώρο, σημαίνει την κατεδάφιση οποιασδήποτε προστατευτικής ιδεολογικής στέγης, συνεπεία της οποίας ο ποιητής αισθάνεται, παρά τις ύστατες προσπάθειες συμφιλίωσης με το παρόν, εξόριστος, ανέστιος, πένης.

15. Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ (1939 - ): Μοναδικός τόπος της καταγωγής της είναι το σώμα της, ένα σώμα βεβαίως διεσταλμένο τόσο πολύ εννοιολογικά, ώστε να μετατρέπεται σε αχανές και α-προσδιόριστο πεδίο, στην επιφάνεια και στα βαθύτερα στρώματα του οποίου πραγματοποιούνται ενώ-σεις, εναντιώσεις και συνειδητοποιήσεις πολλαπλού χαρακτήρα. Έχει κανείς την αίσθηση ότι η ποιή-τρια συνδιαλέγεται μονίμως με αυτό το σώμα, μερικές φορές μιλάει για λογαριασμό του και σ’ αυτό καταφεύγει, όταν αισθάνεται την απειλή του έξω κόσμου ή την μέσα στο ίδιο αυτό σώμα καιροφυλα-κτούσα απειλή της φθοράς. Ο έρωτας, στην προκειμένη περίπτωση, είναι το μοναδικό «γεγονός», κατά τη διάρκεια της έντασης του οποίου ο άνθρωπος λειτουργεί σύμφωνα με τις, ανταποκρινόμενες στις πραγματικές ανάγκες του, επιταγές της φύσης. Αποτελεί, με άλλα λόγια, τη μοναδική ένδειξη-μαρτυρία ότι πίσω από την αδιάκοπα φθίνουσα ύλη καιροφυλακτεί το αιώνιο, με την ευεργετική δύναμη του οποίου αναστέλλεται η διαβρωτική, για το σώμα, το πνεύμα και την ψυχή, εξάπλωση της φθοράς.

16. Κυριάκος Χαραλαμπίδης (1940 - ): Γεννημένος στην Κύπρο, είναι και αυτός φορέας ολότελα διαφορετικών, το ίδιο έντονα ωστόσο τραυματικών βιωμάτων, όπως και των συνοδοιπόρων ομο-τέχνων του ελλαδιτών. Ζώντας από κοντά την εξέλιξη της κυπριακής τραγωδίας, έως την τουρκική ει-σβολή, συνδέεται όλο και στενότερα με την ιστορία, τη μυθολογία και την παράδοση – λόγια και λαϊκή – του τόπου του, εκφράζοντας, μέσω της προσωπικής του οδύνης, την οδύνη του κυπριακού και του ξεριζωμένου, αποκομμένου από τον ομφάλιο λώρο του, ελληνισμού.