Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Ashes to ashes



 της Ελένης Πατσιατζή



Μέσα δεκαετίας του ’70. Συνήθιζα να ζωγραφίζω τις ασπρόμαυρες σελίδες των Μίκυ Μάους πριν τα διαβάσω. Να έχει χρώματα παντού. Οι μεγάλοι διάβαζαν περιοδικά που είχαν χρώματα σε όλες τις σελίδες τους. Σε ένα από αυτά το βλέμμα μου έπεσε σε μια φωτογραφία αλλόκοτη. Ένα πρόσωπο χλωμό, τα μάτια κλειστά, φλόγες τα μαλλιά, στέκονταν όρθια ενώ στο ένα μάτι ήταν ζωγραφισμένος ένας κατακόκκινος κεραυνός. Ποτέ δεν είχα ζωγραφίσει κάτι τέτοιο. Τι πλάσμα ήταν αυτό; Διάβασα πως ήταν τραγουδιστής και πως τα μάτια του είχαν διαφορετικό χρώμα το ένα από το άλλο. Ξωτικό, σκέφθηκα. Φοβήθηκα λίγο και γοητεύθηκα περισσότερο. Είχαμε δίσκους στο σπίτι αλλά ήταν σχεδόν όλοι του Θεοδωράκη. Κανένας «ξένος». Συνέχισα να ζωγραφίζω τα Mίκυ Mάους μου αλλά δεν ήταν τόσο παράξενα όσο εκείνη η μορφή, όσο αλλόκοτα χρώματα κι αν τους έβαζα. Άρχισα να τα βαριέμαι.

Στην εφηβεία έψαχνα κι εγώ «ξένους» δίσκους, όπως τα μεγαλύτερα παιδιά στη γειτονιά και άρχισα να διαβάζω περιοδικά με αφίσες. Μου άρεσε το «Ποπ και Ροκ». Ζωγράφιζα πια μόνο τα θρανίο και την τσάντα μου. Ξεφυλλίζοντας αφιερώματα ξαναπέφτω στο ίδιο πρόσωπο που με είχε ταράξει χρόνια πριν. David Bowie. Δίσκος: Aladdin SaneΑυτή τη φορά ανυπομονώ να πάω στο Μοναστηράκι για να τον αποκτήσω. Τον ακούω καθισμένη οκλαδόν και έκτοτε παράλληλα με τον κόσμο τούτο, άρχισα να κινούμαι –για την ακρίβεια, να αιωρούμαι- στον κόσμο και στις μεταμορφώσεις του  Bowie. Σιγά σιγά αγόρασα όλους τους δίσκους του. Μαγεμένη από τη μουσική, από τις ιστορίες του, από τις διαρκείς εναλλαγές του. Κάθε δίσκος του διαφορετικός κι όμως ίδια η απήχησή του στην ψυχή μου. Όπως ο έρωτας, που μας επισκέπτεται με διαφορετικό κάθε φορά πρόσωπο αλλά συγκλονίζει με τον ίδιο τρόπο την ύπαρξη. Μόνο που στη δική του  περίπτωση  παραμένει ιδανικός και αναλλοίωτος. 


Ποτέ δεν τον είδα σαν πατρική φιγούρα κι ας γεννήθηκε την ίδια χρονιά με τη μητέρα μου. Δεν μου το επέτρεπε, άλλωστε. Με τα κολλητά του παντελόνια, το έντονο μακιγιάζ και  τα λικνίσματα των γοφών, με έκανε να αναρωτιέμαι γιατί είναι τόσο διαφορετικός. Ευτυχώς. Οι συμμαθητές στο σχολείο με πείραζαν αποκαλώντας τον «αδελφή». Θύμωνα και τσακωνόμουν με πάθος. Πώς γινόταν να  ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο εκτός από τη μουσική του; Δεν με ένοιαζε τι ήταν, δεν το καταλάβαινα τότε. Μου αρκούσε που ήταν αυτός που ήταν και που με συντρόφευε διαρκώς. Εκείνος και τα βιβλία. 

1996: Γήπεδο Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Συναυλία του στην Αθήνα. Ήμουν εκεί. Δεν θυμάμαι τους άλλους. Αιωρούμουν πάλι.

Νομίζω πως πέρασα τη ζωή μου παρακολουθώντας τις μεταμφιέσεις του, ακολουθώντας τον  ξανά και ξανά στα ταξίδια του στο διάστημα αλλά και στις πόλεις, ζηλεύοντας το China girl του, αλλά, περιέργως,  ομολογώ πως χάρηκα όταν τον είδα μαζί με τη γαζέλα του, την Ιμάν, να φαίνεται πιο ευτυχισμένος από ποτέ.


Όταν έμαθα τον θάνατό του  νόμιζα πως άρχισε να στροβιλίζεται το δωμάτιο. Δεν είχε γίνει γνωστό  πόσο  άρρωστος ήταν. Τον είχα δει απότομα γερασμένο σε videoclips, με προβλημάτισε όλη η ανακεφαλαίωση της πορείας του και ο βαθύς εσωτερικός πόνος στο Black Star, που πρόσφατα είχε κυκλοφορήσει,  αλλά ποτέ δεν θα σκεφτόμουν πως ενορχήστρωνε με μαεστρία ακόμα και τη φυγή του.

Με τον θάνατό του συνειδητοποίησα αυτό που προσπαθούσα να αποφύγω, όντας πλέον μεσήλικη. Όσο τον άκουγα -και υποσυνείδητα ήξερα πως ήταν κάπου εδώ, σε αυτόν τον πλανήτη- ο χρόνος κυλούσε σχετικά ήρεμα. Άκουγα τη μουσική που με συντρόφευε αδιάλειπτα από την εφηβεία μου κι εκείνος που την έγραψε πίστευα πως θα συνέχιζε να γράφει. Περίμενα πάντα τον επόμενο δίσκο.


Όχι πια... Ο χρόνος για λίγο σταμάτησε κι έκτοτε τρέχει αδυσώπητα.
 Γερνάω.