Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Τις προάλλες...


Τις προάλλες κάπου διάβασα πως είμαστε, λέει, η γενιά των άνεργων αντρών, των ντροπιασμένων αντρών, που δεν τολμούν να σηκώσουν το κεφάλι και να σε κοιτάξουν στα μάτια για να αποφύγουν τις σκληρές και περιφρονητικές ματιές· των αντρών που αποφεύγουν να μιλήσουν για τον πόλεμο, τον ανελέητο προσωπικό πόλεμο. Γιατί αυτό που ζούμε είναι αληθινός πόλεμος και εμείς –λένε- άκαπνοι λιποτάκτες χωρίς γενναιότητα ψυχής που παίζουν παντομίμα, τα καλομαθημένα της μεταπολίτευσης που έκαναν τέχνη να τρουπώνουν και να θρονιάζονται, άρπαγες του φραπέ και της τυρόπιτας, που δεν ήξεραν τι σημαίνει στέρηση, απόγνωση, να χάνεις τις βεβαιότητες, να μένεις μετέωρος, η γενιά του βολέματος, του ωχαδελφισμού, του καναπέ και του φου-μπού, η αδιάβροχη γενιά που έχει στριμώξει τον εαυτό της στη γωνία και περιμένει μια χρυσή ευκαιρία που ποτέ δεν έρχεται, μια απόδραση στο αύριο, ένα εργοστάσιο ονείρων όπως οι ταινίες του Χόλυγουντ, κι αυτή περιμένει τον Γκοντό, η γενιά που φλυαρεί ακατάσχετα, που διαμαρτύρεται, που μιζεριάζει, που ψάχνει όχι για έρωτα αλλά για wi-fi, που δεν ικανοποιείται με κείνο το αγιασμένο ελάχιστο που αρκεί για να φτιάξεις θαύματα, μα θέλει να επιστρέψει στο παρελθόν –αλλά το παρελθόν δεν θα γίνει μέλλον-, που γράφει ασταμάτητα, εκτονωτικά εμβατήρια γράφει, για να περνά η ώρα, μια γενιά που γάμησε τη ζωή της, που γαμάει τη ζωή της και το χαίρεται. Η γενιά της ντροπής -αυτή που θα έπρεπε να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο· η μόνη που αποτελεί πλέον ένα σημαντικό και ασφαλή παράγοντα κέρδους. Η Ντροπή στη νιοστή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: