Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Η εισήγηση της φιλόλογου και ποιήτριας κας Χρύσας Βλάχου στην παρουσίαση του βιβλίου 'δημόσιες ιστορίες'





Διαβάζοντας τις «Δημόσιες ιστορίες» του Δημήτρη διέκρινα τρεις άξονες που αποτελούν τη σπονδυλική στήλη του έργου του.
Ο ένας άξονας είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο, ιδέες και αξίες των ηρώων του που αγωνίζονται με όποιο υλικό έχουν στη διάθεσή τους. Μοιάζει με  εικαστικό μοτίβο, ένας  τοίχος με αποφθέγματα, γραμμένα έντονα, με γκράφιτι πινελιές  που βρίσκεται πίσω από κάθε ιστορία.
Ο δεύτερος άξονας είναι η ατμόσφαιρα που υπάρχει παντού. Βλέπουμε φράσεις που αναδεικνύουν ένα σκηνικό που λειτουργεί ως «κάθαρση».
Φράση που επαναλαμβάνεται σχεδόν με την ίδια μορφή… ένα αεράκι δροσίζει, … πρωινή υγρασία …ένας υγρός αέρας φύσηξε κ.λ.π.
Ο τρίτος άξονας, διακριτικά προσαρμοσμένος αλλά όχι δευτερευούσης σημασίας έχει να κάνει με την παρουσία  της γυναίκας ενδυναμώνοντας έτσι ένα μωσαϊκό χαρακτήρων ικανό να φωτίσει και να προσδιορίσει το πλέγμα των ανθρωπίνων σχέσεων.
Ο Δημήτρης καταπιάνεται με την ανατομία ολόκληρης της κοινωνίας μ’ ένα δικό του τρόπο, αβίαστο, λεξιλογικά και συντακτικά άρτιο.

Συγκεκριμένα στην 1η ιστορία με τίτλο «Ροτβάιλερ»  η βαρβαρότητα αντάμα με τον φόβο προετοιμάζουν την κοινωνία για το αντίδοτο. Εγκιβωτισμένες λέξεις με ιδιαίτερη ιδεολογική σημασία όπως …ήταν καλός στο γερμανικό κλειδί….σελ. 11,αναδεικνύουν το πρόσωπο του ταυτισμένου με Ροτβάιλερ αρχηγού.
σελ. 12.

Πιστό σκυλί πεισματάρικο με έντονο το ένστικτο της προστασίας, έλεγαν τ’ αφεντικά του, που ένιωθαν τυχερά με τον ολοκληρωτικό έλεγχο που είχαν πάνω του. Η πατρίδα έχει άλλωστε ανάγκη από πειθήνια, εργατικά σκυλιά. Ήρεμος, σοβαρός, με τόλμη και αυτοπεποίθηση, θα ’κανε τα πάντα για να την προστατέψει.

Στην ιστορία « Συμφωνία τρόμου»  τονίζεται το παράλογο της «δομικής βίας» που μας επιβλήθηκε πρόσφατα. Τα χαρακτηριστικά της; Πρώτα η απειλή της διαθεσιμότητας και στη συνέχεια η σωματική και ψυχική εξάντληση. Από τη αρχή της ιστορίας αντιλαμβανόμαστε την αλλοτρίωση των εργαζομένων  σχετικά με την παρεχόμενη εργασία τους.
Διακρίνουμε την ψευδαίσθηση της κατοχής των μέσων παραγωγής από τους ίδιους. Έτσι το ζύγισμα των σακιών γίνεται και δικό τους ζύγισμα».

Σελ. 16
Έτσι με τον καιρό βαυκαλίζονταν με την ιδέα πως τάχα αποτελούν ένα προνομιούχο κομμάτι εργαζομένων, προορισμένο για επιχειρηματικές πρωτιές. Όλα τ’ άλλα τους άφηναν αδιάφορους.

Σελ.16-17
Έβλεπε τα σακιά σαν σάκους του μποξ και τα γάντια της δουλειάς γάντια του μποξ. Γρήγορα έγινε ξεφτέρι και μπήκε στο μάτι των υπολοίπων. Ολημερίς κουβάλαγε σακιά και όνειρα. Ζύγιζε τέσσερα σακιά αλεύρι, είχε δεξί χέρι από μπετόν, πλάτες δίφυλλη ντουλάπα, πόδια πιο γρήγορα κι από γαζέλα.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Άνθρωποι, χρώμα και σίδερο


11 - 20 Οκτωβρίου στην Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος, στον χώρο όπου επισκευάζονται τα πλοία, συναντούμε πίνακες, γλυπτά και φωτογραφίες που αποτυπώνουν τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των ναυτεργατών και της εργατικής τάξης, καθώς και τους αγώνες του εργατικού κινήματος και του αντιφασιστικού κινήματος.

Οι "δημόσιες ιστορίες" παρουσιάζονται στη Θεσσαλονίκη - Τετάρτη 23 Οκτωβρίου




Οι Δημόσιες Ιστορίες (Εκδόσεις Πηγή, 2013) του συναδέλφου Δημήτρη Χριστόπουλου είναι ένα βιβλίο για τον σημερινό άνθρωπο. Ο καθένας μας αναγνωρίζει σε αυτό πτυχές του εαυτού του ή του διπλανού του, και αυτό το στοιχείο προσθέτει αξία μοναδική στα διηγήματα. Ο συγγραφέας, σκιαγραφώντας την πραγματικότητα και τον συχνά εφιαλτικό κόσμο γύρω μας, μας φέρνει αντιμέτωπους με τους καθημερινούς μας τρόμους, με την ξεχασμένη παιδικότητά μας και την ανεπιστρεπτί χαμένη αθωότητά μας. Αφήνει να διαφανούν οι ποικίλες χειραγωγήσεις στις οποίες υποβάλλεται το άτομο από τα ενδότερα βίαια ένστικτά του, από τους άλλους, την εξουσία, τους υπηρέτες της και τους εχθρούς της. Με την έμμεση περιγραφή των στρεβλώσεων που προκαλεί ο παραμορφωτικός καθρέφτης μέσα από τον οποίο συχνά βλέπουμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο γύρω μας, με την αποτύπωση των μικρών ή μεγάλων φιλοδοξιών μας, που στην ουσία μπορεί να είναι μικρές ή μεγάλες ματαιοδοξίες, ο συγγραφέας πετυχαίνει να μας συγκλονίσει και να μας προβληματίσει, βοηθώντας μας να συνειδητοποιήσουμε την ασημαντότητά μας και το πεπερασμένο της ζωής μας.
Γραφή συναρπαστική, με ύφος φαινομενικά ειρωνικό, στο βάθος όμως δραματικό, χιούμορ υποδόριο, γλώσσα παραστατική, γάργαρη, πλούσια, ρευστή, ευέλικτη. Γραφή που ανακαλεί την ατμόσφαιρα του έργου του Σαμαράκη, τη ζωντανή και «ανάλαφρη» πένα του Ταχτσή, την περιγραφική και σκιαγραφική δεινότητα του Κουμανταρέα. Ο Χριστόπουλος όμως πετυχαίνει να είναι αυθεντικός, πρωτότυπος, σύγχρονος.
(Αγάθη Γεωργιάδου, σχολική σύμβουλος φιλολόγων)

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

46 χρόνια από τη δολοφονία του Ερνέστο τσε Γκεβάρα (9/10/1967)




"Αξίζει, φίλε μου, να υπάρχεις για ένα όνειρο, κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει"




Τον βλέπω στην ολόσωμη φωτογραφία του που ’χω στο δωμάτιό μου να στέκεται καμαρωτός με το άσπρο φανελάκι και την μπάλα στα πόδια να κάνει τα ζογκλερικά του. Όλους τους ντρίπλαρε. Κατάξανθος όπως είναι και με σγουρά μαλλιά για ξένο τον κάνεις. Εμένα μου θυμίζει τον Χριστό. Εκπέμπει ένα αλλόκοτο φως που τυφλώνει. Στα χέρια του ζωγραφισμένος ο Τσε, πάντα μ’ ένα πικρό χαμόγελο στο στόμα. Ξέρεις, έπαιζε κι αυτός μπάλα. Προτού τον δολοφονήσουν φυσικά, μου είχε εκμυστηρευτεί κάποτε. Όλα τα μυστικά απ’ αυτόν τα ’μαθα. Τα ’λεγε σοβαρά.
  
(...) 

Σε μια στιγμή δεν νιώθω πάνω στον ώμο μου το χέρι του Άρη. Θαρρώ πως τον βλέπω με αθλητική περιβολή στο γήπεδο να τον έχουν πάρει οι συμπαίκτες του στα χέρια τους. Σε λίγο τρέχει προς το μέρος μας, σηκώνοντας τη λασπωμένη φανέλα του. Δείχνει με το δεξί χέρι το μέρος της καρδιάς. Venceremos! γράφει η μέσα φανέλα. Εγώ είμαι κολλημένος στα κάγκελα. Το καινούργιο δεκάρι απ’ την Αργεντινή - μου κάνει ξέπνοα – είναι μεγάλη παικτούρα. Κομαντάντε σωστός.

(...)



Δεν πήρε χαμπάρι πώς έγινε. Μόνο μια λάμψη πρόκανε να δει. Τρεις τα χαράματα μας ειδοποίησαν απ’ το νοσοκομείο της πόλης. Η μάνα έτρεξε να κάνει τάμα στην Αγία Παρασκευή. Δεν πρόλαβε. Τα χέρια του ακόμα κάπνιζαν απ’ το πούρο του Τσε. Αυτό τα ’σωσε, είπε.


(Αποσπάσματα από το διήγημα με τίτλο Venceremos, από τις "δημόσιες ιστορίες")