Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Κ. Π. Καβάφης: γιατί είναι μεγάλος ποιητής;

του Νικήτα Παρίση (πηγή: ΦΙΛΟΓΝΩΣΙΑ)

Η φετινή διπλή επέτειος (1) για τον ποιητή Κ. Π. Καβάφη θα δώσει πολλές ευκαιρίες σε επίδοξους μελετητές. Θα ανακινηθούν ποικίλα θέματα, ενδεχομένως να τεθούν και νέα και, το πιο σημαντικό, θα ξαναγυρίσουμε αναγνωστικά στην καβαφική ποίηση. Εξάλλου, αυτό είναι και το πιο ουσιαστικό νόημα των επετείων: η αναγνωστική επιστροφή στους ποιητές.
Για τον Καβάφη, από το 1903 (2) μέχρι και σήμερα, έχουν γραφεί πολλά. Ο τεράστιος όγκος της καβαφικής βιβλιογραφίας το βεβαιώνει έμπρακτα και πειστικά. Ακόμη και τα πιο εξεζητημένα θέματα, αυτά που ενδεχομένως θα τα αποδίδαμε σε ένα είδος φιλολογικής ερευνητικής εκζήτησης, έχουν τεθεί και διερευνηθεί.

Η συνέχεια: εδώ

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Επαναληπτικές Εξετάσεις - Αρχαία Θεωρητικής Κατεύθυνσης

Οι εκφωνήσεις (εδώ)

Απαντήσεις στο Διδαγμένο


Α1. Το ίδιο και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι: χτίζοντας με καλό τρόπο σπίτια θα γίνουν καλοί οικοδόμοι, χτίζοντάς τα όμως με κακό τρόπο θα γίνουν κακοί· γιατί αν δεν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε ανάγκη δασκάλου, και όλοι θα ήταν καλοί ή κακοί εκ γενετής. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αρετέςž κάνοντας αυτά που κάνουμε στην καθημερινή μας συνάφεια με τους άλλους ανθρώπους,  άλλοι γινόμαστε δίκαιοι και άλλοι άδικοι, κάνοντας, επίσης, αυτά που κάνουμε στις επικίνδυνες και φοβερές περιστάσεις της ζωής και αποκτώντας σιγά σιγά τη συνήθεια να αισθανόμαστε φόβο ή θάρρος, άλλοι γινόμαστε ανδρείοι και άλλοι δειλοί. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σε σχέση με τις επιθυμίες και την οργήž άλλοι γίνονται σώφρονες και πράοι και άλλοι ακόλαστοι και οργίλοι, οι πρώτοι με το να συμπεριφέρονται έτσι στις περιστάσεις αυτές και οι άλλοι με τον αντίθετο τρόπο. Με δυο λόγια: οι έξεις γεννιούνται από την επανάληψη όμοιων ενεργειών.

Β1. α. Ο Αριστοτέλης επισημαίνει στο χωρίο αυτό ότι η επιδίωξη κάθε νομοθέτη είναι να καταστήσει τους πολίτες αγαθούς εθίζοντάς τους μέσω των νόμων σε ηθικές πράξεις. Το παράδειγμα των νομοθετών χρησιμοποιείται για να τονιστεί η σημασία που έχει η αδιάκοπη άσκηση του ανθρώπου στα έργα της αρετής, προκειμένου αυτός να γίνει κάτοχος της ηθικής αρετής. Όμως, αν οι πολίτες γίνονται αγαθοί ασκούμενοι σε συγκεκριμένους τρόπους συμπεριφοράς με τη βοήθεια των νόμων του νομοθέτη τους, αυτό θα πει πως την αρετή τους οι πολίτες δεν την έχουν φύσει αλλά ότι με αυτή είναι αποτέλεσμα εθισμού (άσκησης).

β. Ο Αριστοτέλης επιμένει ότι για την κατάκτηση της ηθικής αρετής είναι αναγκαία η διαδικασία του εθισμού και της άσκησης με όλες τις επιμέρους ενέργειες που αυτή η διαδικασία περικλείει ή απαιτεί. Σπεύδει όμως να διευκρινίσει πως η διαδικασία αυτή δεν οδηγεί αυτόματα σε θετικά αποτελέσματα. Κάθε αρετή γεννιέται και φθείρεται, φθίνει για τους ίδιους λόγους και με τα ίδια μέσα. Όταν δηλ. ο άνθρωπος επιδιώκει και εκτελεί την ηθική πράξη, τότε αποκτά ή κατακτά την ηθική αρετή, με αποτέλεσμα να γίνεται ενάρετος. Όταν όμως προβαίνει σε ανήθικες πράξεις, δε γνωρίζει την ηθική αρετή και πρακτικά δε συμπεριφέρεται ενάρετα.
ŸΟι έννοιες της γένεσης και της φθοράς (η δόµηση και αποδόµηση) αποτελούν ένα θεµελιώδες αντιθετικό ζεύγος φιλοσοφικών εννοιών που απαντάται ήδη από τις απαρχές της φιλοσοφικής σκέψης και το οποίο ο Αριστοτέλης πραγµατεύεται στο βιβλίο του Περί γενέσεως καί φθοράς. Το ζεύγος αυτό µαζί µε τα άλλα δύο συσχετικά ζεύγη: α) δύναµις - ενέργεια, και β) ύλη-µορφή, αποτελούν βασικά εννοιολογικά εργαλεία της σκέψης του Αριστοτέλη.
ŸΟ άνθρωπος, όπως έχει προαναφερθεί, δεν έχει από τη γέννησή του την ηθική αρετή (όπως κατέχει π.χ. τις αισθήσεις). Έχει απλώς τη δυνατότητα (δύναµις) να την κατακτήσει. Με την επανάληψη ηθικών πράξεων, µε τον εθισµό δηλαδή, φτάνει στο τέλος να την κατακτήσει. Εποµένως, η αιτία (ἐκ τῶν αὐτῶν) και το µέσο (διά τῶν αὐτῶν) της γένεσης της αρετής είναι ο εθισµός στις ηθικές πράξεις.
Η φθορά είναι µια έννοια που αντιτίθεται στη γένεση και έχει τη σηµασία της απώλειας, της µείωσης, της κατάπτωσης, αλλά όχι µε ηθικό περιεχόµενο. Αποτελεί κατά βάση βιολογικό όρο. Η αιτία και το µέσο της φθοράς είναι το ίδιο µε της γένεσης και γίνεται πιο κατανοητό, αν το συνδυάσουµε µε τα παρακάτω: η µη καλή επανάληψη ηθικών πράξεων οδηγεί στην «κατάκτηση» µιας φθαρµένης (= µειωµένης αξίας) «αρετής».

Β2. α. Η λέξη ἕξις προέρχεται από το ρήμα ἔχω. Σχηματισμένη λοιπόν από το θέμα του ρήματος αυτού και από την παραγωγική κατάληξη –σις, που δήλωνε ενέργεια του υποκειμένου, η λέξη ἕξις δήλωνε αρχικά την «κατοχή», και μάλιστα την ίδια την «προσπάθεια = τις ενέργειες για απόκτηση, για κατοχή»ž αργότερα, η λέξη χρησιμοποιήθηκε και για να δηλωθεί η ιδιότητα που απέκτησε και έχει πλέον κανείς, αφού επανέλαβε κάτι τόσες φορές, ώστε να του έχει πια γίνει συνήθεια (πβλ. «η έξη τού έγινε πια δεύτερη φύση» = η ιδιότητα που απέκτησε σιγά σιγά με μια ορισμένη διαδικασία, του έγινε θαρρείς κάτι σαν φυσικό του»). Από μια άλλη μορφή του θέματος ἔχω, από τη μορφή σχη- και την παραγωγική κατάληξη –μα (που δήλωνε το αποτέλεσμα της ενέργειας του υποκειμένου) γεννήθηκε η λέξη σχῆμα (= η μορφή, η εξωτερική όψη του πράγματος»). Αδελφές, λοιπόν, οι λέξεις ἕξις και σχῆμα. Τώρα καταλαβαίνουμε γιατί – ή πώς – η λέξη ἕξις χρησιμοποιήθηκε από τον Αριστοτέλη στο πλαίσιο της ηθικής φιλοσοφίας του, για να δηλωθεί η μόνιμη μορφή του χαρακτήρα ενός ατόμου, τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα του, αυτά που αποκτιούνται με την επίμονη άσκηση, με την επίμονη επανάληψη κάποιων ενεργειών.

β. Προηγουμένως ο Αριστοτέλης αναφέρθηκε στη γένεση και στη φθορά της αρετής και ανέδειξε τον εθισμό σε βασικό μέσο τόσο για την απόκτηση των τεχνών όσο και της αρετής. Στην 4η ενότητα επιστρέφει στις ηθικές αρετές και υποστηρίζει αναλογικά πως από τους καλούς ή κακούς τρόπους συμπεριφοράς προκύπτουν καλές ή κακές συνήθειες.
ŸΤονίζει τη σημασία της ηθικής πράξης στις διαπροσωπικές σχέσεις (πράξεις) των ανθρώπων, προκειμένου να αποκτήσει κάποιος την ηθική αρετή. Έτσι, στον τομέα των κοινωνικών του συναναστροφών αποδεικνύεται ο άνθρωπος δίκαιος, εάν πράττει δίκαια, ή άδικος, εάν πράττει άδικα. Όµοια, ο τρόπος µε τον οποίο ενεργούµε κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, αν δηλαδή συνηθίζουµε να αισθανόµαστε φόβο ή θάρρος, καθορίζει το αν θα γίνουµε γενναίοι ή δειλοί.
ŸΣτον τομέα των επιθυμιών, πάλι, ανάλογα με τη συμπεριφορά του γίνεται κανείς σώφρων, συνετός, φρόνιμος ή ακόλαστος, ακρατής, αδηφάγος, ασυγκράτητος.
ŸΕπίσης, στην περίπτωση των παρορμήσεων και των φυσικών ορμών, άλλοι αποδεικνύονται πράοι, άλλοι οργίλοι, ευερέθιστοι, οξύθυμοι, ευέξαπτοι. Οι επιθυµίες και οι ορµές που αισθάνεται ο άνθρωπος και οι οποίες υπαγορεύουν τη συµπεριφορά του τον αναδεικνύουν ως κάτοχο είτε της αρετής είτε της αντίθετης κακίας. Έτσι, αυτοί που ορέγονται το ἀγαθόν και συµπεριφέρονται αναλόγως στρέφονται προς την πραγµάτωση της ηθικής αρετής. Αντίθετα αυτοί που ορέγονται το κακόν στρέφονται στην ικανοποίηση των άγριων ενστίκτων και των άνοµων ορµών.

Β3. Οι ιδέες  του Ηράκλειτου και του Δημόκριτου πρέπει, στο τέλος, να έγιναν καθοριστικές για του Αριστοτέλη τη σκέψη· το αποτέλεσμα ήταν ο ορισμός του της εὐδαιμονίας όπως τον διαβάζουμε στο τέλος του Α´ βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων του: «ἡ εὐδαιμονία ἐστὶ ψυχῆς ἐνέργειά τις κατ᾽ ἀρετὴν τελείαν». Ενέργεια λοιπόν, κατά τον Αριστοτέλη, η ευδαιμονία του ανθρώπου, όχι κατάσταση, και πάντως ενέργεια της ψυχής του, με τους κανόνε της τέλειας αρετής. Το τελευταίο μέρος του ορισμού αυτού δείχνει καθαρά τη βαθιά πίστη του Αριστοτέλη πως την ευδαιμονία τους οι άνθρωποι μόνο με την κατάκτηση της αρετής μπορούν τελικά να την εξασφαλίσουν. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Αριστοτέλης αναζήτησε με πολλή επιμονή, αλλά και με πολύ ρεαλισμό τον ορισμό της αρετής· στην πραγματικότητα τα Ηθικά Νικομάχεια είναι, σχεδόν στο σύνολό τους, μια διεξοδικότατη διερεύνηση του ενδιαφέροντος αυτού θέματος.

Β4.
γόνιμος: γινόμενον
απόθεμα: νομοθέται
συνήθεια: ἐθίζοντες
απουσία: ἔσονται
υποδεέστερος: ἔδει
αδιάφθορος: φθείρεται
μετόχι: εἶχεν (ἔχει)
παραφροσύνη: σώφρονες
αντίδωρο: ἀποδιδόναι
πλήθος: πάμπολυ


Απαντήσεις στο Αδίδακτο
Γ1. Το πιο παράλογο απ’ όλα νομίζω πως είναι ότι, ενώ εγώ έστειλα πρέσβεις σε όλους τους συμμάχους μου, για να παρίστανται ως μάρτυρες, και ενώ επιθυμούσα να συνάψω μαζί σας δίκαιη συνθήκη προς το συμφέρον των Ελλήνων, δεν δεχτήκατε ούτε καν να ακούσετε τους αντιπροσώπους μου σχετικά με αυτά, ενώ μπορούσατε να απαλλάξατε από τους κινδύνους όσους απέδιδαν σε μένα κάποια σκοτεινά ελατήρια ή να με ξεσκεπάσετε τελείως ως τον χειρότερο άνθρωπο από όλο τον κόσμο. Αυτά βέβαια ήταν προς το συμφέρον του λαού, αλλά αντίθετα προς τα συμφέροντα των πολιτικών σας. Όσοι γνωρίζουν την πολιτική σας, λένε ότι γι’ αυτούς ειρήνη σημαίνει πόλεμος και πόλεμος ειρήνη.
(μετάφραση: Α.Ι. Γιαγκόπουλος-Μ. Αραποπούλου, Εκδόσεις Ζήτρος)

Γ2. πρεσβευτήν, μάρτυς, σφίσι(ν), δυσχερῆ, φανερωτέρας, πέμφθητι, ἀπήλλαχθε, συνενέγκῃ, λυσιτελοῦντι, φάθι.

Γ3. 
α.  
πάντων: γενική συγκριτική στο «παραλογώτατον».
ὑμῖν: δοτική προσωπική στο «ἐξόν».
ἀπαλλάξαι: τελικό απαρέμφατο και υποκείμενο στην αιτιατική απόλυτη «ἐξόν».
τῆς πολιτείας: γενική αντικειμενική στο «ἔμπειροι».

β.     
«ἵν’ ὦσι μάρτυρες»: ὡς ἐσομένους μάρτυρας. 
με φαυλότατον ὄντα: ὡς (ὅτι) ἐγώ φαυλότατος εἴην.

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Η λογοτεχνία σε κίνδυνο



Αφορμή για το παρόν σημείωμα έλαβα από τη διόρθωση γραπτών Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στις φετινές Πανελλαδικές «Εξετάσεις». Αναρωτιέμαι αν η πλειοψηφία των υποψηφίων της Θεωρητικής Κατεύθυνσης μπορεί στ’ αλήθεια να αγαπήσει τη Λογοτεχνία, όταν ο παραλογισμός της βαθμοθηρίας και της δήθεν αντικειμενικής αξιολόγησης υποχρεώνει διδάσκοντες και διδασκομένους να αποδεχτούν την εκτροπή της Λογοτεχνίας σε ένα τεχνοκρατικό τερατούργημα (βλέπε σχήματα λόγου, περιγραφή εικόνων κ.ά.). Επίσης, παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τον γόνιμο διάλογο μεταξύ μάχιμων συναδέλφων σε διάφορους φιλόξενους χώρους κοινωνικής δικτύωσης αλλά και την αγωνία τους για το πού οδηγείται η Λογοτεχνία και τι επιδιώκεται. Μην ξεχνάμε ότι το καινοτόμο Π.Σ. (2011) για τη λογοτεχνία της Α’ Λυκείου, όπως και η πρόταση διδασκαλίας για τα Κείμενα της Β’ Λυκείου (2012), μάλλον μπαίνει στις ελληνικές καλένδες. Ταχύτατη επιστροφή στο παρελθόν. Γιατί έτσι βολεύει…


Πριν από λίγο καιρό (Μάρτιος 2013) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πόλις» το βιβλίο του Τσβετάν Τοντορόφ «Η Λογοτεχνία σε κίνδυνο» (σσ. 108), σε μετάφραση της Χρύσας Βαγενά και με εισαγωγή του Νάσου Βαγενά.
Στο εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό κείμενο, που χωρίζεται σε επτά μέρη, ο Τοντορόφ προβληματίζεται για τον ρόλο που διαδραματίζει η εκπαίδευση στην υποβάθμιση του λογοτεχνικού φαινομένου. Θεωρεί πως το σχολείο, αντί να συνδέει τη λογοτεχνία με την κοινωνική πραγματικότητα, εντός της οποίας παράγεται και νοηματοδοτείται η λογοτεχνία, ασχολείται αποκλειστικά με τη διδασκαλία των τρόπων με τους οποίους αυτή παράγεται. Με άλλα λόγια, αντί να μελετούμε έργα που έχουν κριθεί ως εξόχως αξιοσύστατα χρησιμοποιώντας τις πιο ποικίλες μεθόδους, στρέφουμε το αποκλειστικό ενδιαφέρον μας στις ίδιες τις μεθόδους ανάλυσης που τις περιγράφουμε με τη βοήθεια έργων διαφόρων ειδών. 

Γράφει ο ίδιος ο Τοντορόφ: «… Όχι μόνο μελετάμε άσχημα την έννοια του κειμένου όταν περιοριζόμαστε σε μια αυστηρή εσωτερική προσέγγισή του, ενώ τα έργα υπάρχουν πάντα μέσα στα συμφραζόμενά τους και σε διάλογο μαζί τουςž όχι μόνο τα μέσα δεν πρέπει να γίνονται σκοπός, αλλά ούτε και η τεχνική πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε τον στόχο της μελέτης μας. Πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε για τον απώτερο σκοπό των έργων που θεωρούμε άξια μελέτης. Κατά γενικό κανόνα ο μη επαγγελματίας αναγνώστης, σήμερα όπως και χθες, διαβάζει αυτά τα έργα όχι για να εφαρμόσει καλύτερα μια μέθοδο ανάγνωσης ούτε για να αντλήσει από αυτά πληροφορίες για την κοινωνία μέσα στην οποία δημιουργήθηκαν, αλλά για να βρει σ’ αυτά ένα νόημα που θα του επιτρέψει να καταλάβει καλύτερα τον άνθρωπο και τον κόσμο: για να ανακαλύψει σ’ αυτά μια ομορφιά που εμπλουτίζει την ύπαρξή του. Με αυτόν τον τόπο καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό του. Η γνώση της λογοτεχνίας δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μία από τις βασιλικές οδούς που οδηγούν στην ολοκλήρωση του καθενός. Ο δρόμος τον οποίο ακολουθεί σήμερα η διδασκαλία της λογοτεχνίας, που γυρνά την πλάτη σ’ αυτή την οπτική («αυτή την εβδομάδα μελετήσαμε τη μετωνυμία, την επόμενη βδομάδα θα κάνουμε λόγο για την προσωποποίηση»), κινδυνεύει να μας οδηγήσει σε ένα αδιέξοδο – για να μιλήσουμε γι’ αυτό που δύσκολα θα μπορούσε να οδηγήσει σε αγάπη για τη λογοτεχνία» (σελ. 38/9).