Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Πανελλήνιες Εξετάσεις 2012 - Ιστορία Θεωρητικής Κατ.

Διαβάστε τα θέματα: ΕΔΩ

Ενδεικτικές απαντήσεις από την Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων

ΟΜΑΔΑ ΠΡΩΤΗ
Α1.
α. σελ. 46: "Η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης ... εργατικής ιδεολογίας στη χώρα".
β. σελ. 77: "Οι πεδινοί είχαν ως ηγέτη ... και στους μικροκαλλιεργητές".
γ. σελ. 92: "Το Εθνικό Κόμμα ... να υλοποιήσουν οι Βενιζελικοί" (Τυχόν αναφορά σε θέσεις του ραλλικού κόμματος να μην αξιολογηθεί αρνητικά - ωστόσο δεν απαιτείται).

Α2.
α-Λ
β-Σ
γ-Σ
δ-Σ
ε-Λ

Β1. σελ. 215-216: "Το κίνημα του Θερίσου ... οριστικής του επίλυσης".

Β2. σελ. 52: "Η Ελλάδα του μεσοπολέμου ... μέσα στην καταστροφή".

ΟΜΑΔΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
Γ1. σελ. 71-72: "Οι κομματικές παρατάξεις ... το αξίωμά τους ισόβια (Τυχόν αναφορά στο "Συνταγματική πρόβλεψη... συναίνεση" να μην αξιολογηθεί αρνητικά - ωστόσο δεν απαιτείται).

Δ1. σελ. 154 (από την ΕΑΠ): "Δόθηκε το βάρος στη γεωργία ... παραμεθόριες περιοχές".

Ο μαθητής αξιοποιεί συνδυαστικά και με δημιουργικό τρόπο τα στοιχεία της αφήγησης και τις πληροφορίες των κειμένων που παρατίθενται, για να συνθέσει τις απαντήσεις στα θέματα Γ1 και Δ1.

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Πανελλήνιες Εξετάσεις 2012 - Αρχαία Ελληνικά


Τα θέματα (ΕΔΩ)

ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ
Α1.
Και όλα αυτά γιατί η ηθική αρετή σχετίζεται στην πραγματικότητα με την ευχαρίστηση και με τη δυσαρέσκειαž γιατί λόγω της ευχαρίστησης κάνουμε ευτελή πράγματα, ενώ λόγω δυσαρέσκειας απέχουμε από τα όμορφα πράγματα. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη - όπως το λέει ο Πλάτων - να έχουμε πάρει ήδη από μικροί εκείνη την αγωγή που θα μας κάνει να ευχαριστιόμαστε και να δυσαρεστούμεθα με αυτά που πρέπειž αυτή είναι η σωστή παιδεία.
Και πρέπει όχι μόνον να πούμε έτσι (απλά), ότι, δηλαδή, (η ηθική αρετή είναι κάποια) έξη / συνήθεια, αλλά (να πούμε) και ποιας ποιότητας (έξη /συνήθεια). Πρέπει, λοιπόν, να πούμε ότι κάθε αρετή, όποιου πράγματος κι αν είναι αρετή, και αυτό που την κατέχει το κάνει να φτάσει στην κατάστασή του την τέλεια και το κάνει να εκτελεί καλά το έργο τουž όπως για παράδειγμα η αρετή του ματιού καθιστά το μάτι αξιόλογο και (το βοηθάει να εκτελέσει καλά) το έργο τουž δηλαδή, χάρη στην αρετή του ματιού βλέπουμε καλά. Παρόμοια, η αρετή του (πολεμικού) αλόγου κάνει (το) άλογο αξιόλογο και ικανό να τρέξει και να μεταφέρει τον αναβάτη (του) και να αντέξει τους εχθρούς. Αν βέβαια αυτό συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις, (άρα) και η αρετή του ανθρώπου θα είναι η έξη, χάρη στην οποία ο άνθρωπος γίνεται ενάρετος και χάρη στην οποία θα εκτελέσει με το σωστό τρόπο το έργο του.

Β1.
Ÿ Ο Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τους Κυνικούς, τους Κυρηναϊκούς και ιδιαίτερα το Σπεύσιππο, που δε συζητούσαν καθόλου περί ηδονής, θεωρούσε πως οι αρετές σχετίζονται με την ηδονή και με τη λύπη. Αναγνώριζε, ωστόσο, ότι η ηδονή και η λύπη δεν έχουν μόνο θετικές αλλά και αρνητικές συνέπειες. Γι’ αυτό τις συνέδεε με την αρετή υπό συγκεκριμένους ποιοτικούς και χρονικούς καθορισμούς. Έτσι, όποιος ενεργεί με σωφροσύνη, δηλ. αποκτά την ηθική έξη ή την αρετή της σωφροσύνης, τη βιώνει δηλ. κυριολεκτικά, αισθάνεται ευχάριστα να (ή όταν) απέχει από τις σωματικές ηδονές. Αντίθετα, όποιος δεν ενεργεί με μέτρο, δηλ. αποκτά την έξη της ακολασίας, τότε αισθάνεται δυσάρεστα να (ή όταν) απέχει από της ηδονές.
Ÿ Παρατηρούµε ότι ο Αριστοτέλης συνδέει στενά την ηθική µε την ψυχολογία, προβάλλοντας την άποψη ότι κάθε πράξη τη συνοδεύει ένα ευχάριστο ή ένα δυσάρεστο συναίσθηµαž έτσι, κοντά στους όρους της ηθικής (ἕξεις, σώφρων, ἀκόλαστος, ἠθική ἀρετή κ.ά.) χρησιµοποιεί και όρους της ψυχολογίας (ἡδονή, λύπη, ἀχθόµενος, χαίρων κ.ά.). Η σύνδεση αυτή δεν είναι τυχαία, αφού ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε συστηµατικά µε την έρευνα θεµάτων που άπτονται του ενδιαφέροντος της σύγχρονης ψυχολογίας, γι’ αυτό και θεωρείται από πολλούς ως ο πατέρας της ψυχολογίας.
Ÿ Τη σύνδεση της ηθικής µε τα συναισθήµατα και τις επιθυµίες τη συναντούµε και στον Πλάτωνα. Ο δάσκαλος του Αριστοτέλη υποστήριζε ότι αἱ ἡδοναί καί αἱ λῦπαι επηρεάζουν αποφασιστικά τη ζωή των ατόµων και των κοινωνιών: «όταν οι άνθρωποι συζητούν για νόµους, όλη τους σχεδόν η συζήτηση είναι για το τι είναι ευχάριστο και τι είναι λυπηρό και στης πόλης τη ζωή και στων ανθρώπων το προσωπικό βίο» [Νόµοι 636 d5]. Ο Αριστοτέλης, όµως, συστηµατοποίησε περισσότερο από το δάσκαλό του την εξέταση των συναισθηµάτων και είδε τα συναισθήµατα µε λιγότερη, γενικά, αυστηρότητα από εκείνον. Τέλος, ο αριστοτελικός συσχετισµός της αρετής µε τα συναισθήµατα είναι αντίθετος µε τη νοησιαρχική αντίληψη του Σωκράτη για την αρετή (η αρετή είναι γνώση: οὐδείς ἑκών κακός).

Β2.
α)
- Ἕξεις κατά τον Αριστοτέλη είναι οι στάσεις (θετικές ή αρνητικές) που διατηρεί ένας άνθρωπος απέναντι στα πάθη του. Σε ένα έντονο ανθρώπινο πάθος η ισορροπημένη αντίδραση θεωρείται θετική έξη, ενώ η υπερβολική ή η ελλιπής αντίδραση στο πάθος θεωρείται αρνητική έξη. Κατά συνέπεια, η λέξη αυτή αφορά στο χαρακτήρα ενός ανθρώπου που διαμορφώνεται διά βίου, με την επανάληψη συγκεκριμένων πράξεων.
- Για τον Αριστοτέλη η λέξη αρετή διαφοροποιείται από τη σημασία που είχε η έννοια κατά τους Ομηρικούς χρόνους, όπου σήμαινε την ανδρεία. Ακόμη, δεν της αποδίδει ο φιλόσοφος μόνο ηθική διάσταση, όπως συμβαίνει στην εποχή μας. Η αρετή είναι η αξία ενός ολοκληρωμένου πράγματος, είτε είναι έμψυχο είτε άψυχο, καθώς και η σχέση ανάμεσα στην αξία ενός πράγματος και στον προορισμό του από τη φύση. Αυτό σημαίνει πως η αρετή δεν είναι αποκλειστικά ανθρώπινη ιδιότητα. Επιπλέον, το βασικό κριτήριο για την ποιότητα της αρετής κάθε έμψυχου ή άψυχου όντος είναι η αποτελεσματικότητά του στην ολοκλήρωση του έργου για το οποίο είναι προορισμένο από τη φύση του. Άλλωστε, τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης με το άλογο και το μάτι αποδεικνύουν πως αρετή είναι κάθε θετική ικανότητα προσώπου, ζώου ή πράγματος που τους δίνει την ικανότητα να βρίσκονται σε τέλεια κατάσταση και να επιτελούν με άριστο τρόπο τον προορισμό τους. Αυτά είναι τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της αρετής του Αριστοτέλη που την διαφοροποιούν από τις άλλες έξεις.
- Η έννοια του έργου αφορά σε όλα τα φυσικά όντα. Αυτό σημαίνει πως μπορούμε να κάνουμε λόγο για το έργο του ματιού, του αλόγου, του χεριού. Ένα φυσικό δημιούργημα θεωρείται ότι έχει επιτελέσει το έργο του όταν έχει φτάσει στην τελείωσή του. Ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι ο άνθρωπος επιτελεί διττό έργο: α) το συγκεκριμένο έργο που ασκεί ως τεχνίτης, δηλαδή το έργον του αυλητή, του αγαλματοποιού και τα άλλα τεχνικά έργα. β) Το έργο που πρέπει να επιτελέσει γενικά κάθε άνθρωπος, η «ψυχῆς ἐνέργεια κατά λόγον» και αυτό (το έργο) είναι η κατάκτηση του αγαθού.

β) Αν γίνει συγκεκριμένη αναφορά για την ανθρώπινη αρετή, διαπιστώνουμε πως ο Αριστοτέλης θεωρεί αρετή του ανθρώπου εκείνη την έξη που τον κάνει τέλειο (ἀγαθό) και τον ωθεί να επιτελεί με τέλειο τρόπο το έργο του. Αξίζει να επισημανθεί πως για τα άψυχα και για τα ζώα ο Αριστοτέλης θεωρούσε πως η αρετή τα κάνει «σπουδαῖα» (αξιόλογα) και μόνο για τον άνθρωπο χρησιμοποιεί τον όρο «ἀγαθός», διότι επιθυμεί να του προσδώσει και το νόημα της ηθικής αρετής. Επομένως, η αρετή του ανθρώπου είναι μία μόνιμη ποιότητα με την οποία γίνεται αγαθός και ταυτόχρονα επιτελεί ορθά το έργο για το οποίο προορίζεται. Η αρετή καλλιεργεί τις αξιόλογες έξεις, ώστε ένα ον να φτάσει στην τελειότητα. Σε διαφορετική περίπτωση το αποτέλεσμα θα ήταν, όχι η ολοκλήρωση, αλλά η φθορά και η παρακμή των όντων. Οι θέσεις αυτές του Αριστοτέλη εντάσσονται στη γενικότερη αντίληψη πως «ἡ φύσις οὐδέν ποιεῖ μάτην», δηλαδή η φύση αποδίδει σε κάθε ον ένα συγκεκριμένο σκοπό και προορισμό. Γίνεται αντιληπτό πως ο Αριστοτέλης με τη λογική διαδικασία του κύκλου και της διαλληλίας επιχειρεί να παρουσιάσει τα γνωρίσματα της αρετής. Αυτό σημαίνει πως η μία έννοια παραπέμπει εμμέσως στην άλλη και αντιστρόφως (η αρετή κάνει τον άνθρωπο αγαθό και ο αγαθός πραγματώνει την αρετή).

Β3.
Είκοσι χρόνια έμεινε ο Αριστοτέλης στην Ακαδημία. Μετά τη συμπλήρωση των βασικών σπουδών του κύριο έργο του είχε πια την επιστημονική έρευνα και τη διδασκαλία. Η διδασκαλία του στην Ακαδημία και οι ιδέες που μ’ αυτήν μετέδιδε στους μαθητές του έφεραν συχνά τον Αριστοτέλη αντιμέτωπο με τους συναδέλφους του στην Ακαδημία, τον Ηρακλείδη, τον Σπεύσιππο, τον Ξενοκράτη· ήταν αληθινά αλύπητη μερικές φορές η κριτική που ασκούσε σε βάρος τους. Και του Πλάτωνα οι απόψεις δεν ξέφυγαν από τον έλεγχο του Αριστοτέλη. Τι να πει κανείς για την κριτική που ασκούσε σε βάρος άλλων σχολών και των εκπροσώπων τους; Έτσι καταλαβαίνουμε πώς συνέβαινε να έχει ο Αριστοτέλης λίγους μόνο φίλους, πολλούς όμως εχθρούς. Ο χαρακτήρας του δεν θα ήταν βέβαια άσχετος με αυτό το γεγονός, σχεδόν όμως τις περισσότερες φορές ήταν η βαθιά του πίστη πως οι δικές του απόψεις βρίσκονταν πιο κοντά στην αλήθεια αυτό που τον εξωθούσε στην αυστηρή κριτική των απόψεων των άλλων· όταν είχε να διαλέξει στους φίλους και στην αλήθεια - μας το βεβαιώνει ο ίδιος - θεωρούσε «ὅσιον προτιμᾶν τὴν ἄλήθειαν». Πώς να συμπεριφερόταν διαφορετικά ένας άνθρωπος που πίστευε ακράδαντα πως του αληθινού φιλοσόφου γνώρισμα είναι να έχει το κουράγιο ακόμη «καὶ τὰ οἰκεῖα ἀναιρεῖν ἐπὶ σωτηρίᾳ τῆς ἀληθείας», να θυσιάζει δηλαδή ακόμη και τις πιο προσωπικές του απόψεις, αν είναι να σωθεί η αλήθεια;

Β4.
σχεδόν: ἕξεων (ἀπεχόμενος, ἔχον, ἔχει)
αχάριστος: χαίρων (χαίρει)
ασήμαντος: σημεῖον
ενδεής: δεῖ
πρόφαση: φανερόν (φησίν)
διαμονή: ὑπομένων (μεῖναι)
άρτιος: ἀρετή
τελεσίδικος: ἀποτελεῖ
δημαγωγός: ἦχθαι
καταδρομικό: δραμεῖν

ΑΔΙΔΑΚΤΟ
Γ1. [Δημηγορία των Νικία]
Άνδρες στρατιώτες των Αθηναίων και των άλλων συμμάχων, ο επικείμενος αγώνας θα είναι το ίδιο κοινός για όλους μας ανεξαιρέτως, και για τη σωτηρία και για την πατρίδα του καθενός, όχι λιγότερο απ΄ ό,τι για τους εχθρουςž γιατί, αν τώρα νικήσουμε με τα πλοία μας, θα είναι δυνατό στον καθένα να ξαναδεί την αγαπημένη του πόλη. Δεν πρέπει όμως να αποθαρρύνεστε ούτε να παθαίνετε αυτό που παθαίνουν οι πιο άπειροι από τους ανθρώπους, οι οποίοι όταν αποτύχουν στις πρώτες μάχες, έπειτα έχουν διαρκώς την αναμονή του φόβου ίδια με τις συμφορές (ή: ζουν διαρκώς με την αναμονή και το φόβο ότι θα υποστούν ξανά παρόμοιες συμφορές). Αλλά όσοι από σας είστε Αθηναίοι, επειδή είστε ήδη έμπειροι από πολέμους, και όσοι είστε από τους συμμάχους που συμμετέχετε διαρκώς στις εκστρατείες μας, να θυμηθείτε τα παράδοξα (ή: τα απροσδόκητα) που συμβαίνουν στους πολέμους.
Γ2.
ἀγών: ἀγῶνας
ναυσίν: ναῦ
ὅπερ: αἷσπερ
πρώτοις: προτέροις
σφαλέντες: σφαλεῖσι
κρατήσωμεν: κράτει
ἐπιδεῖν: ἐφορᾶν
πάσχειν: πείσεται
ἔχουσιν: σχοίην
μνήσθητε: ἐμνήσθησαν
 Γ3α.
στρατιῶται: επιθετικός προσδιορισμός στο "ἄνδρες"
τῳ: δοτική προσωπική από το απρόσωπο ρήμα  «ἔστι»
ἀθυμεῖν: υποκείμενο στο απρόσωπο ρήμα «οὐ χρὴ» και τελ. απαρέμφατο
τῶν ἀνθρώπων: γενική διαιρετική στο «ἀπειρότατοι».
ταῖς ξυμφοραῖς: δοτική αντικειμενική στο «ὁμοίαν»
τῶν παραλόγων: αντικείμενο στο ρήμα «μνήσθητε»
 Γ3β.
-          Ὁ Νικίας εἶπεν ὅτι εἰ κρατήσαιεν (κρατήσειαν) ταῖς ναυσίν, εἴη τῳ τὴν ὑπάρχουσάν που οἰκείαν πόλιν ἐπιδεῖν. (δευτ. ειδική πρόταση)
-          Ὁ Νικίας εἶπεν εἰ κρατήσαιεν (κρατήσειαν) ταῖς ναυσίν, εἶναι τῳ τὴν ὑπάρχουσάν που οἰκείαν πόλιν ἐπιδεῖν. (ειδικό απαρέμφατο)
SOS ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
To συντακτικό του Μουμτζάκη στη σελ. 168 αναφέρει ότι "αλλά και ύστερα από ρήμα παρελθοντικού χρόνου μπορεί να διατηρηθεί στον πλάγιο λόγο η απλή οριστική και η υποτακτική, αν το περιεχόμενο της δευτερεύουσας προτάσεως φανερώνει γνώμη του υποκειμένου της προτάσεως και όχι του συγγραφέα ή αν τονίζεται κάτι ως βέβαιο ή με έμφαση:
(Ευθύς λόγος: Ἐάν μοι δῶτε τριάκοντα Σπαρτιατῶν, διαβήσομαι εἰς τὴν Ἀσίαν.
Πλάγιος λόγος: Ἀγησίλαος ὑπέστη (=υποσχέθηκε), ἐάν δῶσιν αὐτῷ τριάκοντα Σπαρτιατῶν, διαβήσεσθαι εἰς τὴν Ἀσίαν (= αν, όπως έλεγε, του δώσουν... .
Μεταφέρονται τα λόγια του υποκειμένου της κύριας προτάσεως: Ἀγησίλαος.

Ευθύς λόγος: "Μὴ ναυμαχεῖτε Κορινθίοις, ἤν μὴ Κορίνθιοι ἐπί Κέρκυραν πλέωσιν".
Πλάγιος λόγος: "Προεῖπον αὐτοῖς μή ναυμαχεῖν Κορινθίοις, ἤν μή Κορίνθιοι ἐπί Κέρκυραν πλέωσιν".
Και εδώ η υποθετική πρόταση: ἤν μή... πλέωσιν μεταφέρει με έμφαση τα λόγια του υποκειμένου του ρ. "προεῖπον").

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Πανελλήνιες Εξετάσεις 2012 - Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης



K. Π. Καβάφη, Μελαγχολία τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου
ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ 595 μ.Χ.
Τό γήρασμα το σώματος καί τς μορφς μου
εναι πληγή πό φρικτό μαχαρι.
Δέν χω γκαρτέρησι καμιά.
Ες σέ προστρέχω Τέχνη τς Ποιήσεως,
πού κάπως ξέρεις πό φάρμακα·
νάρκης το λγους δοκιμές, ν Φαντασί καί Λόγ.
Εναι πληγή πό φρικτό μαχαρι.
Τά φάρμακά σου φέρε Τέχνη τς Ποιήσεως,
πού κάμνουνε για λίγο νά μή νοιώθεται πληγή.
(1921)
 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α1. Τρία από τα βασικά γνωρίσματα της ποίησης του Κ. Καβάφη είναι η πεζολογία, η ιδιότυπη γλώσσα και η χρήση συμβόλων. Για το κάθε ένα από τα παραπάνω γνωρίσματα να γράψετε ένα αντίστοιχο παράδειγμα από το ποίημα που σας δόθηκε.
Μονάδες 15

Β1. Στο ποίημα, σύμφωνα με τον Στέφανο Διαλησμά, «έχουμε ένα δυσανάλογα μεγάλο τίτλο (με προσεκτικά τοποθετημένη στίξη, ώστε να προβάλλει τα μέρη από τα οποία απαρτίζεται) που υποστηρίζει και συμπληρώνει ποικιλοτρόπως το ποίημα».
Να τεκμηριώσετε την παραπάνω άποψη αιτιολογώντας τη συγκεκριμένη επιλογή του τίτλου από τον ποιητή.
Μονάδες 20
Β2. Να επισημάνετε στο ποίημα τέσσερα διαφορετικά εκφραστικά μέσα (μονάδες 8) και να ερμηνεύσετε τη
λειτουργία τους (μονάδες 12).
Μονάδες 20
Γ1. Να σχολιάσετε τους παρακάτω στίχους σε ένα κείμενο 100-120 λέξεων:
Ες σέ προστρέχω Τέχνη τς Ποιήσεως,
πού κάπως ξέρεις πό φάρμακα·
νάρκης το λγους δοκιμές, ν Φαντασί καί Λόγ.
Μονάδες 25
Δ1. Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο το ποίημα του Κ. Καβάφη Μελαγχολία το άσωνος Κλεάνδρου ποιητο ν Κομμαγην· 595 μ.Χ. με το παρακάτω ποίημα του Τ. Λειβαδίτη Αυτοβιογραφία, εντοπίζοντας (μονάδες 5) και σχολιάζοντας (μονάδες 15) τρεις ομοιότητες και δύο διαφορές μεταξύ των δύο ποιημάτων.
Μονάδες 20
Αυτοβιογραφία
νθρωποι πο δ γνώρισα ποτ μο δώσαν τ αμα μου κα
τ’ νομά μου,
στν λικία μου χιονίζει, χιονίζει διάκοπα
μι κίνηση πάντα σ νθελα ν προφυλαχτ πνα
χτύπημα
δίψασα γι λη τ ζωή, κι μως τν φησα
γι ν’ ρπαχτ π’ τ πελώρια γκάθια τς αωνότητας,
σάρκα μου νας πίδεσμος γύρω π’ τ αριανό μου
τίποτα
κανες δν μπορε ν μ βοηθήσει στν πόνο μου
κτς π’ τν διο μου τν πόνο εμαι δ, νάμεσά σας,
κι λομόναχος,
κ’ ποίηση σ μι μεγάλη λήθεια, πο τν νακαλύπτεις
στερ’ π χρόνια,
ταν δν μπορε να σο χρησιμέψει πι σ τίποτα.

πάγγελμά μου: τ κατόρθωτο.
Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Αθήνα, Εκδόσεις Κέδρος, 2003, σ. 429.
Eνδεικτικές απαντήσεις
Α1.
ü  Πεζολογία: συμβάλλει στον έλεγχο της συναισθηματικής έκρηξης. Οι πεζές εκφράσεις του καθημερινού λόγου («που κάπως ξέρεις…», «που κάμνουνε για λίγο…») συγκρατούν το συναίσθημα, ενώ ο διασκελισμός (στ. 1-2) και ο σπασμένος ίαμβος (στ. 2) διασπούν το ρυθμό και φέρνουν το λόγο πιο κοντά στην καθημερινή ομιλία. Επίσης, στην πεζολογία συντελούν: οι ανισοσύλλαβοι στίχοι, οι ανισόστιχες στροφές και η απουσία ομοιοκαταληξίας.
ü  Ιδιότυπη γλώσσα: δημοτική με στοιχεία καθαρεύουσας («εγκαρτέρησι», «Εις σε»,  «νάρκης του άλγους δοκιμές…») και ιδίωματισμούς ("κάμνουνε"). Κύριο  χαρακτηριστικό της γλώσσας: η επιγραμματικότητα και η ακριβολογία. Στο λεξιλόγιο κυριαρχούν τα ουσιαστικά και τα ρήματα που βρίσκονται σε ενεστώτα υπογραμμίζοντας έτσι την αίσθηση του πόνου. Την ένταση υπογραμμίζει και το μοναδικό επίθετο («φρικτό»), ενώ λειτουργικό ρόλο έχουν και οι επιρρηματικοί προσδιορισμοί («κάπως», «για λίγο»).
ü  Χρήση συμβόλων: το μαχαίρι συμβολίζει το χρόνο, ο οποίος καθώς περνά από τον ποιητή, του αφήνει τα σημάδια του.
(συμπληρωματικά: ως σύμβολα λειτουργούν και οι λέξεις: φάρμακα και πληγή)

Β1. Αρχικά, ο Κ. Καβάφης έδωσε στο ποίημα τον τίτλο «Μαχαίρι». Στη συνέχεια, αντικατέστησε τον τίτλο αυτό με τον υπάρχοντα. Πρόκειται για έναν από τους πιο εκτενείς τίτλους των ποιημάτων του. Ο τίτλος δίνει πληροφορίες για τον αφηγητή του ποιήματος («Ιάσωνα Κλεάνδρου· ποιητού»), τη συναισθηματική κατάστασή του («Μελαγχολία»), τον τόπο («εν Κομμαγηνή») και το χρόνο («595 μ. Χ.») γραφής του ποιήματος. O εκτενής τίτλος επιβάλλει τον Ιάσονα Κλεάνδρου ως ιστορικό πρόσωπο πειστικότητα/ αληθοφάνεια. Ωστόσο αποτελεί ποιητικό προσωπείο του Καβάφη συντελεί στην καθολικότητα του βιώματος και διευκολύνει την εξωτερίκευση / εξομολόγηση.

To α' μέρος πληροφορεί:
- για το συναίσθημα ενός προσώπου
- για το πρόσωπο
- για την ιδιότητα του προσώπου: ποιητής
- για το χώρο (Κομμαγηνή)
- για το χρόνο

Το β' μέρος υποστηρίζει, συμπληρώνει και δίνει έμφαση στην εποχή των ανακατατάξεων.
Με τον τίτλο ο ποιητής αποδίδει το συναίσθημα στον ανύπαρκτο Ιάσωνα: 1) για να ομολογήσει την προσωπική θλίψη, 2) για να προσδώσει διαχρονικότητα στη θλίψη από τη γήρανση και τον ιαματικό χαρακτήρα της τέχνης, 3) για να αποστασιοποιηθεί από το προσωπικό του βίωμα και να το περιγράψει αποδίδοντάς το σε επώνυμο πρόσωπο κα μάλιστα ομότεχνο, 5) για να σχολιάσει την εποχή του ανατρέχοντας στο παρελθόν, 6) για να απαλλάξει τη λέξη "μελαγχολία" από τις ρομαντικές και συμβολιστικές υπερβολές.

Συμπληρωματικά
Λειτουργίες του τίτλου:
ü  πλούσιος σε λεπτομέρειες
ü  λειτουργεί ως πρόλογος και σχόλιο
ü  παρουσιάζει το ιστορικό πλαίσιο (Κομμαγηνή, ένα ανεξάρτητο κρατίδιο της Συρίας, που ενσωματώθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το 638 μ.Χ. καταλήφθηκε από τους Άραβες). Το κρατίδιο της Κομμαγηνής, στις εσχατιές του ελληνισμού, παραπέμπει στη γενέτειρα του Καβάφη Αλεξάνδρεια που κι εκείνη ανήκει στην περιφέρεια του ελληνισμού.
ü  η χρονολογία 595 μ.Χ. αποτελεί το μεταίχμιο της καταστροφής του κρατιδίου (μεταίχμιο ηλικιακό και για τον ποιητή που είναι μεγάλος. Αν παραλείψουμε το 9, μας μένει το 55, που ήταν η ηλικία του Κ. Καβάφη, όταν έγραψε το ποίημα)
ü  παρουσιάζει το ποιητικό υποκείμενο και την ψυχική του κατάσταση
ü  δίνει την αίσθηση ότι αφορά κάποιο υπαρκτό πρόσωπο
ü  το ίδιο το όνομα «άσων» παραπέμπει στο «ασις» (=θεραπεία, γιατρειά), ενώ το «Κλεάνδρου είναι σύνθετη λέξη (κλέος+ανήρ = ένδοξος άνδρας)
ü  πετυχαίνει την πλαστοπροσωπία
ü  το μόνο αληθινό στοιχείο είναι η μελαγχολία που αποτυπώνει και την ψυχική διάθεση του ποιητή
ü  η αρχαιοπρέπεια δίνει κύρος και μεγαλοπρέπεια στην αφήγηση αι το πλήθος των πληροφοριών πειστικότητα και αντικειμενικότητα. Ο ψευδοϊστορισμός και το προσωπείο βοηθούν τον ποιητή να αποστασιοποιηθεί και να περιορίσει το προσωπικό στοιχείο.
Β2.
α. «είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι»: σχήμα υπαλλαγής (φρικτό μαχαίρι αντί: φρικτή πληγή από μαχαίρι) και μεταφορά («πληγή»)
Η ιδιότητα της πληγής αποδίδεται στο μαχαίρι – το όργανο που διαθέτει μεγάλη διαβρωτική δύναμη. Με το σχήμα αυτό εκφράζεται το συναίσθημα της οδύνης που προκαλούν στο ποιητικό υποκείμενο τα γηρατειά. Η οπτική εικόνα της πληγής αισθητοποιεί παράλληλα και  την ιδιαίτερη ποιότητα που έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση η αίσθηση του πόνου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ποιητής δεν αναφέρεται στο δράστη («Χρόνος»), αλλά επιμένει στο αποτέλεσμα.
β. «Τα φάρμακά σου φέρε τέχνη της Ποιήσεως»: μεταφορά και προσφώνηση.
Για τον ποιητή η Ποίηση αποτελεί βάλσαμο, παυσίλυπο, που προσωρινά απαλύνει τον πόνο. Με αυτήν δικαιώνει την ύπαρξή του, νιώθοντας τη χαρά της δημιουργίας. Ρόλος της ποίησης είναι να μετουσιώνει τη φρίκη (της ζωής) σε αισθητικό καλλιτέχνημα προσφέροντας μια πρόσκαιρη διαφυγή / λύτρωση.
γ. «νάρκης του άλγους δοκιμές»: υπερβατό και αναστροφή (αντί: «δοκιμές νάρκης του άλγους»)
Τα μέσα που διαθέτει η τέχνη αποτελούν απόπειρες κατευνασμού του πόνου. Τονίζεται το «νάρκης», δηλ. νάρκωσης, καθώς η Τέχνη μόνο προσωρινά βοηθά τον ποιητή, αλλά δεν τον θεραπεύει. Οι δύο όροι «νάρκης» και «δοκιμές» αποχωρίζονται συντακτικά με την παρεμβολή το άλγους και έτσι τονίζονται. Η νάρκη προτάσσεται και η δοκιμή μπαίνει στο τέλος της φράσης.

δ. στ 2. και 7: επανάληψη
Η επανάληψη λειτουργεί εμφατικά και συνδετικά (ως συνδετικός αρμός των δύο στροφικών μερών), ενώ παράλληλα υπογραμμίζει το σωματικό πόνο του ποιητικού υποκειμένου από τη φθορά του χρόνου. Η λέξη πληγή επαναλαμβάνεται προφανώς γιατί είναι η χαρακτηριστικότερη μορφή φθοράς στο ανθρώπινο σώμα.
εναλλακτικά:
- «Τέχνη της Ποιήσεως»: προσωποποίηση
Η Τέχνη της Ποιήσεως λειτουργεί ως αντίδοτο και παρηγοριά στη φθορά που επιφέρει ο χρόνος (η έννοια της αριστοτελικής κάθαρσης αποδίδεται στην Τέχνη, μοτίβο που χρησιμοποίησε σε μεγάλη κλίμακα και ο Γκαίτε και που οι ρίζες του φτάνουν ως τον «Κύκλωπα» του Θεόκριτου).
- Η τελεία και η παύλα του στ. 7: δηλώνει τον οριστικό και αμετάκλητο πόνο που βιώνει ο αφηγητής.
Γ1.
Απέναντι στη φθορά αντιπαρατάσσει την Τέχνη της Ποιήσεως. Οι στίχοι αυτοί εκφράζουν την ευεργετική επίδραση της Τέχνης της Ποιήσεως στις πληγές της ψυχής, που οφείλονται στην φθοροποιό επίδραση του χρόνου. Ο ποιητής απευθύνεται άμεσα στην ποίηση και ζητά τη βοήθειά της, για να καταπραΰνει προσωρινά – με τη δύναμη της φαντασίας και τη μαγεία του ποιητικού λόγου της - τον αβάσταχτο πόνο. Γι’ αυτό και η Φαντασία και ο Λόγος γράφονται με  κεφαλαίο το αρχικό τους γράμμα, εφόσον προσωποποιούνται με την επίκληση, επειδή η δύναμή τους οδηγεί στην ποιητική δημιουργία, που θα απαλύνει τον πόνο των γηρατειών.Ο αφηγητής γνωρίζει ότι η ποίηση δεν είναι πανάκεια, διότι τα γηρατειά είναι αναπόφευκτα. Το μόνο που μπορεί να του προσφέρει η Ποίηση είναι μια προσωρινή νάρκωση, αναλγησία, που απλώς θα τον ανακουφίσει από τον πόνο. Η εντύπωση της πρόσκαιρης θεραπείας υποβάλλεται στον αναγνώστη με τις λέξεις : «λίγο, φάρμακα, νάρκης». Για την Α. Γεωργιάδου, η αφοσίωση στην ποιητική δημιουργία αποτελεί για τον Καβάφη τη μόνη άμυνα κατά της φθοράς που υφίσταται το σώμα, το πιο συχνό καβαφικό ίνδαλμα («Θυμήσου σώμα»). Δεν είναι ο φόβος του θανάτου αλλά η παρακμή του σώματος και η ασχήμια που οδηγούν τον Ιάσωνα να αναζητά στα «φάρμακα» της Τέχνης μια κάποια παραμυθία. Ίσως, με αυτόν τον τρόπο να κερδίσει την υστεροφημία και την αθανασία μέσω του έργου του.
Συμπληρωματικά από το βιβλίο του καθηγητή:
Σίγουρα η Φαντασία (με κεφαλαίο) δεν υπαινίσσεται πλαστική ή δημιουργική φαντασία. Μάλλον πρόκειται για αναπαραστατική φαντασία, με άλλα λόγια για ένα είδος παραμορφωμένης μνήμης. Όλη η ποίηση του Καβάφη χαρακτηρίζεται από την έντονη τάση για επιστροφή στο παρελθόν, από την έντονη αναζήτηση ήχων από την πρώτη ποίηση της ζωής μας, από την αγωνία να βρεθεί το απόσταγμα το καμωμένο κατά τις συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων που θα επαναφέρει κάτι αβέβαιες μνήμες ικανές να ναρκώσουν το σύγχρονο πόνο.
Με τον Λόγο έχουμε μια αναγωγή του προβλήματος στο χώρο της μεταφυσικής. Ο Λόγος, ως γνωστικό μέσο του απόλυτου, υπήρξε η βάση πολλών φιλοσοφικών θεωριών και μάλιστα των Επικούρειων, που το όνομά τους συνδέθηκε αρκετές φορές με την καβαφική ποίηση. Αν ο Καβάφης απέδιδε στον όρο την έννοια της λογοτεχνίας, δεν μπορούμε να το ξέρουμε με σιγουριά. Βέβαιο είναι ότι μέσα στα (διόλου στενά) καλούπια της λέξης μπορούν να χωρέσουν αρκετές ερμηνείες.

Δ1.
Ομοιότητες:
        i.            Η αναφορά στην ηλικία του ποιητικού κειμένου. «Το γήρασμα της μορφής» και η μεταφορά «χιονίζει αδιάκοπα» δηλώνουν την προχωρημένη ηλικία των ποιητικών υποκειμένων, που συνειδητοποιούν σωματικά το πέρασμα του χρόνου.
      ii.            Η αναφορά στον ψυχικό πόνο που προκαλούν τα γηρατειά με τα ορατά σημάδια τους.
    iii.            Η τέχνη της ποίησης έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή και των δύο προσώπων. Από μόνη της η πράξη της δημιουργίας είναι μέγιστη απόλαυση κι ευτυχία. Ακόμη πιο ευτυχής είναι ο καλλιτέχνης που η τέχνη του βρίσκει δρόμο στην καρδιά του αναγνώστη κι οι μορφές που έπλασε εμψυχώνουν τη νέα γενιά - «με την δική του έκφανση του ωραίου συγκινούνται». (Καβάφης, «Πολύ σπανίως»).

Συμπληρωματικά: και τα δύο κείμενα μπορούν να θεωρηθούν «απόλογοι» ζωής, χρησιμοποιούνται ιατρικοί όροι (φάρμακα, επίδεσμοι), προβάλλεται η μοναξιά και η απόγνωση ("Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά", "ανάμεσά μας, κι ολομόναχος"), η επιδίωξη των δημιουργών (νεότητα και υστεροφημία, αιωνιότητα και ακατόρθωτο).

Διαφορές:
        i.            Ο Λειβαδίτης ήδη από τον τίτλο δηλώνει τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του ποιήματος (ποιητής και ήρωας ταυτίζονται - χωρίς τη διαμεσολάβηση προσωπείου -, ενώ ο Καβάφης αποστασιοποιείται με το ψευδοϊστορικό πλαίσιο που δημιουργεί. Ο Καβάφης θα μπορούσε να εξομολογηθεί άμεσα την άσχημη ψυχολογική του κατάσταση και να παραλείψει το ιστορικό άλλοθι καθώς και το φανταστικό πρόσωπο, βάζοντας τον τίτλο «Μελαγχολία ποιητού». Δεν το κάνει όμως γιατί α) θέλει να αποστασιοποιηθεί από το δικό του πρόβλημα και να το αντιμετωπίσει πιο αντικειμενικά. β) θέλει να κάνει πιο πειστική τη θέση του παρουσιάζοντας το πρόβλημά του πιο συγκεκριμένο κι αληθινό. γ) θέλει να αποκτήσει διαχρονικότητα το πρόβλημα της γήρανσης του σώματος και η θεραπευτική δύναμη της ποίησης.
      ii.            Ο Λειβαδίτης σε αντίθεση με τον Καβάφη δεν περιμένει τίποτα πια από την Ποίηση ("κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει στον πόνο μου"). Δεν τρέφει αυταπάτες και δηλώνει κατηγορηματικά το ανώφελο της ποιητικής προσπάθειας («όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα» και «Επάγγελμά μου: το ακατόρθωτο»). Ωστόσο, αν και καταφατική η στάση του Καβάφη, κατά βάθος είναι τραγική και απαισιόδοξη προσωρινή ή απατηλή η λύτρωση. Mε δυο λόγια: η καταφυγή στην τέχνη της ποίησης λυτρώνει τον ποιητή στον Καβάφη εν μέρει, απαισιόδοξος για το ρόλο της ποίησης ο Λειβαδίτης.

Συμπληρωματικά:
    - Ο Λειβαδίτης δεν νιώθει μόνο σωματικό πόνο από τα γηρατειά, αλλά του είναι αδιάφορο το ίδιο το σώμα («η σάρκα μου ένας επίδεσμος…»), εφόσον αύριο περιμένει ο θάνατος («γύρω απ’ το αυριανό μου τίποτα»). Αντίθετα, αγωνία για τη φθορά, όχι για το θάνατο ή για τον έρωτα εκφράζει ο Καβάφης. Ο θάνατος αντικρίζεται σαν φυσικό φαινόμενο, κι αυτό εξάλλου είναι ένα από τα φωτεινά σημεία της καβαφικής ποίησης.
- Ο Λειβαδίτης δηλώνει πως επιχειρώντας να κερδίσει την «αιωνιότητα», έχασε την ίδια την ζωή («δίψασα για όλη τη ζωή, κι όμως την άφησα»).
- Η αντίληψη για την τέχνη: ελιτίστικη στον Καβάφη - πολιτικά φορτισμένη η ποίηση στον Λειβαδίτη.
- Ο Καβάφης συνειδητοποιεί την αλήθεια και τη δύναμη της ποίησης σε αντίθεση με τον Λειβαδίτη που ομολογεί ότι την ανακαλύπτεις ύστερα από χρόνια.

Mια εμπνευσμένη προσέγγιση στο ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη από την φιλόλογο Πολίνα Μοίρα (ΕΔΩ)

Προτεινόμενες απαντήσεις από την Ο.Ε.Φ.Ε. (ΕΔΩ)