Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Eπαναληπτικά θέματα (8) Γλώσσας Γ' Λυκείου

Έχω την επιθυμία, και αισθάνομαι την ανάγκη, για να ζήσω, μιας άλλης κοινωνίας από αυτή που με περιβάλλει. Όπως η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, μπορώ να ζήσω μέσα σ’ αυτήν και να τα βγάζω πέρα – εν πάση περιπτώσει ζω ήδη μέσα σ’ αυτή την κοινωνία… Δεν ζητώ την αθανασία, την πανταχού παρουσία, την παντογνωσία. Δεν ζητώ η κοινωνία να «μου δώσει την ευτυχία»∙ ξέρω ότι η ευτυχία δεν είναι μια μερίδα που μοιράζεται με το δελτίο στη Δημαρχία ή στο εργατικό Συμβούλιο της γειτονιάς, και ξέρω πως, αν αυτό το πράγμα υπάρχει, μόνο εγώ μπορώ να το πραγματοποιήσω για τον εαυτό μου, στα μέτρα μου, όπως μου συνέβη και όπως, κατά πάσα πιθανότητα, θα μου συμβεί και πάλι. Αλλά μέσα στη ζωή, έτσι όπως είναι φτιαγμένη για μένα και τους άλλους, σκοντάφτω πάνω σ’ ένα πλήθος από απαράδεκτα πράγματα, λέω πως δεν είναι μοιραία και πως εξαρτώνται από την οργάνωση της κοινωνίας.
Επιθυμώ πρώτα και ζητώ, η δουλειά μου να έχει νόημα, να μπορώ να εγκρίνω αυτό για το οποίο χρησιμεύει και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται, να μου επιτρέπει να ξοδεύομαι πραγματικά και να χρησιμοποιώ τις δυνατότητές μου και ταυτόχρονα να εμπλουτίζομαι και ν’ αναπτύσσομαι. Και λέω ότι αυτό το πράγμα είναι δυνατό, με μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας, για μένα και για τους άλλους. Λέω ότι ήδη θα ήταν μια βασική αλλαγή σ’ αυτή την κατεύθυνση, αν μ’ άφηναν ν’ αποφασίζω, μαζί με όλους τους άλλους, τι έχω να κάνω, και με τους συντρόφους μου στη δουλειά, πώς να το κάνω.
Επιθυμώ να μπορώ, μαζί με όλους τους άλλους, να μαθαίνω τι γίνεται μέσα στην κοινωνία, να ελέγχω την έκταση και την ποιότητα της πληροφόρησης που μου δίνεται. Ζητώ να μπορώ να συμμετέχω άμεσα σε όλες τις κοινωνικές αποφάσεις που μπορεί να επηρεάζουν την ύπαρξή μου ή τη γενική πορεία του κόσμου όπου ζω. Δεν δέχομαι η τύχη μου ν’ αποφασίζεται μέρα με τη μέρα από ανθρώπους που τα σχέδιά τους μου είναι εχθρικά ή και απλώς άγνωστα και για τους οποίους δεν είμαστε, εγώ και όλοι οι άλλοι, παρά νούμερα σ’ ένα σχέδιο ή πιόνια σε μια σκακιέρα, και τελικά η ζωή μου και ο θάνατός μου να βρίσκονται στα χέρια ανθρώπων που ξέρω πως είναι αναγκαστικά τυφλοί.
… Επιθυμώ να μπορώ να συναντώ τον άλλον σαν ένα ον όμοιο με μένα και απόλυτα διαφορετικό, όχι σαν ένα νούμερο ούτε σαν ένα βάτραχο σκαρφαλωμένο σ’ ένα άλλο σκαλοπάτι (αδιάφορο αν κατώτερο ή ανώτερο) της ιεραρχίας των εισοδημάτων και των εξουσιών. Επιθυμώ να μπορώ να τον βλέπω, και να μπορεί να με δει, σαν ένα άλλο ανθρώπινο ον, οι σχέσεις μας να μην αποτελούν πεδίο που να εκφράζεται η επιθετικότητα, ο συναγωνισμός μας να παραμένει μέσα στα όρια του παιχνιδιού…
Επιθυμώ ο άλλος να είναι ελεύθερος, γιατί η ελευθερία μου αρχίζει εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου και γιατί, μόνος μου, δεν μπορώ να είμαι, στην καλύτερη περίπτωση, παρά «ενάρετος εν δυστυχία». Δεν υπολογίζω ότι οι άνθρωποι θα μεταμορφωθούν σε αγγέλους, ούτε πως οι ψυχές τους θα γίνουν καθάριες σαν τις βουνίσιες λίμνες – που άλλωστε ανέκαθεν μου προξενούσαν βαθιά πλήξη. Ξέρω όμως πόσο η σημερινή κουλτούρα βαθαίνει και οξύνει τη δυσκολία τους να υπάρχουν και να συνυπάρχουν με τους άλλους, και βλέπω πως πολλαπλασιάζει στο άπειρο τα εμπόδια στην ελευθερία τους.
Ξέρω, βέβαια, πως αυτός ο πόθος μου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σήμεραž κι ούτε θα πραγματοποιηθεί ολοκληρωτικά ενόσω ζω, ακόμη κι αν η επανάσταση γινόταν αύριο. Ξέρω ότι θα ζήσουν μια μέρα άνθρωποι που γι’ αυτούς ούτε η ανάμνηση των προβλημάτων που μπορεί σήμερα να μας προξενούν το μεγαλύτερο άγχος δεν θα υπάρχει. Αυτή είναι η μοίρα μου που πρέπει να επωμισθώ, και που επωμίζομαι… Έχοντας αυτό τον πόθο, που είναι δικός μου, δεν μπορεί παρά να εργάζομαι για την πραγματοποίησή του…
Κορνήλιος Καστοριάδης, απόσπασμα από το "Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας", 1978, εκδ. Κέδρος σελ. 137-141
Θέματα

Α.     Να γράψετε την περίληψη του κειμένου (120 λέξεις).
Β1.   Να αναπτύξετε σε μία παράγραφο 100 λέξεων το περιεχόμενο του αποσπάσματος: “Δεν ζητώ η κοινωνία να «μου δώσει την ευτυχία»∙ ξέρω ότι η ευτυχία δεν είναι μια μερίδα που μοιράζεται με το δελτίο στη Δημαρχία ή στο εργατικό Συμβούλιο της γειτονιάς, και ξέρω πως, αν αυτό το πράγμα υπάρχει, μόνο εγώ μπορώ να το πραγματοποιήσω για τον εαυτό μου, στα μέτρα μου, όπως μου συνέβη και όπως, κατά πάσα πιθανότητα, θα μου συμβεί και πάλι…”.
Β2.   Να γράψετε δύο τίτλους για το κείμενο, χρησιμοποιώντας λογικά και συνυποδηλωτικά, αντίστοιχα, τη γλώσσα.
Β3.   α. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί διάφορους τρόπους πειθούς. Να βρείτε τρεις (3) διαφορετικές περιπτώσεις.
         β. Σε τι συνίσταται ο διδακτικός χαρακτήρας του δοκιμίου;
 Β4.   Να χρησιμοποιήσετε σε πέντε (5) δικές σας προτάσεις τα παρακάτω ονοματικά σύνολα: ανθρώπινο ον, βαθιά πλήξη, ποιότητα της πληροφόρησης, οργάνωση της κοινωνίας, κοινωνικές αποφάσεις.
Γ.     “Δεν δέχομαι η τύχη μου ν’ αποφασίζεται μέρα με τη μέρα από ανθρώπους που τα σχέδιά τους μου είναι εχθρικά ή και απλώς άγνωστα και για τους οποίους δεν είμαστε, εγώ και όλοι οι άλλοι, παρά νούμερα σ’ ένα σχέδιο ή πιόνια σε μια σκακιέρα, και τελικά η ζωή μου και ο θάνατός μου να βρίσκονται στα χέρια ανθρώπων που ξέρω πως είναι αναγκαστικά τυφλοί”. Με αφορμή το παραπάνω χωρίο, γράφετε για το προσωπικό σας ιστολόγιο ένα κείμενο (500-600 λέξεων), στο οποίο επισημαίνετε τους παράγοντες που απειλούν την αυτονομία του ανθρώπου στην εποχή μας, και προτείνετε τρόπους που επιτρέπουν στα άτομα να διατηρούν την αυτονομία και την ενεργητικότητά τους, ώστε να μην μαζοποιούνται.

Ολόκληρη η συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη από την εκπομπή ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=II-po0TrWIc

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

K.Π. Καβάφης, 79 χρόνια μετά...

ΣΧΟΛΙΟ
 Γι’ αυτόν, ανδρείο τής ηδονής μα και της Ποιήσεως
ποτές δεν θάσαναι πολλές όσες του πρέπουνε
νάρκης του άλγους δοκιμές εν φαντασία και λόγω:

Όταν κάποιοι στην Αθήνα
τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες
(εξημμένες κεφαλές, Ούτος, Εκείνος)
ακούσαν, μέρες του χίλια εννιακόσια τρία,
σε τέλεια αλεξανδρινά να κιθαρίζει
αποφανθήκανε: κεραμεούν και φαύλον.
Μέχρι παθήσεως χολερικοί που
εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα των
δεν έτυχε να εγγίζει
φαρισαϊκώς ξεσχίσανε τα ακαδημαϊκές των τόγες,

μα χάχανο χλευαστικό ξωπίσω τους ξεσπά.
Το ξόανο της γνωματεύσεώς των
από τες Άλπεις της Ποιήσεως ξηλώνει
που άθλιο παίρνει να κατρακυλά κι’ απέ να χάσκει.

Τάχατες επαρκέστατοι!
Τάχατες ανέγνω(σα)ν, έγνω(σα)ν, κατέγνω(σα)ν, μα τι;
Άραγες τι; οι γελοιωδέστατοι;

Έκτωρ Κακναβάτος


Ρωτούσε για την ποιότητα
Aπ’ το γραφείον όπου είχε προσληφθεί
σε θέσι ασήμαντη και φθηνοπληρωμένη
(ώς οκτώ λίρες το μηνιάτικό του: με τα τυχερά)
βγήκε σαν τέλεψεν η έρημη δουλειά
που όλο το απόγευμα ήταν σκυμένος:
βγήκεν η ώρα επτά, και περπατούσε αργά
και χάζευε στον δρόμο.— Έμορφος·
κ’ ενδιαφέρων: έτσι που έδειχνε φθασμένος
στην πλήρη του αισθησιακήν απόδοσι.
Τα είκοσι εννιά, τον περασμένο μήνα τα είχε κλείσει.

Εχάζευε στον δρόμο, και στες πτωχικές
παρόδους που οδηγούσαν προς την κατοικία του.

Περνώντας εμπρός σ’ ένα μαγαζί μικρό
όπου πουλιούνταν κάτι πράγματα
ψεύτικα και φθηνά για εργατικούς,
είδ’ εκεί μέσα ένα πρόσωπο, είδε μια μορφή
όπου τον έσπρωξαν και εισήλθε, και ζητούσε
τάχα να δει χρωματιστά μαντήλια.
Pωτούσε για την ποιότητα των μαντηλιών
και τι κοστίζουν με φωνή πνιγμένη,
σχεδόν σβυσμένη απ’ την επιθυμία.
Κι ανάλογα ήλθαν η απαντήσεις,
αφηρημένες, με φωνή χαμηλωμένη,
με υπολανθάνουσα συναίνεσι.

Όλο και κάτι έλεγαν για την πραγμάτεια — αλλά
μόνος σκοπός: τα χέρια των ν’ αγγίζουν
επάνω απ’ τα μαντήλια· να πλησιάζουν
τα πρόσωπα, τα χείλη σαν τυχαίως·
μια στιγμιαία στα μέλη επαφή.

Γρήγορα και κρυφά, για να μη νοιώσει
ο καταστηματάρχης που στο βάθος κάθονταν.
Κ.Π. Καβάφης

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Επαναληπτικά θέματα (7) Γλώσσας Γ' Λυκείου

Το "φόντο" της ματαιοδοξίας
Τα άφθαρτα αρχαία σημάδια, τα απομεινάρια αλλοτινών εποχών, ηρωικών στιγμών ως διάκοσμος σε εμπορικές εκδηλώσεις, ως «σκηνικό» σε βαρυσήμαντες συναντήσεις ή γεγονότα προσφέρουν την αίγλη που δεν διαθέτουν εφήμερες πολυτέλειες - σάλες, κήποι, ταράτσες, μέγαρα, γιοτ. (Για συνέχεια, πατήστε εδώ:)
https://docs.google.com/document/d/1wVp_df_ONgnzqrsddvV9QvlBYAYTGWsuXTCfU1EP9fc/edit

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Eπαναληπτικά θέματα (6) Γλώσσας Γ' Λυκείου

Θα ήταν «ευχής έργον» να μπορούσαν οι δύο αυτές έννοιες, «πνευματική καλλιέργεια» και «πολιτιστικές εκδηλώσεις» να τεθούν σε σχέση ανταπόκρισης η μία προς την άλλη, τουτέστιν η πνευματική καλλιέργεια να ολοκληρώνεται κι ίσως να δικαιώνεται πρακτικά με τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, ή κι ακόμη, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις να ενέχουν γνήσια και επαρκή στοιχεία, μιας πράγματι πνευματικής καλλιέργειας, που, με τη θεσμική καθιέρωσή τους, να τα κατεργάζονται και να τα διοχετεύουν σε ένα κοινό ευρύτερης αποδοχής. Δυστυχώς, στους καιρούς μας, μια τέτοια ουσιαστική σχέση, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, δεν φαίνεται να ευνοείται από την ίσαμε τώρα πρακτική εφαρμογή αυτού του νεοσύστατου θεσμού των λεγόμενων «πολιτιστικών εκδηλώσεων».
Για να είμαι σαφής και δίκαιος, θα επιθυμούσα να σταθώ για λίγο και να προσδιορίσω επαρκώς την έννοια: «πολιτιστικές εκδηλώσεις». Πολύ πιο πριν η πολιτεία αναλάβει να υιοθετήσει προγράμματα ενίσχυσης και προώθησης παρόμοιων εκδηλώσεων, όπως στην αθηναϊκή κοινωνία της αρχαιότητας ο θεσμός της λεγομένης «χορηγίας», οι προικισμένοι πολίτες κάθε χώρας, είτε σαν μονάδες είτε σαν ομάδες, με δική τους πρωτοβουλία, από δική τους πνευματική ανάγκη, και για δική του αισθητική χαρά, διοργάνωσαν συγκεντρώσεις ή συνεδρίες με στόχο αυτού του είδους τη διακίνηση των ιδεών. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ανάμεσα στην επιθυμία των ενδιαφερομένων και την ικανοποίησή της, δε μεσολαβούσε άλλων παράγων, που να αλλοίωνε τη γνησιότητα της πρόθεσής τους και να την οδηγούσε σε άλλου είδους ιδιοτελείς εκτροπές. Η πιθανότητα παιζόταν στην «επιτυχία-αποτυχία», κι όχι στη «γνησιότητα-παραχάραξη».
Κι ήλθε κάποτε το κράτος να αναλάβει την επίπονη κι ίσως δυσβάσταχτη οικονομικά, και γι’ αυτό ατελέσφορη πολλές φορές, προσφορά των ιδιωτών. Και καθιέρωσε γιορτές και διοργάνωσε συγκεντρώσεις και επιχορήγησε συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις και θυμήθηκε τιμητικές επετείους και χρηματοδότησε τηλεοπτικές εκπομπές και κάλεσε τον κόσμο σε πνευματική συμμετοχή κι ανάταση. «Άρτον και θεάματα» πρόσφεραν οι Ρωμαίοι στους ιπποδρόμους τους. «Θέαμα και πνεύμα» θα μπορούσαν να επαίρονται οι σύγχρονες κυβερνήσεις ότι χορηγούν στα πλήθη των φιλοθεαμόνων. Και η ευγενική χειρονομία θα ήταν τις περισσότερες φορές άξια να χειροκροτηθεί, αν… Κι εδώ ακριβώς, σ’ αυτό το σημείο, θαρρώ εγγίζουμε τον θερμό πυρήνα του θέματός μας.
Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, διά μέσου των εποχών και απανταχού της γης εκμεταλλεύτηκαν χωρίς πρόσχημα και χωρίς αιδώ την ανάγκη των πολιτών για πνευματική ζωή, με ιδιοτέλεια και σύστημα, που απέβλεπε στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Αυτό, άλλωστε, επιδίωκαν οι εμπνευστές του, την πνευματική τους υποδούλωση. «Με την παράσταση θηλιά // θα πιάσω τη συνείδηση του βασιλιά», λέει ο Σαίξπηρ. Κι όχι μόνο έπιασαν αλλά και αλλοτρίωσαν τη συνείδησή του. Όλοι οι ελεύθεροι πνευματικοί δημιουργοί, όσοι στάθηκαν τυχεροί και πρόφτασαν να δραπετεύσουν, κατάφεραν να γλιτώσουν απ’  αυτού του είδους την αισθητική επιμόρφωση.
Στα δημοκρατικά πολιτεύματα το φαινόμενο δεν είναι τόσο οδυνηρό ούτε και δρα με την ίδια νομοτέλεια. Και η συμμετοχή των επιμορφωνομένων δεν είναι εμφανώς υποχρεωτική. Η σοφή και πεπειραμένη κομματική μηχανή έχει επινοήσει πολλούς τρόπους για να εξασφαλίσει το αδιάβλητο της ανιδιοτέλειας και οι πολιτιστικές εκδηλώσεις συντελούνται, αφού έχουν τηρηθεί τυπικά όλες οι δημοκρατικές διαδικασίες. Το καλό του λαού υπεράνω όλων! Σαράντα χρόνια όμως λογοκρισίας σημάδεψαν στον τόπο αυτό το έργο των πνευματικών δημιουργών ανεξίτηλα. Τα χρόνια που επακολούθησαν κατήργησαν ίσως τη δυνατότητά της να επεμβαίνει καταλυτικά στην έκφραση των ιδεών, αλλά εισήγαγαν μια λογοκρισία πολύ πιο επικίνδυνη, για τους αμύητους, από τη φανερή. Είναι αυτή της βαθμιαίας αλλοτρίωσης, που επιτυγχάνεται με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και με τις «στημένες», τις περισσότερες φορές, «πολιτιστικές εκδηλώσεις».
Χρέος του πνευματικού ανθρώπου είναι να δυσπιστεί. Και θεμιτή η απόφασή του να παραμένει ευτυχώς ασυγκίνητος τις περισσότερες φορές από τέτοιου είδους ευκαιριακές «προσφορές». Η πνευματική ελευθερία ριζώνει και καρποφορεί πιο γόνιμα στη μοναξιά της.
(Nτίνος Δημόπουλος, περ. ΕΥΘΥΝΗ, τ. 280, σελ. 153) 


Θέματα
Α. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου (110-120 λέξεις).
Β1. Να αναπτύξετε σε μία παράγραφο 80-90 λέξεων το περιεχόμενο του αποσπάσματος: «Η πνευματική ελευθερία ριζώνει και καρποφορεί πιο γόνιμα στη μοναξιά της».
Β2. Να βρείτε στο κείμενο μία περίπτωση επίκλησης στην αυθεντία και μία περίπτωση επίκλησης στο συναίσθημα με ειρωνεία.
Β3. Στις δύο τελευταίες παραγράφους ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μία φορά το θαυμαστικό και τρεις φορές τα εισαγωγικά. Τι επιδιώκει σε καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις;
Β4. α. υιοθετήσει, παραχάραξη: Να γράψετε στο τετράδιό σας τέσσερις (4) προτάσεις, στις οποίες να χρησιμοποιήσετε τις λέξεις που σας δίνονται, μία φορά με τη μεταφορική και μία με την κυριολεκτική τους σημασία.
β. επαίρονται, αιδώ, το αδιάβλητο, ανεξίτηλα: Σχηματίστε τέσσερις (4) φράσεις με τις παραπάνω λέξεις, ώστε να φαίνεται η σημασία τους.
Γ. Κάθε καλοκαίρι διεξάγονται σε πολλές περιοχές της χώρας μας ποικίλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στα πλαίσια διάφορων φεστιβάλ. Να αξιολογήσετε τη συμβολή τους στην πολιτιστική ζωή του τόπου μας και να τονίσετε το ρόλο των νέων ανθρώπων στην πετυχημένη διεξαγωγή τους. Το κείμενό σας να έχει τη μορφή ομιλίας που εκφωνείτε σε εκδήλωση του Δήμου της περιοχής σας με θέμα την πρωτοβουλία ορισμένων συνομηλίκων σας για την καθιέρωση ετήσιων πολιτιστικών εκδηλώσεων κατά τους θερινούς μήνες.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Aκρωτήρι Θήρας. Μια πολιτεία ξανά επισκέψιμη.

"Bγήκες από τα σωθικά της βροντής
Ανατριχιάζοντας μεσ' στα μετανιωμένα σύννεφα
Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη
Ζήτησες πρωτομάρτυρα τον ήλιο
Για να αντικρύσετε μαζί τη ριψοκίνδυνη αίγλη
Ν' ανοιχτείτε σε μια σταυροφόρα ηχώ στο πέλαγος"
                    Ωδή στη Σαντορίνη, Ο. Ελύτης

Την προηγούμενη εβδομάδα (11/04/2012) άνοιξε για το ευρύ κοινό ο αρχαιολογικός χώρος του προϊστορικού οικισμού του Ακρωτηρίου στη Σαντορίνη έπειτα από 7 ολόκληρα χρόνια. Οι εργασίες αποπεράτωσης του νέου βιοκλιματικού στεγάστρου ολοκληρώθηκαν και παρά την έλλειψη του αναγκαίου εποπτικού υλικού, το οποίο ετοιμάζεται από τον καθηγητή Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Παν/μίου Αθηνών κι υπεύθυνου των ανασκαφών Χ. Ντούμα, οι επισκέπτες της Σαντορίνης μπορούν να βιώσουν την μοναδική εμπειρία να περιδιαβούν τα στενά και τις πλατείες ενός ακμαίου αστικού οικισμού με υψηλό βιοτικό επίπεδο. Οικίες διώροφες, τριώροφες, ανοιχτές πλατείες, καταστήματα αγγείων βρίσκονται μπροστά μας σε απόσταση αναπνοής και μας καλούν να γνωρίσουμε τον τρόπο ζωής των κατοίκων αυτού του παραθαλάσσιου κέντρου της Υστεροκυκλαδικής Περιόδου που καταστράφηκε από την ισχυρότατη ηφαιστειακή έκρηξη του 17ου αι. π.Χ. Το εξαιρετικά οργανωμένο Προϊστορικό Μουσείο στην πόλη των Φηρών, με τα εντυπωσιακά ευρήματα των ανασκαφών, συμπληρώνει την εικόνα μιας κοινωνίας κοσμοπολίτικης και ακμαίας που, έχοντας επιλύσει τα βιοτικά της προβλήματα, αναζητούσε το «ευ ζην».


Το νέο στέγαστρο, εντυπωσιακότατο ως κατασκευή, αλλά και ο εξαιρετικά προσεγμένος περιβάλλων χώρος δείχνουν πως οι μελέτες που προηγήθηκαν και η υλοποίησή τους έγιναν από ανθρώπους που σέβονται την πολιτιστική κληρονομιά μας.
Μοναδική παραφωνία η εικόνα εγκατάλειψης του Αρχαιολογικού Μουσείου Θήρας. Η δικαιολογημένα λαμπρή προβολή του Κυκλαδικού Πολιτισμού φαίνεται πως έχει οδηγήσει σε αδικαιολόγητη αδιαφορία για τα ευρήματα των ανασκαφών της Αρχαίας Θήρας. Τοίχοι γεμάτοι υγρασία, ελλείψεις ενημερωτικού υλικού και προθήκες που παραπέμπουν στη δεκαετία του 1970 συνιστούν μια θλιβερή αντίθεση προς το τεχνολογικό θαύμα που προστατεύει τον ανασκαφικό χώρο του Ακρωτηρίου.
Για περισσότερες φωτογραφίες, κάντε κλικ εδώ:
https://docs.google.com/presentation/d/1QFC7pWy8uderFUkTNnLX3ROgGYmSsJtt885ulhTTR6c/edit

Ευχαριστούμε ιδιαιτέρως το φίλο Θοδωρή Μπαμπλέκο για τη φιλοξενία του στα υπόσκαφα της Οίας

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Πλακάτ με σκουπόξυλο (απόσπασμα)

[Αφιερωμένο σε όσους απόψε δεν περιμένουν καμιά ανά(σ)ταση...]

... Ανήμερα μεγάλη Πέμπτη ο Πέτρος Φράγκος, ο καλύτερος φίλος του ο μοναδικός του φίλος, σκοτώθηκε σ' ένα γιαπί στην Παπαδιαμάντη, δυο βήματα απ'το παλιό νεκροταφείο της Νίκαιας. Ηλεκτροπληξία. Δεν έμεινε στον τόπο. Πέθανε δυο μέρες μετά, το μεγάλο σαββατόβραδο, στο νοσοκομείο στην εντατική του Κρατικού...
... Κάηκαν όλα μέσα του, είπαν οι γιατροί. Το δέρμα είχε ξεκολλήσει από τις πατούσες του κι έμοιαζαν λέει τα πόδια του σαν παπούτσια χωρίς σόλες. Εκείνες τις δυο μέρες ο Γιάννης μπήκε στην εντατική τρεις ή τέσσερις φορές και κάθε φορά φορούσε μάσκα γάντια και πλαστικά καλύμματα στις μπότες του - καινούργιες μπότες και ζεστές, με σόλες γερές κι απείραχτες - και κάθε φορά στεκόταν πλάι στο κρεβάτι και έβλεπε το χέρι του Πέτρου ή το πόδι του να τινάζονται ξαφνικά, δυο και τρεις φορές απανωτά και κάθε φορά ο Γιάννης βούρκωνε και για να πάρει θάρρος έλεγε από μέσα του μισόλογα από τίποτα παλιές προσευχές που τις είχε ξεχάσει. Αλλά δεν ήταν δουλειά του θεού τα τινάγματα. Ήταν το ρεύμα που τίναζε το κορμί του Πέτρου - τόσο πολύ ρεύμα είχε μείνει μέσα στο κορμί του...
... Βρήκε ένα χοντρό μαύρο μαρκαδόρο και γονάτισε στο χαλί και αναρωτήθηκε τι έπρεπε να γράψει στο χαρτόνι. Να γράψει κάτι που δείχνει θυμό ανείπωτο και μίσος και αγάπη και απόγνωση, όλα μαζί. Ή να γράψει ένα σύνθημα στεγνό, απ' αυτά που γράφουν για τα εργατικά ατυχήματα, για τους ανθρώπους που πεθαίνουν στη δουλειά. Ή να γράψει κάτι σαν αυτά που γράφουν πάνω στους τάφους των αδικοχαμένων ή εκείνων που πεθαίνουν νέοι. Κάτι για το θεό και την ψυχή κάτι για τους αγγέλους και την άλλη ζωή.
Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να γράψει κάτι όχι για τον Πέτρο μα για τον Γιάννη.
Είμαι γεμάτος  μ' ένα απίστευτο κενό.
...

[Από το βιβλίο του Χ. Οικονόμου, "Κάτι θα γίνει, θα δεις"]

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

"H τελευταία βαπτιστική" , Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΝ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ

Ἂν ἄλλη τις χρηστὴ γυνὴ εἶδέ ποτε καλὰ νοικοκυριὰ εἰς τὰς ἡμέρας της, ἀναντιρρήτως εἶδε τοιαῦτα καὶ ἡ θεια-Σοφούλα Κωνσταντινιά, σεβασμία οἰκοδέσποινα ἑβδομηκονταετής, κάτοικος παραθαλασσίου κώμης εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου.
Τὴν ἐκάλουν κοινῶς Σαραντανού, καὶ πολλοὶ ὑπέθετον ὅτι τὸ ἐπίθετον τοῦτο τῇ ἀπεδόθη, διότι δῆθεν εἶχεν ἴσον μὲ σαράντα γυναικῶν νοῦν, ὅπερ δὲν ἐνομίζετο ὑπερβολή. Ἄλλοι ὅμως ἔλεγον ὅτι ἡ λέξις ἐσχηματίσθη κατὰ συγκοπὴν ἐκ τοῦ Σαραντανοννού, ἤτοι νοννὰ μὲ σαράντα βαπτιστικούς.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι, ἂν δὲν εἶχε φθάσει εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, δύο ἢ τρεῖς μονάδες τῆς ἔλειπον, καὶ ἤλπιζε προσεχῶς νὰ συμπληρώσῃ τὴν τεσσαρακοντάδα. Ὁμολογητέον δὲ ὅτι αὐτὴ κατ᾽ ἀρχὰς εἶχε βαπτίσει οἰκειοθελῶς μόνον πέντε ἢ ἓξ νήπια τῶν γειτόνων της, ὅσα καὶ πᾶσα ἄλλη καλὴ οἰκοκυρὰ συνήθως βαπτίζει. Ἀλλ᾽ ὅταν ἅπαξ ἐγνώσθη καὶ ἀπεδείχθη ὅτι εἶχε καλὸ χέρι, τότε ὅλαι αἱ γειτόνισσαι, συγγενεῖς, παρασυγγενεῖς, κολλήγισσαι, ἤρχισαν νὰ τὴν πολιορκοῦν.

Εἶχε πάρει καλὸ ὄνομα, ὅτι τῆς ἐζοῦσαν τὰ παιδιά, ὅσα ἀνεδέχετο ἐκ τῆς κολυμβήθρας. Εἶναι δὲ τόσον σπουδαῖον νὰ εὑρεθῇ νοννὰ «νὰ τῆς ζοῦν τὰ παιδιά», ὅσον καὶ ἱερεὺς «νὰ πιάνῃ τὸ διάβασμά του».

Ἡ θεια-Σοφούλα ὅμως ὑπέφερε μετὰ χάριτος τὴν ἀγγαρείαν ταύτην. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ φωτίκια* εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, χιτὼν καὶ κουκούλιον μετὰ σταυροῦ, καθὼς καὶ τὰ μαρτυριάτικα*, ἐαρινὴ βροχὴ λεπτῶν καὶ διλέπτων διὰ τοὺς ἀγυιόπαιδας, ἐκόστιζαν ἐν ὅλῳ δέκα γρόσια.
Ἡ θεια-Σοφούλα ὡμοίαζε μὲ τὴν ἐπιμελῆ ἀνθοκόμον, ἥτις δὲν ἀρκεῖται νὰ φυτεύῃ μόνον τὰ ἄνθη της, ἀλλὰ τὰ περιθάλπει καὶ τὰ καταρδεύει. Ἠγάπα τὰ πνευματικά της τέκνα ὡς τέκνα της ἐγκαρδιακά, τὰ ἐθώπευε, τὰ ἐφίλευε, καὶ τὰ ἐπαιδαγώγει.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντής, ὁ πρῶτος γρινιάρης τοῦ χωρίου, δὲν συνεμερίζετο τὴν ἀδυναμίαν ταύτην τῆς συζύγου του.
― Ἄ, μπράβο! φίλευέ τα τ᾽ ἀναδεξίμια σου, μουρή!… ἐγόγγυζεν ἑκάστοτε, ὁσάκις τὴν ἔβλεπε μεριμνῶσαν περὶ τῶν ἀναδεκτῶν της· ηὗρες κι ἁλωνίζεις, μουρή!…
Ἡ θεια-Σοφούλα ὀλίγον ἀνησύχει περὶ τῆς ἰδιοτροπίας ταύτης τοῦ συζύγου της, ὅστις ἦτο ἀγαθὸς ἄνθρωπος εἰς τὰς καλάς του ὥρας. Ἔπειτα ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὴς σπανίως ἐφαίνετο ἐν τῇ πολίχνῃ. Ἀφότου ἔπαυσε τὰ θαλάσσια ταξίδια, ἠσχολεῖτο ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του. Κατὰ πᾶσαν πρωίαν ἵππευεν ἐπὶ τοῦ εὐρώστου ἡμιόνου του, ἐτρέπετο εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ ἐπανήρχετο μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου.
Κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, περὶ τὰ 184…, ἡ θεια-Σοφούλα εἶχε φθάσει εἰς τὸ τριακοστὸν ἔνατον βαπτιστικόν. Ἓν μόνον τῇ ἔλειπε διὰ νὰ τὰ κάμῃ σαράντα, πρὸς ἀνάπαυσιν τῆς συνειδήσεώς της. Ἐβάπτιζεν ἀδιακρίτως ἄρρενα καὶ θήλεα, ἀλλ᾽ ἐφρόντιζε νὰ δίδῃ ἀκριβεῖς σημειώσεις εἰς τοὺς ἱερεῖς καὶ πνευματικούς, διὰ νὰ μὴ τυχὸν γίνῃ κανὲν συνοικέσιον εἰς τὸ μέλλον μεταξὺ δύο ἑτεροφύλων ἀναδεκτῶν, καὶ κολασθῇ ἡ ψυχή της.
Κατ᾽ ἔτος τὴν Μ. Πέμπτην, μεγίστη κίνησις ἐγίνετο ἐν τῇ εὐρυχώρῳ αὐλῇ τῆς οἰκίας. Ἡ θεια-Σοφούλα ἀνεσφουγγώνετο* μέχρις ἀγκώνων, καὶ ἐζύμωνε μόνη της τὰς τριάκοντα ἐννέα αὐγοκουλούρας διὰ τοὺς τοσούτους βαπτιστικούς της… Ἀλλὰ πλὴν τῶν βαπτιστικῶν ὑπῆρχον καὶ τὰ ἐγγόνια καὶ τὰ δισέγγονα, καὶ ταῦτα δὲν ἦσαν ὀλιγάριθμα.
Ἐν συνόλῳ ἐχρειάζετο ἑβδομήκοντα καὶ πλέον κοκκῶνες*, δηλ. παιδικὰς κουλούρας, διὰ τοὺς βαπτιστικούς, διὰ τοὺς ἐγγόνους καὶ τὰ δισέγγονα. Εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον δὲν συμπεριλαμβάνονται αἱ μεγαλύτεραι κουλοῦραι, τὰς ὁποίας παρεσκεύαζε διὰ τὰς συντεκνίσσας, διὰ τὰς ἀνεψιὰς καὶ δισεξαδέλφας της.
Μέγας δὲ ἐβόμβει ὁ ἑσμὸς τῶν ἀναδεκτῶν καὶ δισεγγόνων περὶ τοὺς ἀνθῶνας τῆς αὐλῆς κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Ἀπὸ τῆς τρίτης ὥρας τοῦ δειλινοῦ, καθ᾽ ἣν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὴς ἐξηγείρετο τοῦ μεσημβρινοῦ ὕπνου, μὲ δριμεῖαν ἐπικαθημένην τῆς ρινὸς τὴν χολήν, καὶ ἐφόρει τὸ τσόχινον βρακίον του, ἐπύργωνεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μεγαλοπρεπὲς τὸ τυνησιακὸν φέσι του, ἐλάμβανεν ὡς σκῆπτρον τὴν μεγάλην ἠλεκτρόστομον τσιμπούκαν του, ἀνήρτα ἀπὸ τῆς ὀσφύος βαθύκολπον τὴν μεταξωτὴν καπνοσακκούλαν, καὶ κατήρχετο εἰς τὸ καφενεῖον νὰ εἰσπνεύσῃ τὴν θαλασσίαν αὔραν, ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης ἡ εὐρεῖα καὶ τετράγωνος αὐλὴ παρεδίδετο ἐξ ἐφόδου εἰς τὴν λεηλασίαν τῶν βαπτιστικῶν καὶ τῶν δισεγγόνων. Μεγίστην εὐτυχίαν καὶ ἀνήκουστον ἡδονὴν ἐνόμιζον τότε τὰ παιδία τῆς γειτονιᾶς, ἂν κατώρθωνον νὰ παρεισδύσωσιν εἰς τὸ προαύλιον τῆς θεια-Σοφούλας, ὅπερ ἐθεωρεῖτο ὡς μυθῶδές τι. Πολλὰ αὐτῶν προέτεινον τὰς κεφαλὰς διὰ τῶν σχισμῶν τῆς κλειστῆς αὐλείου θύρας, ἥτις ἐμοχλεύετο ἔσωθεν ὑπὸ τῶν ζηλοτύπων βαπτιστικῶν διὰ τοὺς μὴ ἔχοντας ἔνδυμα γάμου. Ἄλλα παιδία τολμηρότερα ἀνεῖρπον εἰς τὸν θριγκὸν τοῦ τοίχου τῆς αὐλῆς καὶ εὕρισκον τρόπον νὰ εἰσπηδήσωσιν ἐκεῖθεν εἰς τὰ ἔνδον. Ἀλλ᾽ ἀλλοίμονον ἂν παρετηροῦντο ὑπὸ τῶν ἀγρύπνων εὐνοουμένων. Ἀπεδιώκοντο μὲ τσιμπήματα καὶ μὲ δοντιές, ὡς ὁ κηφὴν ὑπὸ τῶν μελισσῶν.
Τὴν Μεγάλην Πέμπτην τοῦ ἔτους 185… ὅλοι οἱ ἀναδεκτοὶ ἦσαν συνηγμένοι ἐν τῇ αὐλῇ τῆς γραίας Σοφούλας. Ὁ πρεσβύτερος αὐτῶν ἦτο ἤδη νεανίας εἰκοσαετής, τὸ δὲ νεώτερον ἦτο κοράσιον διετές, εἰς ὃ ἡ νοννὰ εἶχε δώσει τὸ ὄνομά της. Τὸ βρέφος τοῦτο ἦτο τὸ τεσσαρακοστὸν πνευματικὸν γέννημα τῆς θεια-Σοφούλας.
Είχε γεννηθῆ τέλος τὸ ἀπὸ πολλοῦ προσδοκώμενον τοῦτο συμπλήρωμα τοῦ προωρισμένου ἀριθμοῦ, καὶ ἦτο τὸ χαδευμένον τῆς θεια-Σοφούλας. Ἡ νοννὰ ἔτρεφε φιλοδόξους σκοποὺς ὡς πρὸς τὸ μέλλον τοῦ θυγατρίου τούτου. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὴς ἐξ ὅλων τῶν ἀναδεκτῶν μόνον τὸ μικρὸν τοῦτο ἠνείχετο. Ἡ στοργὴ ὅμως τῆς θεια-Σοφούλας πρὸς αὐτὸ ἔφθανε μέχρι παραφροσύνης.

Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ θεια-Σοφούλα ἦτο κλειστὴ εἰς τὸ ἰσόγειον καὶ ἐζύμωνεν. Ἐκ τῶν παιδίων τινὰ τὴν ἐπολιόρκουν ἔξωθεν τῆς θύρας παραμονεύοντα.

Τὰ πλεῖστα ὅμως ἔπαιζον ταραχωδῶς περὶ τὸν ὑπερμεγέθη ληνόν, πλησίον τοῦ ἐλαιοτριβείου, τὸ κρυφτάκι, καὶ ἄλλα ἐθορύβουν περὶ τὰς κιγκλίδας τοῦ κήπου καὶ πλησίον τοῦ φρέατος.
Ἡ μικρὰ Σοφούλα, ἥτις ἦτο μόλις διετής, ὡς εἴπομεν, ἐξέπεμπε χαρμοσύνους κραυγάς, ἐψέλλιζεν ὡς νεοσσὸς χελιδόνος, καὶ ἔτρεχε καὶ αὐτὴ κατόπιν τῶν ἄλλων παιδίων. Ἡ νοννά της ἐζήτησεν κατ᾽ ἀρχὰς νὰ τὴν κρατήσῃ πλησίον της, ἀλλ᾽ ἡ μικρὰ ἐστενοχωρήθη, καὶ ἀπῄτησε νὰ ἐξέλθῃ.

―  Νὰ πάω κ᾽ ἐγὼ νὰ παίξω, νοννά μου;

―  Τί νὰ παίξῃς ἐσύ;

―  Τὸ κλυφτάκι, νοννά μου! ἐτραύλισεν ἡ μικρά.

―  Δὲν παίζουν τὰ κορίτσια τὸ κρυφτάκι, τῇ εἶπεν αὐστηρῶς ἡ νοννά.
Ἡ μικρὰ δὲν ἐμεμψιμοίρησε μέν, ἀλλὰ ἐσκυθρώπασεν. Ἰδοῦσα τοῦτο ἡ νοννά, ἔκραξε τὴν Ἀθηνιώ, εἰκοσαετῆ τὴν ἡλικίαν, δουλεύτραν της, ἥτις ἦτο καὶ αὐτὴ μία τῶν βαπτιστικῶν της καὶ τῇ ἐνεπιστεύθη τὴν μικράν, συστήσασα αὐτῇ αὐστηρὰν ἐπαγρύπνησιν.
Ἀλλ᾽ ἡ Ἀθηνιὼ ἐλησμόνησεν ἅμα ἀκούσασα τὴν σύστασιν τῆς κυρίας της, καὶ ἐπειδὴ εἰς τὰς πεζούλας ἐκάθηντο τέσσαρες ἢ πέντε γειτόνισσαι, καὶ γνωρίζομεν πόσον περισπούδαστος εἶναι ἡ συνδιάλεξις τῶν ἀέργων γυναικῶν, ἐκάθισε πλησίον αὐτῶν, καὶ ἄφησε τὴν μικρὰν Σοφούλαν νὰ τρέχῃ.

Δὲν ἤρκεσε τοῦτο, ἀλλὰ παραγγελθεῖσα ὑπὸ τῆς κυρίας της νὰ ἀντλήσῃ ὕδωρ ἐκ τοῦ φρέατος, ἐγέμισε μὲν τὴν στάμνον, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισε νὰ κλείσῃ τὸ στόμιον τοῦ φρέατος, ὅπως τὸ εὗρε κεκλεισμένον, τὸ ἄφησε δὲ ἀνοικτόν. Ἀπροσεξία εἰς ἣν οὐδέποτε θὰ ὑπέπιπτεν ἡ γραῖα Σοφούλα ἢ ἄλλη φρόνιμος γυνή. Μή τις δὲ ἀμφιβάλῃ ὅτι τὴν σύστασιν ταύτην ἡ γραῖα ἔκαμε χιλιάκις εἰς τὴν δουλεύτραν της, ἀλλ᾽ ἡ Ἀθηνιὼ δὲν ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν γυναικῶν αἵτινες καθίστανται προσεκτικαί.

Εἰς τὴν ἀκμὴν λοιπὸν τῆς πλήρους ἐνδιαφέροντος συνδιαλέξεώς των, ἤκουσαν αἴφνης αἱ εἰς τὴν πεζούλαν καθήμεναι γυναῖκες κρότον τινά, ὡς πλατάγησιν σώματος πίπτοντος εἰς ὕδωρ, καὶ συγχρόνως πεπνιγμένην κραυγήν, καὶ μετ᾽ αὐτὴν δευτέραν κραυγὴν δυνατωτέραν.
Αἱ γυναῖκες ἀνωρθώθησαν αὐτομάτως.
Ἀλλὰ πρὶν αὐταὶ κινηθῶσιν, ἡ θύρα τοῦ ἰσογείου ἠνοίχθη μετὰ κρότου, καὶ ἡ θεια-Σοφούλα, ἔντρομος, ἀνυπόδητος, μὲ τὲς κάλτσες μόνον, γυμνώλενος, μὲ τὰς χεῖρας ζυμαρωμένας, ἔτρεξε πρὸς τὸ φρέαρ κράζουσα:

―  Τὸ κορίτσι! τὸ κορίτσι!

Διὰ τῆς εἰς τὴν στοργὴν ἰδιαζούσης μαντείας, ἡ θεια-Σοφούλα ἐνόησεν ἀμέσως ὅτι ἡ μικρά της βαπτιστικὴ εἶχε πέσει ἐντὸς τοῦ φρέατος. Καὶ τῷ ὄντι δὲν ἠπατᾶτο.
Ἐνῷ ἔτρεχεν ἡ Σοφούλα, ἰδοῦσα 〈τὸ〉στόμιον τοῦ φρέατος ἀνοικτόν, ἐπλησίασε, προσεκολλήθη ἐπὶ τοῦ χθαμαλοῦ ξυλίνου φραγμοῦ, εἶδεν ἐπὶ τοῦ ὕδατος εἰκονιζομένην τὴν ἀγγελικὴν ξανθὴν μορφήν της, ἤρχισε νὰ τῇ προσμειδιᾷ, ἔκυψεν ὑπερμέτρως, ὠλίσθησεν ἐπὶ τῆς στιλπνῆς ὡς ἐκ τῆς συχνῆς προστριβῆς τοῦ σχοινίου σανίδος, καὶ ἔπεσε κατακέφαλα ἐντὸς τοῦ φρέατος.
Αἱ ἄλλαι γυναῖκες, καὶ ἡ Ἀθηνιὼ μετ᾽ αὐτῶν, καθ᾽ ὑπερβολὴν διαστέλλουσαι τοὺς βραχίονας, ἔτρεξαν κατόπιν τῆς θεια-Σοφούλας.

―Ἕναν κουβά! ἕνα γιουρδέλι! ἐκραύγαζεν ἔκφρων ἡ γραῖα Σοφούλα.

―Ἕνα τσιγγέλι! ἔκραξε καὶ ἡ Ἀθηνιὼ σκοτισμένη· (ὡς νὰ εἶχε πέσει δηλ. εἰς τὸ φρέαρ τὸ ἰβάνιον, δι᾽ οὗ ἀντλοῦσιν ὕδωρ).

―  Τὰ τσιγγέλια νὰ σὲ τραβοῦν, σκύλα! τῇ ἔκραξε μὲ κεραυνοβόλον βλέμμα ἡ θεια-Σοφούλα. Μοῦ ἔπνιξες τὸ παιδί.
Ἡ γραῖα τῷ ὄντι δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ δυστύχημα ὠφείλετο εἰς τὴν ἀπροσεξίαν τῆς δουλεύτρας της.
―  Νὰ κατεβῶ ἐγὼ στὸ πηγάδι, νοννά, τῇ εἶπεν ἡ Ἀθηνιώ.
Ἐπειδὴ ἐβράδυνε νὰ φανῇ πουθενὰ κουβάς, διότι εἶναι γνωστὸν πόσον τὰ χάνουν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς δεινὰς περιστάσεις, καὶ ἐνῷ μία τῶν γυναικῶν ἔτρεχεν ἀπ᾽ ἐκεῖ, ἄλλη ἀπ᾽ ἐδῶ, καὶ ἡ μικρὰ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπνίγετο, ἡ θεια-Σοφούλα ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἀθηνιὼ τὴν χάριν ταύτην. Ἤξευρε δὲ ἄλλως, ὅτι εἰς τοῦτο, καθὼς καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν εἰς τοὺς ἄνδρας μᾶλλον ἁρμόζουσαν, ἦτο ἐπιτηδεία.

Ἡ Ἀθηνιὼ λοιπὸν ἐσήκωσε τὰ φουστάνια της ὑπεράνω τοῦ γόνατος, καὶ πατοῦσα εἰς τὰς γνωστὰς αὐτῇ ἐσοχὰς τοῦ ἐσωτερικοῦ λιθοκτίστου τοῦ φρέατος, τὰς ἐπίτηδες κατασκευαζομένας εἰς πᾶσαν ὀρυχὴν φρέατος, κατῆλθε μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ ὕδατος.
Οὐδαμοῦ ἐφαίνετο ἡ μικρά.

Τὸ βάθος τοῦ ὕδατος ἦτο τρὶς ἴσον μὲ ἀνάστημα ἀνδρός, καὶ ἡ Ἀθηνιὼ δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ κατωτέρω.
Ἐν τῷ μεταξὺ εὑρέθη καὶ ὁ κουβάς, καὶ κατεβιβάσθη μέχρι τῶν χειρῶν τῆς Ἀθηνιῶς. Αὕτη ἔλαβε τὸ σχοινίον καὶ ἤρχισε νὰ περιστρέφῃ τὸ ἰβάνιον ἐντὸς τοῦ ὕδατος.
Ἡ θεια-Σοφούλα ὠλόλυζε καὶ ἔσχιζε τὰς παρειάς της. Ἡ καρδία της δὲν ᾐσθάνετο πλέον τῆς ἐλπίδος τὴν θαλπωρήν…
Τέλος τὸ ἰβάνιον προσέκοψεν εἰς σῶμά τι ἀνερχόμενον. Ἡ μικρὰ ἀνέβη εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, ἀλλ᾽ ἦτο ἤδη πτῶμα…
Ἡ κεφαλὴ ἦτο δεινῶς μεμωλωπισμένη. Κατενεχθεῖσα σφοδρῶς εἰς τὸ ὕδωρ εἶχε κτυπήσει ἐπὶ τοῦ λίθου, ἐζαλίσθη, κατέπιε πολὺ νερόν, καὶ δὲν ἀνῆλθε ταχέως εἰς τὴν ἐπιφάνειαν…
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ἐπὶ ζωῆς της δὲν ἐπαρηγορήθη ἡ θεια-Σοφούλα διὰ τὸ οἰκτρὸν τοῦτο ἀτύχημα. Ἴσα ἴσα ἡ τελευταία βαπτιστική της!…
Διετήρησε δὲ τὴν πρὸς τὴν ἀθῴαν νεκρὰν στοργήν της μέχρι εὐσεβοῦς προλήψεως. Ζήσασα ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη ἀκόμη, κατεσκεύαζεν ἀνελλιπῶς κατ᾽ ἔτος τῇ Μ. Πέμπτῃ τὴν κοκκώνα τῆς ἀτυχοῦς μικρᾶς, καὶ τὴν Κυριακὴν τοῦ Πάσχα, ἅμα ἐπέστρεφε τὸ πρωὶ ἀπὸ τῆς λειτουργίας τῆς Ἀναστάσεως ἤνοιγε, τότε μόνον, τὸ ἄχρηστον μεῖναν φρέαρ καὶ ἔρριπτεν εἰς τὸ ὕδωρ τὴν κοκκώναν καὶ τὰ κόκκινα αὐγὰ τῆς μικρᾶς Σοφούλας της.
Ἐβεβαίου δὲ ἡ ἀγαθὴ γυνή, ὅτι ἀνεξήγητος εὐωδία ἀνήρχετο τότε ἀπὸ τοῦ ὕδατος, ὡς θυμίαμα ἀθῴας ψυχῆς ἀναβαῖνον πρὸς τὸν θεάνθρωπον Πλάστην.

(1888)



Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Προσχέδιο Π.Δ. Για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών

Από την «κρησάρα» της αξιολόγησης θα περάσουν υποχρεωτικά από τη νέα σχολική χρονιά χιλιάδες δάσκαλοι και καθηγητές, ενώ το «εισιτήριο» της μονιμοποίησης θα εξασφαλίσουν μόνο όσοι νεοδιόριστοι καταφέρουν να ανταποκριθούν στις αυξημένες, πλέον, απαιτήσεις.
Συνέχεια, εδώ > http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12333&subid=2&pubid=112846853

Επαναληπτικά θέματα (5) Ν. Γλώσσας Γ' Λυκείου



Για περισσότερα εδώ > http://issuu.com/dimichri65/docs/________________________

«Τα σχολεία υπηρετούν την αγορά εργασίας»

Του Χρίστου Τσολάκη


Απόσπασμα από την ομιλία του Χρ. Τσολάκη στο Ι΄ Πανελλήνιο Συνέδριο για τη Γλώσσα με θέμα: «Η γλώσσα της παιδείας και των μεταρρυθμίσεων»

Τα σχολεία πρέπει να υπηρετούν την παιδεία και όχι την αγορά εργασίας. Δεν μπορεί να υπάρξει παρά μία μεταρρύθμιση, αυτή που θα προσανατολίσει την εκπαίδευση στην παιδεία και που θα αρχίσει μέσα σε ευχάριστα παιδικά κέντρα, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού.
Οι κερδοσκόποι του πλανήτη, οι έμποροι των εθνών, έχουν διολισθήσει μέσα στα σχολεία και οι μαθητές διδάσκονται εκείνα που θα τους είναι χρήσιμα για να υπηρετήσουν την αγορά εργασίας, δηλαδή την αγορά που οι κερδοσκόποι έχουν στήσει για να λυμαίνονται τους λαούς και να πλουτίζουν οι ίδιοι. Δεν θέλουμε αυτά τα σχολεία. Θέλουμε τα σχολεία της παιδείας...
Δεν είναι φρόνιμο να εμπιστευθούμε το μέλλον του κόσμου στο επιχειρησιακό δαιμόνιο, στον βιομηχανικό προγραμματισμό, στον τεχνολογικό υπολογισμό, στην πολιτική προπαγάνδα, στον οικονομικό ιμπεριαλισμό, στις απροσχεδίαστες ή προσχεδιασμένες κοινωνικοποιήσεις που υποκρύπτουν πολιτικές ή και άλλες σκοπιμότητες.
«Οι λαοί της γης δεν είναι προσανατολισμένοι προς την παιδεία. Η εκπαίδευση και τα σχολεία υπηρετούν την αγορά εργασίας. Για να μεταστραφούν τα πράγματα θα πρέπει να περάσει κάποτε - και ας γίνει αυτό από την Ελλάδα – η παιδεία στις μικρές ηλικίες», υποστήριξε ο κ. Τσολάκης, ο οποίος επανέλαβε την πρότασή του για την ίδρυση Κέντρων του Παιδιού. Σε αυτά θα μπορούν να εγγράφονται όλα τα παιδιά, ηλικίας 2,5-3 ετών, τα οποία θα μαθαίνουν τη γλώσσα και θα δέχονται σωστή παιδεία. «Αυτά τα παιδιά, καθώς θα μεγαλώνουν και θα φτάνουν στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, θα είναι άλλοι άνθρωποι. Πρέπει, λοιπόν, να αλλάξουμε τον άνθρωπο ξεκινώντας από τα γεννοφάσκια του», τόνισε ο κ. Τσολάκης εξηγώντας ότι παιδεία είναι «να πραγματώνει ο άνθρωπος τον ανώτερο εαυτό του».
Ο ομότιμος καθηγητής χαρακτήρισε τους πολιτικούς «κατώτερους των περιστάσεων», ενώ έσπευσε να προσθέσει: «Δεν τους βάζω όλους στην ίδια κατηγορία. Υπάρχουν και εξαιρέσεις». Ο ίδιος μίλησε για «αστειότητες», αναφερόμενος στις αλλαγές που προωθεί το υπουργείο Παιδείας. «Μία είναι η μεταρρύθμιση. Αυτή που θα προσανατολίσει την εκπαίδευση στην παιδεία και που θα αρχίσει μέσα σε ευχάριστα παιδικά κέντρα, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού», κατέληξε ο κ. Τσολάκης.

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Δοκιμαστικό κριτήριο αξιολόγησης ΚΝΛ Α' Λυκείου

Με ενδεικτικές απαντήσεις
Στα πλαίσια των επικείμενων εξετάσεων, προτείνω στον παρακάτω ιστότοπο ένα κριτήριο αξιολόγησης για τη Λογοτεχνία της Α' Λυκείου, με βάση το νέο Π.Σ. Σκόπιμα περιλαμβάνω μόνο ένα θέμα (από την ενότητα "Τα φύλα στη λογοτεχνία"). Θεωρώ πως θα ήταν πολύ εποικοδομητική η διαδικτυακή συνεργασία όλων όσοι ενεπλάκησαν φέτος με το μάθημα της Λογοτεχνίας, ώστε να δημιουργηθεί μια άτυπη ηλεκτρονική τράπεζα θεμάτων, επιλεγμένων με φαντασία και ευρηματικότητα.
Συνέχεια: εδώ