Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ο επίκαιρος ποιητικός λόγος του N. Calas

Toύτες τις "γκαστρωμένες" μέρες ας ξαναδιαβάσουμε τους στίχους του υπερρεαλιστή ποιητή Ν. Κάλας ("Δεν γράφω για να διαβαστώ, αλλά για να ξαναδιαβαστώ") και ας ξαναδούμε την εξαιρετική εκπομπή από το "ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ". Είναι στιγμές που μες στη φλυαρία και την ασημαντότητα, αφουγκραζόμαστε τον ποιητικό λόγο ανθρώπων που με το έργο τους αποτέλεσαν αληθινούς ταγούς της σκέψης της πρωτοπορίας: transformer le monde, changer la vie. Σήμερα, που αυτό που πεθαίνει δεν χάθηκε ακόμα κι ό,τι κυοφορείται δεν είδε ακόμα το φως, αλήθεια πού βρίσκονται οι πρωτοπορίες εκείνες που θα πιάσουν τον παλμό της εποχής; Ο N. Calas έγραφε κάποτε στον Sherry Mangan, Αμερικανό τροτσκιστή, ποιητή και περιπλανώμενο της επανάστασης ανάμεσα σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική, τα παρακάτω βαρυσήμαντα: Tο μόνο σημαντικό πρόβλημα τώρα είναι η επανάσταση και πρέπει να αφοσιωθούμε ψυχή τε και σώματι στην πολιτική δουλειά...
..........................................................................
Η νεότητα είναι Πρόκληση Χώρος και Βία
Είναι ΦΩΤΙΑ
Οι αντίπαλοί μας είναι εκ των προτέρων καταδικασμένοι να χτίζουν
τεράστιες πυραμίδες
Όλο ψηλότερες
Ποτέ αρκετά ψηλές ώστε να ξεπεράσουν τη στάθμη μιας μαινόμενης Θάλασσας

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Παράλληλο στο κείμενο "Το αμάρτημα της μητρός μου" του Γ. Βιζυηνού

Να εντοπίσετε ομοιότητες περιεχομένου ανάμεσα στο παρακάτω απόσπασμα από το διήγημα του Δ. Βικέλα "Τα δύο αδέλφια" και στην περιγραφή της νυκτερινής παραμονής στην εκκλησία από τη Β΄ ενότητα  του έργου "Το αμάρτημα της μητρός μου" του Γ. Βιζυηνού ("Ενθυμούμαι....αρεστότερος").


Τὸ δωμάτιον εἰς τὸ ὁποῖον ἡ κυρία Σοφία μᾶς ὁδήγησεν, ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ μεθ' ὅλην τὴν γενομένην ἐντὸς αὐτοῦ μεταβολήν, ἐφαίνετο νέας γυναικὸς κοιτών. Τὸ διατί δύσκολον νὰ τὸ διασαφήσω, ἀλλ' ἀμέσως ἐννοήσα ὅτι μᾶς παρεχωρήθη τὸ δωμάτιον τῆς θυγατρὸς τοῦ κυρίου Μελέτη. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἐτόλμησα νὰ ἐκφράσω τὰς περὶ τούτου σκέψεις μου ἐνώπιον τοῦ πατρὸς καὶ τῆς νέας.
Ἑκατέρωθεν τοῦ παραθύρου, πρὸς μὲν τὰ δεξιὰ ἔκειτο κλίνη σιδηρὰ ἁπλουστάτη ἀλλ' ἀποπνέουσα παρθενικόν τι ἄρωμα, ἀριστερόθεν δὲ ὑπῆρχεν ἄλλη κλίνη, στηθείσα ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τρίποδα. Ὅτι δὲ ἐστήθη ἐκεῖ χάριν τῆς περιστάσεως, ἐμαρτύρουν τὰ ὄπισθεν αὐτῆς ἴχνη τοῦ ἑρμαρίου, τὸ ὁποῖον ἐξώσθη τοῦ δωματίου διὰ νὰ τοποθετηθεῖ ἡ κλίνη.
«Πῶς θὰ μοιρασθεῖτε τὰς κλίνας;», εἶπε μειδιὼν ὁ γέρων, ἐνῶ ἡ ἀδελφή του ἔριπτε περὶ ἑαυτὴν τὸ βλέμμα διὰ νὰ ἴδει μὴ λείπει ἢ μὴ ἐλησμονήθη τι.
«Θὰ ρίψομεν κλῆρον», ἀπεκρίθην γελών. «Ἄλλως δὲ καὶ αἱ δύο φαίνονται ἐξαίρετοι καὶ δὲν θὰ μαλλώσομεν μὲ τὸν Νίκον»  […]
 «Νὰ φύγομεν», εἶπε. «Νὰ φύγομεν ἀπ' ἐδῶ μίαν ὥραν ἀρχήτερα!».
«Καλά, Νίκο! Τώρα νὰ φύγομεν δὲν εἶναι δυνατόν. Ἂς περάσομεν τὴν νύκτα καὶ αὔριον βλέπομεν. Ἂς πλαγιάσομεν τώρα».
«Νὰ πλαγιάσομεν! Ποῦ ὕπνος».
Μετὰ κόπου καὶ μόχθου τὸν ἔπεισα, ὄχι νὰ κοιμηθεῖ, ἀλλὰ νὰ ἐκδυθεῖ καὶ νὰ ἐξαπλωθεῖ εἰς τὸ στρῶμα, διὰ νὰ δώσω δὲ τὸ καλὸν παράδειγμα, ἤρχισα νὰ ἐκδύομαι. Ἀνεφύη τότε νέον ζήτημα: Εἰς ποίαν κλίνην θὰ κοιμηθῶ ἐγώ. Ἤθελα νὰ λάβει ἐκεῖνος τὴν σιδηράν, διότι ἐφοβούμην μὴ αἱ σανίδες τῆς ἄλλης χορεύουσαι τὴν νύκτα ἐπάνω εἰς τὰ τρόποδά των δώσουν νέαν ἀφορμὴν ταραχῆς εἰς τὰ ἀρκούντως ἤδη ταραγμένα νεῦρα του. Ἀλλ' ὁ Νίκος δὲν ἐπείθετο. «Ἐγώ, ὁ εἰς ἀνάρρωσιν, ἔπρεπε νὰ λάβω κατοχὴν τῆς καλυτέρας κλίνης − καὶ τί θὰ ἔλεγεν ἡ μήτηρ μου−, καὶ ἐπιτέλους χρεωστῶ νὰ τὸν ὑπακούω διότι ἦτο μεγαλύτερος». Ἐνέδωσα διὰ νὰ δοθεῖ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ὅμως τὴν παρεξέτεινα ἐπίτηδες ἐπὶ ἀρκετὴν ὥραν, ἐπὶ σκοπῷ νὰ δώσω νέαν διεύθυνσιν εἰς τὰς σκέψεις του. Ἐνόμισα δὲ ὅτι τὸ κατόρθωσα ἰδὼν αὐτὸν ἐπιτέλους ἐκθηλυκώνοντα τὰ κομβία του, καὶ ἤρχισα νὰ ἐλπίζω ὅτι θὰ κοιμηθῶμεν.
Ἀλλ' ἀγνοῶ ὑπὸ τίνος σκέψεως κινούμενος, ὁ εὐλογημένος, διέκοψεν αἴφνης τὰς πρὸς κατάκλισιν προετοιμασίας καί, ἀφοῦ πρῶτον ἐκλείδωσε τὴν θύραν, ἐπεδόθη εἰς λεπτομερὴ ἐξέτασιν τοῦ δωματίου. Ἕως καὶ τὰς κρεμαμένας σινδόνας ἀνεσήκωσε διὰ νὰ ἴδει μὴ κρύπτεταί τι ὑπὸ τὰς κλίνας. Ἀφοῦ δὲ ἠρεύνησε τὰ ἐπὶ τοῦ πατώματος, ἤρχισε νὰ ἐξετάζει καὶ τὰ ἐπὶ τῶν τοίχων. Παρηκολούθουν τὰς κινήσεις του ἐν σιωπῇ, μειδιὼν λάθρα διὰ τὴν ἀνησυχίαν του.
Ὑπεράνω τῆς κλίνης του ἐκρέμαντο ἐπὶ τοῦ τοίχου τρεῖς εἰκόνες· ἐν τῷ μέσῳ ἡ Παναγία, ἑκατέρωθεν δὲ ὁ ἅγιος Νικόλαος καὶ ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Κάτωθεν τῶν εἰκόνων ἦτο καρφωμένον ἐπὶ τοῦ τοίχου, διὰ τεσσάρων καρφίων ὀρειχαλκίνων, ὕφασμα ἐπίμηκες κεντητόν. Ἐφαίνεται ὅτι ἐτοποθετήθη ἐκεῖ πρὸς τιμὴν τῶν εἰκόνων ὑπὸ γυναικείας φιλαρέσκου χειρός. Τὸ κέντημα δὲν εἶχε τι τὸ ἀξιοπερίεργον, ἀλλ' ὁ Νίκος τὸ περιειργάζετο μετὰ πολλῆς προσοχῆς. Κρατὼν διὰ τῆς ἀριστερᾶς του λύχνον, ἀνεσήκωνε διὰ τῆς δεξιᾶς τὴν μεταξὺ τῶν καρφίων πλευρὰν τοῦ ὑφάσματος βλέπων τὸ ὑπὸ τὸ κέντημα. Αἴφνης γονατίζει ἐπὶ τῆς κλίνης, πλησιάζει τὸν λύχνον εἰς τὸν τοῖχον καὶ κύπτει τὴν κεφαλὴν διὰ νὰ ἴδει καλύτερα. Ἔπειτα, χωρὶς νὰ προφέρει λέξιν, προσπαθεῖ διὰ τῶν δακτύλων ν' ἀποσπάσει τοῦ τοίχου τὸ ἐπὶ τῆς κάτω γωνίας καρφίον.
«Τί κάμνεις ἐκεῖ;», ἠρώτησα πλησιάζων.
Τὸ καρφίον δὲν ἀπεσπᾶτο εὐκόλως.
«Τί εἶναι αὐτά, Νίκο! Δὲν ἀρκεῖ ὅτι ὠτακουστοῦμεν, θ' ἀρχίσομεν τώρα καὶ ν' ἀνοίγομεν τοὺς τοίχους!».
Ὁ Νίκος δὲν ἀπεκρίθη, ἀλλ' ἐξηκολούθησε τὴν ἐργασίαν του. Τὸ καρφίον ἐνδίδον εἰς τὸν κλονισμὸν τῶν δακτύλων του ἐχαλαρώθη βαθμηδὸν καὶ ἐξήχθη ἀπὸ τὸν τοῖχον καὶ ἀπὸ τὸ κέντημα. Ὁ Νίκος γονατιστὸς ἐπὶ τῆς κλίνης, ἀνεσήκωσε μὲ τὴν μία χείρα τὸ ὕφασμα, φωτίζων διὰ τῆς ἄλλης τὰ ὑπ' αὐτό. Ὁ τοῖχος ἦτο ζωγραφισμένος.
Ὁμολογῶ ὅτι, ὑπὸ τὴν πρόσφατον ἔτι ἐντύπωσιν τοῦ τρόμου καὶ τῶν ψιθυρισμῶν τῆς κυρίας Σοφίας, καὶ τοῦ μυστηρίου, τοῦ προφανῶς ἀναγομένου εἰς τὴν ἄγνωστον νέαν, τῆς ὁποίας τὸν θάλαμον κατείχομεν − κατὰ τῆς σιωπῆς τῆς εὐρείας ἐκείνης ἀρχαίας οἰκίας −ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ λύχνου τρέμοντος εἰς τὴν χείρα τοῦ Νίκου−, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔβλεπα μὲ ψυχρὰν ἀδιαφορίαν τὴν ἐπὶ τοῦ τοίχου εἰκόνα, τὴν ὁποίαν μετὰ δέους παρετήρη ὁ ἐξάδελφός μου.
Ἐντὸς περιθωρίου ἐκ σταυρῶν καὶ κρανίων μικρῶν, ἐναλλὰξ συνδεομένων ἐν εἴδει ἁλύσεως, ἡ ζωγραφία παρίστα κτίριον μικρόν, ὁποῖον τὰ ἐξοχικὰ παρεκκλήσιά μας. Ἀλλὰ δὲν ἐφαίνετο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον. Ἦτο τάφος. Ἐπὶ τῶν δύο φύλλων τῆς θύρας του, ὑπὸ δύο σταυρούς, ὑπῆρχε διπλὴ στήλη ἐπιτυμβίου ἐπιγραφῆς, ἀλλ' ὡς ἐκ τῶν μικρῶν διαστάσεων ὁ ζωγράφος, μὴ δυνηθεὶς νὰ χαράξει τὰς λέξεις, ἀπεμιμήθη ἁπλῶς τὴν παράστασιν τῶν ψηφίων. Ἑκατέρωθεν τῆν θύρας, ἐπὶ τῆς προσόψεως τοῦ μνημείου, ἦσαν ζωγραφισμένοι δύο μεγαλύτεροι σταυροί, ὐπὸ ἕκαστον δὲ τῶν σταυρῶν δύο ὀστὰ χιαστί −κάτωθεν τῶν ὀστῶν κρανίον−, καὶ ὑπὸ ἕκαστον κρανίον ἓν ψηφίον κεφαλαῖον, ἀριστερόθεν Μ καὶ δεξιόθεν Ν.
Ἡ εἰκὼν δὲν ἦτο ἔντεχνος. Εἶχε ζωγραφισθεῖ ἐπὶ τοῦ λείου ἐκεῖ τοίχου διὰ μελάνης, ὑπὸ χειρὸς ὄχι καθ' ὑπερβολὴν ἐμπείρου. Ἀλλ' ἡ ἀτέλεια αὐτὴ τῆς τέχνης ἐπηύξανε τὴν ἀγριότητα τοῦ ἀπεικονίσματος, ἰδίως περὶ τὴν παράστασιν τῶν δύο κρανίων. Τὰ ἄνισα ἀνοίγματα τῶν ὀφθαλμῶν εἶχον τι τὸ ὑπὲρ φύσιν ἀποτρόπαιον. Αἱ γυμναὶ σιαγόνες διεστέλλοντο εἰς τρόπον ὥστε τὰ ἄνευ χειλέων ἐκεῖνα στόματα ἐφαίνοντο γελῶντα σατανικὸν γέλωτα. Γύρω−γύρω δὲ τὰ μεταξὺ τῶν σταυρῶν μικρὰ κρανία ἔβλεπον καὶ ἐκεῖνα μὲ τοὺς κενούς των ὀφθαλμοὺς καὶ ἐγέλων μὲ τὰ ἄσαρκα στόματά των.
Ἡ εἰκὼν ἐνέπνεεν ἀληθῶς φρίκην!
Ὁ Νίκος δὲν ἠδύνατο ν' ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τὴν θέαν της. Ἀλλὰ κι ἐγὼ μετὰ δυσκολίας ἐκυρίευσα τὴν ταραχήν μου.
«Ἄφησε», εἶπα ἐπιτέλους. «Ἀρκετὰ ἐθαυμάσαμεν τὸ καλλιτέχνημα τοῦτο».
Καὶ ἀπέσυρα διὰ τῆς βίας ἀπὸ τὰ δάκτυλά του τὴν ἄκραν τοῦ ὑφάσματος, τὸ ὁποῖον κατέπεσε καὶ ἐκάλυψε τὴν φρικώδη ζωγραφίαν.
Ὁ Νίκος κατέβη ἀπὸ τὴν κλίνην καὶ ἐκάθισεν ἐπ' αὐτῆς. Ἦτο κάτωχρος. Ἔλαβα ἐκ τῆς χειρός του τὸν λύχνον καὶ τὸν κατέθεσα ἐπὶ τῆς τραπέζης. Ἤθελα νὰ εἴπω τι διὰ νὰ τὸν καθησυχάσω, ἀλλ' αἱ λέξεις δὲν ἀνήρχοντο εἰς τὰ χείλη μου. Ἔλαβα μηχανικῶς τὸ καρφίον, τὸ ὁποῖον εἶχε πέσει ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ ἐπροσπάθησα νὰ τὸ βάλω εἰς τὴν προτέραν θέσιν του. Ἡ ἐργασία αὕτη μὲ ἀπησχόλησεν ἐπί τινας στιγμάς.
«Ἰδού», εἶπα, «διορθώθη τὸ πράγμα καὶ δὲν θὰ ἐννοήσουν αὔριον ὅτι διεσκεδάσαμεν τὴν νύκτα ἀποκαλύπτοντες τὰ μυστικά των».
«Τί ἤθελες νὰ μὲ φέρεις εἰς αὐτὸ τὸ κατηραμένον μέρος!», ὑπέλαβεν ὁ Νίκος. «Ἀφότου ἐφθάσαμεν εἰς τὸν ἄγριον λιμένα του, προησθάνθην ὅτι κάτι κακὸν μᾶς περιμένει ἐδῶ. Νὰ φύγομεν!».
«Καλά, Νίκο! Εἴμεθα σύμφωνοι. Αὔριον ἀναχωροῦμεν».
«Αὔριον! Πῶς;».
«Θὰ εὕρομεν κάτω εἰς τὴν Σκάλαν κανὲν καΐκι. Δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος».
«Καΐκι! Ἐλησμόνησες τὴν ὑπόσχεσίν σου πρὸς τὴν μητέρα σου;».
«Λοιπὸν πῶς νὰ γίνει;».
«Νὰ ζητήσομεν ἀλλοῦ φιλοξενίαν. Ἔχει καὶ ἄλλα χωρία εἰς τὴν νῆσον».
[…]
Δ. Βικέλας, Τα δυο αδέλφια, επιμ. Ε. Χ. Γονατάς, Αθήνα, Στιγμή, 1987, σ.σ. 33−48

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Σενάριο διδασκαλίας για το Ρομαντισμό

https://docs.google.com/document/d/1R-39SNVre-cfOxxVbgY7SAVc3cX7567i51bm27iqGk0/edit

Ο ρομαντισμός παρουσιάζεται σαν μια άρνηση του κλασικισμού, σαν μια λανθάνουσα τάση της ανθρώπινης ψυχής και εκδηλώνεται σε κάθε περίοδο με νέα χαρακτηριστικά. Παρατηρείται μια ιδιαίτερη προτίμηση στην τοπιογραφία, τους λαϊκούς θρύλους, τον κόσμο της ιστορίας και της φαντασίας. Στη σαφήνεια, τη συμμετρία και την ασφάλεια του κλασικισμού, ο ρομαντισμός απαντά με τη ρευστότητα, το χρωματικό πάθος, την κινητικότητα, την πολλαπλότητα, την αντιφατικότητα, την ασάφεια και την εσωτερική ανησυχία. Ενισχύει τις εθνικές διαφοροποιήσεις και δίνει πρόσωπο σε κάθε είδους ανησυχίες και μεταβολές. Το συναίσθημα, η φαντασία, ο λυρισμός αντιτίθενται στη λογική και στην πεζότητα. Το χρώμα είναι πλούσιο, το περίγραμμα αδυνατίζει, η σύνθεση γεμίζει κίνηση και ενέργεια και οι πινελιές είναι ελεύθερες. Οι έντονες και αντιθετικές κινήσεις, οι δραματικές φωτοσκιάσεις, είναι από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της τέχνης αυτής και θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό την τέχνη του μπαρόκ. Χαρακτηριστικό είναι το έργο των: Γκόγια (Ισπανία), Τέρνερ (Αγγλία), Ζερικώ και Ντελακρουά (Γαλλία), Φρίντριχ (Γερμανία).

Βλέπε περισσότερα (εδώ)

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Άντον Τσέχοφ, Ένας αριθμός

Στο σύντομο αφήγημα του Τσέχωφ «Ένας αριθμός» η δεσποινίς Ιουλία αντιπροσωπεύει τον άβουλο ανθρώπινο τύπο• δεν τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά της και συχνά πέφτει θύμα οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης. O Τσέχωφ σκιαγραφεί με απλό και ευτράπελο τρόπο την παθητική ψυχολογία, η οποία χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό τη γυναικεία συμπεριφορά τα παλαιότερα χρόνια.Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
- Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου. Λοιπόν. Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα.
- Για σαράντα.
- Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες. Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ.
- Δύο μήνες και πέντε μέρες.
- Δύο μήνες ακριβώς. Το 'χω σημειώσει. Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές. δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο μετα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές.
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.
- Τρεις γιορτές. μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα. Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα. Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες. Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό. Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν. Χμ! σαράντα ένα ρούβλια. Σωστά;
Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.
- Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του. Βγάζουμε δύο ρούβλια. Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει. Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του. Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια. Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε. Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια.
- Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.
- Το 'χω σημειώσει!
- Καλά.
- Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
- Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε. Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.
- Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία. τρία, τρία. ένα και ένα. Πάρ' τα.
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
- Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
- Και γιατί με ευχαριστείς;
- Για τα χρήματα.
- Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
- Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!.
- Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη; Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.
Ένα διήγημα που το διδάσκουμε στους μαθητές μας, αλλά πόσοι - ειδικά σε τέτοιους καιρούς - συνειδητοποιούμε πως πρέπει επιτέλους ΝΑ ΣΗΚΩΣΟΥΜΕ ΚΕΦΑΛΙ!

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Η Τράπεζα του μέλλοντος

Το 1897, τη χρονιά που επιβάλλεται στην Ελλάδα ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, ο Αλεξανδρινός ποιητής Κ. Καβάφης γράφει αυτό το ποίημα για την οικονομική ανασφάλεια στον Καπιταλισμό. Επίκαιρο, όσο ποτέ...


Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρισι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήσει.
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα)