Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΜΟΡΦΩΣΗΣ (με την πέννα του Οδυσσέα Ελύτη)

...από μικρό παιδί αγαπούσα τη λογοτεχνία και ανακατευόμουνα με τα βιβλία. Κάποτε, μια παράξενη διαίσθηση με έκανε να σκέπτομαι ότι ένα άλλο στρώμα, βαθύτερο, κάτω από το στρώμα των φαινομένων, αποτελούσε την αληθινή ζωή. Και ότι η περιγραφική, η λογική τάξη του λόγου, όπως τη συναντούσα στα μυθιστορήματα που διάβαζα τότε, δεν κατόρθωνε πάντοτε να την αποδώσει. Αλλά ότι υπήρχε μια εντελώς διαφορετική χρήση της γλώσσας, που την έλεγαν λυρική και ότι αυτή είχε τη δύναμη να πλησιάζει και ν' αποκαλύπτει την πραγματικότητα στη βαθύτερη ουσία της, ήταν ένα πράμα που μήτε καν το υποψιαζόμουνα. Χρειάστηκε να περάσει καιρός. Είχα τελειώσει πια το γυμνάσιο, όταν, μια μέρα, ένα τυχαίο γεγονός με έφερε σε επαφή με μερικά από τα καλύτερα έργα συγχρόνων ευρωπαίων ποιητών. Είπα, ένα τυχαίο γεγονός. Αλλά η τύχη, όπως κατάλαβα αργότερα, για έναν ποιητή τουλάχιστον, δεν είναι η απλή σύμπτωση, αλλά το φανέρωμα μιας δύναμης που ο αόρατος μηχανισμός της μας διαφεύγει.
[....] Ως τη στιγμή που έπιασα την πέννα, η προσωπική εμπειρία μου ήταν εντοπισμένη σ' έναν πολύ συγκεκριμένο φυσικό χώρο, που ήταν ο χώρος του Αιγαίου. Ολόκληρη η κατασκευή μου άλλωστε, και η αγωγή μου μπορώ να πω, ήταν νησιωτική - γι' αυτό δεν υπήρχε αμφιβολία. Είχα γεννηθεί στην Κρήτη. Μέσα μου έκλεινα, σαν σε σπόρο, τη μνήμη μιας ατέλειωτης σειράς προγόνων από τη Λέσβο. Και είχα περάσει όλα τα μυθικά καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων σ' ένα μικρό νησί του Αργολικού, απ' αυτά που είχανε παίξει τόσο μεγάλο ρόλο στην Επανάσταση. Μέσα σ' αυτό το θαλασσινό σχολείο, ένα παιδί με μοναχικές τάσεις, ήτανε φυσικό ν' αποκτήσει μιαν εντελώς ιδιότυπη ευαισθησία. Η φαντασία μου αποθησαύριζε εικόνες που αργότερα, όσο μεγάλωνα, έμελλαν να πάρουν μέσα μου προεκτάσεις άλλες, αισθητικές, ψυχικές και ηθικές ακόμη. Ακρογιάλια έρημα μέσα στο εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού' μουράγια με παλιά σκουριασμένα κανόνια' όρμοι παρθένοι κι ανέγγιχτοι, γεμάτοι από τη μυστική ζωή των ψαριών' κήποι κλειστοί και κρεμασμένοι πάνω από τον παφλασμό των κυμάτων' νύχτες που μυρίζανε δεντρολίβανο και ξεχειλίζανε από μυριάδες τριζόνια... Κι αυτά όλα, κατοικημένα από απίθανα πλάσματα, από μυθικές μορφές γυναικών με μακριά μαλλιά και διάφανα σώματα, που κρατούσαν κι έφερναν στα χέρια τους μιαν άλλου είδους αγνότητα. Αυτή ίσως που αντιστοιχούσε στο τοπίο και έλειπε από τη ζωή γύρω μου. Μιαν αγνότητα από ολοκληρωμένες αισθήσεις, που καθαγίαζε ό,τι είχαμε συνηθίσει να ονομάζουμε ταπεινό ή χυδαίο, και που δεν ξεχώριζε το ιδανικό από την ύλη.
Από κει άρχισε να κεντρίζει το ενδιαφέρον μου ο μυστικός μηχανισμός των μεταμορφώσεων που έκλεινε σε λανθάνουσα κατάσταση η πραγματικότητα, και που μόνον η φαντασία μπορούσε ν' αποκαλύψει.
[Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το περιοδικό η λέξη - τ.164/165, Αύγ. 2001]

Το σχολείο και οι "ανάγκες της αγοράς"

Αν "κρυφάκουγε" κανείς τις συζητήσεις που "ανοίγουν" οι γονείς οι οποίοι έχουν παιδιά στο Λύκειο και βρίσκονται στην αφετηρία εκκίνησης για την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, θα διαπίστωνε ότι όλες οι κουβέντες εστιάζονται στην εναγώνια αναζήτηση σπουδών οι οποίες έχουν επαγγελματική προοπτική. Παράλληλα, η "απομαγνητοφώνηση" των συνομιλιών των νέων που σπουδάζουν σε κάποιο ΑΕΙ - ΤΕΙ φέρνει στο προσκήνιο τη "γραμματική" και το "συντακτικό" ενός αισθήματος αβεβαιότητας και ανασφάλειας σχετικά με το επαγγελματικό τους μέλλον.
Η ταυτότητα των συζητήσεων μαζί με την έκταση και την ένταση που τις χαρακτηρίζουν σταδιοδρομούν, βεβαίως, στην "πίστα" της ανεργίας των πτυχιούχων, η οποία εδώ και κάμποσα χρόνια έχει μετατρέψει τα "Ηλύσια Πεδία" των ΑΕΙ σε κήπο της Εδέμ μετά το δάγκωμα του μήλου από την Εύα.
Πράγματι, ιδιαίτερα εδώ και μία δεκαετία, που η "περίοδος μέλιτος" πτυχίου - αγοράς εργασίας τελείωσε, το Πανεπιστήμιο παρουσιάζεται στα μάτια των οικογενειών που "επένδυσαν" στις σπουδές των γόνων τους ως αγνώμων οφειλέτης ο οποίος δεν αποδίδει ούτε τους "τόκους" ούτε το "επενδυμένο κεφάλαιο", καθώς τα διαπιστευτήριά του, όταν δεν παίρνουν πιστοποιητικό εγκυρότητας από το αόρατο χέρι της αγοράς εργασίας, δεν έχουν καμιά "ανταλλακτική" αξία. Παράλληλα, προβάλλεται από παντού (επιχειρήσεις, ΜΜΕ, "ειδικούς" κ.λπ.) ότι "εκείνο που απουσιάζει δεν είναι οι θέσεις στην αγορά εργασίας αλλά το κατάλληλα εξειδικευμένο προσωπικό που θα τις "καλύψει". Στα πλαίσια αυτά, το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας κατηγορείται ότι εμφανίζει εντυπωσιακές "ανελαστικότητες" και ότι "αδυνατεί να ανταποκριθεί έγκαιρα στις νέες ανάγκες, καθώς έχει δομηθεί πάνω σ' ένα παρωχημένο σύστημα παραγωγής με κουλτούρα τακτοποίησης και όχι απα-σχόλησης".
Το επιχείρημα ότι η προσαρμογή των σπουδών στις ανάγκες της "αγοράς" θα εξασφαλίσει άμεσα μια επικερδή εργασία στους αποφοίτους, είναι εντελώς αβάσιμο και παραπλανητικό. Η ανεργία των πτυχιούχων δεν οφείλεται στην έλλειψη των κατάλληλων ειδικοτήτων και δεξιοτήτων τους. Αν το πρόβλημα ήταν τόσο απλό, τότε μέσα από μέτρα αναδιανομής του αριθμού των εισακτέων στις διάφορες ειδικότητες θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί.
Στην πραγματικότητα, οι νέες γενιές εργαζομένων και ειδικά πτυχιούχων είναι κατά τεκμήριο πολύ πιο "μορφωμένες" απ' ό,τι μια γενιά πριν: μεταπτυχιακές σπουδές, ηλεκτρονικός αλφαβητισμός, ξένες γλώσσες κ.λπ. Παρ' όλα αυτά, εντάσσονται με πολύ πιο δυσμενείς όρους στην αγορά εργασίας. Βλέπουμε τους νέους σήμερα να προσπαθούν να πάρουν όλο και πιο πολλά "χαρτιά" στα χέρια τους για να δημιουργήσουν περισ-σότερες και καλύτερες προϋποθέσεις εύρεσης εργασίας. Το ερώτημα είναι: Βρίσκουν; Όταν δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας, πώς είναι δυνατόν να βρουν;
Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας δεν μπορεί να λυθεί. Η αδυναμία αυτή μετατρέπεται μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης σε "προτέρημα", βαφτίζεται ανταγωνισμός και προκύπτει η κούρσα των πτυχίων και των χαρτιών.
Ειδικοί στο χώρο της απασχόλησης στη Γερμανία (Sueddeutsche Zeitung) εφιστούν την προσοχή των νέων όσον αφορά στην επιλογή του επαγγέλματός τους. Συγκεκριμένα, επισημαίνουν ότι σε πολλές περιπτώσεις η επιλογή σπουδών με βάση τις προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης δεν αποτελεί ιδιαίτερα ασφαλές κριτήριο, καθ' ότι η αγορά εργασίας είναι υπό συνεχή αναμόρφωση. Τι συστήνουν; Να αποφεύγουν να επιλέ-γουν τις σπουδές τους με βάση τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Όσο παράδοξη και αν φαίνεται η παραπάνω πρόταση, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας ότι ένας νέος ή νέα ηλικίας 18 ετών από την ώρα που θα πετύχει την είσοδό του στο Πανεπιστήμιο μέχρι την ώρα που θα "βγει" στην αγορά εργασίας θα έχουν περάσει επτά έως και δέκα χρόνια (πτυχίο - μεταπτυχιακό και στρατός για τους άνδρες). Το δεκαετές αυτό κενό έχει ως συνέπεια η επιλογή σπουδών να απέχει χρονικά τόσο πολύ από την είσοδο στον επαγγελματικό χώρο, που μπορεί να αποδειχθεί εντελώς εσφαλμένη. Παραδείγματος χάριν, αυτή την εποχή υπάρχει μεγάλη ζήτηση για νέους ανθρώπους με γνώση Προγραμματισμού. Η προσφορά είναι ακόμη μικρή. Γιατί; Διότι όσοι είναι έτοιμοι να εισέλθουν στον επαγγελματικό χώρο το 2007, επέλεξαν αντικείμενο σπουδών πριν από το 2001, δηλαδή πριν από μια αιωνιότητα.
(Χ. Κάτσικας, εφημ. Η ΕΠΟΧΗ, 17/6/2007)

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΦΕΤΙΝΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Λέγεται ότι παλιά οι γονείς έστελναν τα παιδιά στο σχολείο, «για να γίνουν άνθρωποι», αργότερα, «για να μάθουν γράμματα», και σήμερα πια, «για να πάρουν ένα χαρτί». Ακούγεται θλιβερός αυτός ο ξεπεσμός του ρόλου και της υπόληψης του Σχολείου, ίσως όμως γίνει εφιαλτικός στον αιώνα μας, αν δε λειτουργήσουν εγκαίρως τα αντανακλαστικά των κοινωνιών και οι πολιτιστικοί – αν όχι οι ανθρωπιστικοί - μηχανισμοί των κρατών.
Τις τελευταίες δεκαετίες κυριάρχησε στον οικονομικά προηγμένο κόσμο το μοντέλο της «Κατάρτισης». Μας ενδιαφέρει να καταρτίζουμε μαθητές ή ανέργους ή εργαζόμενους στις νέες τεχνολογίες, ώστε να απολαμβάνουν πλέον την «προνομιακή» ιδιότητα των «απασχολήσιμων», όπως επινοήσαμε στην Ελλάδα να αποκαλούμε τους μελλοντικούς αλλά και τους …πρώην εργαζομένους, που βρέθηκαν ξαφνικά στο δρόμο.
Έτσι, η αγωγή του ανθρώπου συρρικνώθηκε στο εύρος των γνώσεών του και από εκεί εξανεμίστηκε στους κύκλους εξειδικευμένων μαθημάτων που τον έχουμε «περάσει»… Με άλλα λόγια, η προσωπικότητα τείνει να καταντήσει ένα ζωντανό «μόνιτορ» των πληροφοριών με τις οποίες έχουμε τροφοδοτήσει τον «σκληρό δίσκο» της. Αυτή η εξέλιξη κυοφορεί τη μετατροπή του σχολείου σε ...συνεργείο, όπου θα φορτίζουμε τις μπαταρίες των μαθητών και θα ελέγχουμε τη λειτουργία των βαλβίδων τους. Η εκπαιδευτική διαδικασία διολισθαίνει, στις κοινωνίες του υπαρκτού αρριβισμού, δηλαδή του εξουθενωτικού ανταγωνισμού και του ακόρεστου καταναλωτισμού, στη λογική που φοβόταν εδώ και πολλές δεκαετίες ο Αμερικανός παιδαγωγός Τζον Ντιούι «να διδάσκουμε για θέματα και όχι για μαθητές».
Συνεπής προς αυτό το μοντέλο εκπαίδευσης και σπουδαστή είναι η ιδεολογία των υπολογιστών, που διαπνέει αυτόν τον καιρό τις πολιτικές, οικονομικές και, μοιραία, εκπαιδευτικές ηγεσίες. Το όραμά τους για το Σχολείο του 21ου αιώνα έχει ενσωματωμένο «μόντεμ», οθόνη, πληκτρολόγιο και …ποντίκι. Εξαγγέλλουν τη «νέα εποχή» στην Παιδεία, υποσχόμενοι να έχει ο κάθε μαθητής τον υπολογιστή του! Έτσι, ο «πεπαιδευμένος» του μέλλοντος δεν θα έχει ανάγκη από ιστορική μνήμη, αν η συσκευή του διαθέτει αρκετά «μεγαμπάιτ», ούτε από γνώση ορθογραφίας, αφού έχει περαστεί πρόγραμμα ορθογραφίας στο ν σκληρό δίσκο, ούτε από αισθητική καλλιέργεια, εφόσον η κάρτα ήχου και τα γραφικά του συγκεκριμένου μοντέλου είναι τα τελευταία της αγοράς,, ούτε καν από δάσκαλο, αν βρίσκεται δικτυωμένος με την τράπεζα πληροφοριών.
Βέβαια, συμφωνώντας με τον Μαχάτμα Γκάντι, «αυτό που δεν πρέπει να εγκρίνουμε είναι ο υπέρτατος θαυμασμός για τα μηχανήματα και όχι τα ίδια τα μηχανήματα». Η σύγχρονη εκπαιδευτική τεχνολογία έχει ανοίξει, αναμφισβήτητα, νέα παράθυρα γνώσης και ενδιαφερόντων για μαθητές και εκπαιδευτικούς. Οι αναρίθμητες εφαρμογές και δυνατότητές της ερεθίζουν τη φιλομάθεια ανήσυχων μυαλών που είχαν… τσακωθεί με το βιβλίο ή τον μαυροπίνακα, προσφέρουν αυτοεκτίμηση σε μαθητές που αδυνατούσαν με τα συμβατικά μέσα να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, φωτίζουν πρωτόγνωρα μονοπάτια στους δασκάλους για διαφορετική και δαψιλέστερη προσέγγιση του διδακτέου αντικειμένου τους.
Γιάννης Β. Κωβαίος, περ. ΕΥΘΥΝΗ, τεύχ. 348, σ. 607, διασκευή